Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ο ποταμός της φωτιάς - π. Δημήτριος Μπόκος


Τὸ γε­γο­νὸς τῆς τε­λι­κῆς κρί­σε­ως ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἀ­πὸ πο­λὺ πα­λιά.
Αἰχ­μά­λω­τος στὴ Βα­βυ­λώ­να ὁ προ­φή­της Δα­νι­ήλ, βλέ­πει σὲ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ὅ­ρα­μα νὰ στή­νον­ται θρό­νοι, ὅ­που κά­θη­σε ὁ «Πα­λαι­ὸς τῶν ἡ­με­ρῶν», ὁ προ­αι­ώ­νιος δηλ. Θε­ός, ντυ­μέ­νος μὲ ἔν­δυ­μα λευ­κὸ σὰν χι­ό­νι, ἐ­νῶ οἱ τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς του ἦ­ταν σὰν κα­θα­ρὸ λευ­κὸ μαλ­λί. Ὁ θρό­νος του καὶ οἱ τρο­χοὶ τοῦ θρό­νου του ἦ­ταν πῦρ ποὺ ἐ­ξέ­πεμ­πε φλό­γες. Ἀ­πὸ τὸν θρό­νο του ἐκ­πο­ρευ­ό­ταν καὶ κυ­λοῦ­σε ἕ­νας πύ­ρι­νος πο­τα­μός. Χι­λιά­δες καὶ μυ­ριά­δες ἀγ­γέ­λων τὸν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν καὶ στέ­κον­ταν γύ­ρω του. Καὶ τό­τε στή­θη­κε κρι­τή­ριο καὶ τὰ βι­βλί­α ἀ­νοί­χτη­καν (Δαν. 7, 9-10).
          Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται πλή­ρως ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριό μας, ὅ­ταν λέ­γει, ὅ­τι ὅ­λες οἱ φυ­λὲς τῆς γῆς θὰ δοῦν τὸν Υἱ­ὸ τοῦ Ἀν­θρώ­που νὰ ἔρ­χε­ται «ἐ­πὶ τῶν νε­φε­λῶν τοῦ οὐ­ρα­νοῦ με­τὰ δυ­νά­με­ως καὶ δό­ξης πολ­λῆς» καὶ νὰ κά­θε­ται «ἐ­πὶ θρό­νου δό­ξης αὐ­τοῦ», γιὰ νὰ κρί­νει «πάν­τα τὰ ἔ­θνη» (Ματθ. 24, 30· 25, 31-32). Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τὸ φέρ­νει στὴ μνή­μη μας κα­τὰ τὴν Κυ­ρια­κὴ τῆς Ἀ­πό­κρε­ω. Οἱ ὑ­πέ­ρο­χοι ὕ­μνοι της πε­ρι­γρά­φουν τὰ πρω­τό­γνω­ρα αἰ­σθή­μα­τα ποὺ θὰ μᾶς συγ­κλο­νί­ζουν, ὅ­ταν θὰ «τί­θων­ται θρό­νοι καὶ ἀ­νοί­γων­ται βί­βλοι καὶ πρά­ξεις ἐ­λέγ­χων­ται καὶ τὰ κρυ­πτὰ δη­μο­σι­εύ­ων­ται». Ὅ­ταν θὰ πη­γά­ζει «πο­τα­μὸς πύ­ρι­νος πρὸ τοῦ βή­μα­τος» τοῦ Κρι­τοῦ, ποὺ θὰ κα­τα­κλύ­σει τοὺς πάν­τες, κα­λοὺς καὶ κα­κούς, μὲ τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς φω­τιᾶς του.

Τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μός;
          Νο­μί­ζουν με­ρι­κοὶ πὼς ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μὸς εἶ­ναι ἡ φω­τιὰ τῆς κό­λα­σης, μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς τοὺς ἀ­σε­βεῖς. Ὅ­μως ὁ Θε­ὸς δὲν ἐκ­δι­κεῖ­ται, δὲν μι­σεῖ, δὲν τι­μω­ρεῖ κα­νέ­ναν. Ὁ Θε­ὸς ἀ­γα­πά­ει μό­νο (Α΄ Ἰ­ω. 4, 16). Καὶ ὁ πύ­ρι­νος πο­τα­μὸς εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ ἡ ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀγ­κα­λιά­σει ἀ­δι­α­κρί­τως τοὺς πάν­τες. Πα­ρά­δει­σος καὶ κό­λα­ση θὰ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ θὰ ζεῖ ὁ κα­θέ­νας μας μέ­σα σ᾿ αὐ­τὸν τὸν πο­τα­μὸ τῆς ἄ­πει­ρης ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ. Θὰ  εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­σω­πι­κὰ ὁ κα­θέ­νας μας θὰ δε­χτεῖ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ.
  Τὸ πῶς δε­χό­μα­στε ὅ­μως τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι κα­θα­ρὰ δι­κό μας θέ­μα. Ἐ­ξαρ­τᾶ­ται μό­νο ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κή μας ἐ­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση. Ἡ στά­ση μας ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Θε­ό, τὸ ἂν θὰ εἴ­μα­στε φί­λοι ἢ ἐ­χθροί του, εἶ­ναι κά­τι ποὺ τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζου­με ἐ­μεῖς, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νιο. Ὁ Θε­ός, σε­βό­με­νος ἀ­πό­λυ­τα τὴν ἐ­πι­λο­γή μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἀλ­λά­ξει. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­ταρ­γή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Πα­ρά­δει­σος καὶ κό­λα­ση ἐ­ξαρ­τῶν­ται μό­νο ἀ­πὸ μᾶς. Δὲν εἶ­ναι θέ­μα τοῦ Θε­οῦ. Καὶ τὰ κά­νει αἰ­ώ­νια ἡ δι­κή μας ὁ­ρι­στι­κὴ καὶ ἀ­με­τά­κλη­τη ἐ­πι­λο­γή. Ἀλ­λι­ῶς, ἂν ἦ­ταν τι­μω­ρί­α τοῦ Θε­οῦ ἡ αἰ­ώ­νια κό­λα­ση, θὰ  φα­νέ­ρω­νε ἕ­να Θε­ὸ ἀ­προ­σμέ­τρη­τα κα­κό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἀ­πέ­ναν­τί μας.
Ὅ­μως στὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α ὁ Θε­ὸς δὲν θὰ τι­μω­ρή­σει, ἀλ­λὰ θὰ δι­α­πε­ρά­σει τὰ πάν­τα μὲ τὸ φῶς τῆς  ἀ­γά­πης του, ποὺ σὰν πο­τα­μὸς φω­τιᾶς θὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν θρό­νο του. Τὰ βι­βλί­α θὰ ἀ­νοι­χτοῦν. Τὰ πάν­τα δηλ. στὸ φῶς καὶ στὴ φω­τιὰ αὐ­τὴ θὰ γί­νουν δι­ά­φα­να. Οἱ καρ­δι­ές μας θὰ δεί­ξουν κα­θα­ρὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους. Τί θὰ κρύ­βουν μέ­σα τους; Ἀ­γά­πη ἢ μῖ­σος; Ἂν στὴν καρ­διά μας ὑ­πάρ­χει ἀ­γά­πη, ἡ ἐ­πα­φή μας μὲ τὸ θε­ϊ­κὸ πο­τά­μι τῆς ἀ­γά­πης θὰ εἶ­ναι χα­ρά, πα­ρά­δει­σος. Ἂν στὴν καρ­διά μας βα­σι­λεύ­ει τὸ μῖσος, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ θὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σει τρυ­φε­ρὰ μέ­σα στὸν πύ­ρι­νο πο­τα­μό, θὰ νοι­ώ­σου­με ἀ­φό­ρη­τη δυ­στυ­χί­α καὶ κό­λα­ση.
Ἡ φω­τιὰ κά­νει λαμ­πε­ρὸ τὸ χρυ­σά­φι, ἀλ­λὰ κα­τα­καί­ει τὰ φρύ­γα­να καὶ τὰ ξύ­λα (Α΄ Κορ. 3, 12-15). Ἐ­μεῖς τί θὰ νοι­ώ­θου­με μέ­σα στὴ φω­τιὰ τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης; Θὰ ἀ­στρά­φτου­με σὰν χρυ­σά­φι, ἢ θὰ και­γό­μα­στε;        
π. Δημήτριος Μπόκος

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 367, Φεβρ. 2014)   

Δεν υπάρχουν σχόλια: