Αγαπητοί αδελφοί συλλειτουργοί και τέκνα εν Κυρίω ευλογημένα,
Μέσα εις την ανά τον κόσμον επικρατούσαν τελευταίως σκοτεινήν ατμόσφαιραν της σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οικονομικής, κοινωνικής, ηθικής και, κυρίως, πνευματικής, η οποία πολύν θυμόν, πολλήν πικρίαν, πολλήν σύγχυσιν, πολλήν αγωνίαν, πολύ άγχος, πολλήν απογοήτευσιν και πολύν φόβον δια την αύριον προξενεί εις τους ανθρώπους, γλυκεία ακούεται η φωνή της Εκκλησίας:
«Δεύτε, πιστοί, επαρθώμεν ενθέως και κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν άνωθεν εν Βηθλεέμ προς ημάς εμφανώς...»
(Ιδιόμελον ΣΤ Ὥρας Χριστουγέννων).
Πίστις ακλόνητος των Χριστιανών είναι ότι ο Θεός δεν παρακολουθεί αφ’ υψηλού και αδιαφόρως την πορείαν του κατ’ εικόνα και ομοίωσίν Του υπό του ιδίου, αυτοπροσώπως, πλασθέντος ανθρώπου. Τούτου ένεκα και η ενανθρώπησις του Μονογενούς Υιού και Λόγου Του ήτο απ’ αρχής η «ευδοκία» Του, το πρώτιστον θέλημά Του, η «προαιώνιος βουλή» Του. Να αναλάβη ο Ίδιος, εξ υπερβολής αγάπης, την ανθρωπίνην φύσιν που έπλασε, και να την καταστήση «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β Πέτρ. 1: 4). Και τούτο, προ της πτώσεως των Πρωτοπλάστων, προ και αυτής της πλάσεώς των! Μετά την πτώσιν των Πρωτοπλάστων, η «προαιώνιος βουλή» της Σαρκώσεως περιέλαβε τον Σταυρόν, το Άχραντον Πάθος, τον Ζωοποιόν Θάνατον, την εις Άιδου Κάθοδον, την Τριήμερον Έγερσιν, ώστε η παρείσακτος αμαρτία, που εδηλητηρίασε τα πάντα, και ο λαθρεπιβάτης της ζωής θάνατος να τεθούν τελείως και οριστικώς εκποδών, και ο άνθρωπος να απολαύση ακεραίαν την Πατρικήν κληρονομίαν της αιωνιότητος.