Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Ο Μ Ι Λ Ι Α ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ .ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗΝ ΔΙΠΛΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΑΞΙΝ


Ο Μ Ι Λ Ι Α
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ  ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗΝ ΔΙΠΛΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΑΞΙΝ
(Καρυαί, 16 Ὀκτωβρίου 2013)



Ιερώτατοι Άγιοι Αδελφοί,
Οσιώτατοι Πατέρες, οι τε Καθηγούμενοι και οι Αντιπρόσωποι των Είκοσιν Ιερών Βασιλικών, Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους,
Εξοχώτατε κύριε Διοικητά,
Η ευγνώμων μνήμη είναι ευγενές καθήκον παντός προηγμένου πνευματικώς προσώπου. Ανακαλεί εις την ύπαρξιν τα παρωχημένα γεγονότα και τα απελθόντα πρόσωπα. Προκαλεί την αναπόλησιν της ιστορίας και καθιστά ολβίους τους έχοντας εν εγρηγόρω συνειδήσει την μάθησιν αυτής και τους την εξ αυτής διδαχήν οικειοποιουμένους.
Η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία μας επανειλημμένως και πολλαπλώς κατά την πνευματικήν της πορείαν, την εν τω κόσμω σωτηριώδη στρατείαν της, μνημονεύει ανθρώπων και γεγονότων. Τιμά μνήμας Αγίων, εορτάζει επετείους θαυμάτων. Υπομιμνήσκει μνήμας γεγονότων, ως της απελευθερώσεως, της διασώσεως εκ του μεγάλου σεισμού, των εγκαινίων και άλλων. Ανακαλεί εις την ύπαρξιν εν τω παρόντι χρόνω πρόσωπα και καταστάσεις προϋπάρξαντα∙ άλλα προσενεγκόντα υπηρεσίαν και διακονίαν∙ άλλα αρετήν∙ άλλα υποστάντα διωγμούς και αδικίας∙ έτερα μάστιγας και πειρασμούς εν τη προασπίσει των οσίων και των ιερών∙ άλλα καταξιωθέντα με οσιότητα, αγιότητα και μοναδικότητα. Ενώνει, η Εκκλησία, το παρελθόν μετά του παρόντος και προοιωνίζεται το μέλλον.  Αποκαλύπτει την ενότητα της ζωής και την πορείαν του κόσμου. Το Άγιον Όρος, εξ ετέρου, επί μίαν και πλέον χιλιετίαν, καθ  ἡμέραν βιοι το Θαύμα της Κυρίας Θεοτόκου.
Όλοι οι πεφωτισμένοι λαοί περί πολλού έχουν την γνώσιν της ιστορίας των. Η Εκκλησία μας διασώζει από την λήθην την Πρόνοιαν του Θεού δια τον κόσμον και, ούτως ειπείν, καθιστά ταυτόχρονον και σύγχρονον βίωμα ημών το παρελθόν και το μέλλον εν τω παρόντι.
Σήμερον αναμιμνησκόμεθα γεγονότων συμβάντων προ εκατόν ετών. Την τρίτην Οκτωβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού δεκάτου τρίτου έτους οι αντιπρόσωποι των είκοσι κυριάρχων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, έχοντες την σύμφωνον γνώμην πάντων των μοναχών αυτού, εψήφισαν ενώπιον της εφεστίου Ιεράς Εικόνος του «Άξιόν εστι» το Ιερόν Ψήφισμα δια του οποίου διεκήρυξαν, ως γνωστόν, τοις εγγύς και τοις μακράν, τοις φίλοις και μη, τη οικουμένη απάση, ότι η κοινότης των μοναχών «αποκρούει εντόνως ως ολεθρίαν δια την περαιτέρω εξέλιξιν του μοναχικού βίου εν Αγίω Όρει την ιδέαν της διεθνο-ποιήσεως, η ουδετεροποιήσεως, η συγκυριαρχίας, η συμπροστασίας, η όπως άλλως ήθελέ τις ονομάσει την τάσιν της πολιτικής εκμεταλλεύσεως του Ιερού Τόπου ημών, θεωρεί δε το ιερόν έδαφος του Αγίου Όρους αναποσπάστως ηνωμένον μετά του όλου εδάφους του Ελληνικού Βασιλείου» (τότε, και νυν Ελληνικής Δημοκρατίας) και «ικετεύει το σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον όπως δια της εγκύρου παρεμβάσεώς του σώση τον Άγιον Τόπον τούτον από παντός κινδύνου τείνοντος εις την αλλοίωσιν του Αγιορειτικού καθεστώτος» (Βλ. Ε καὶ Η παραγράφους του Ιερού Ψηφίσματος, Εν Θεσσαλονίκη 1913, σσ.6-7).
Η Υπεραγία Θεοτόκος, η Έφορος, η Προστάτις και Γερόντισσα και Πορταΐτισσα του Αγίου τούτου Τόπου, ηυδόκησε να επευλογήση την απόφασιν ταύτην των Πατέρων και σήμερον εορτάζομεν την εκατοστήν επέτειον του ανωτέρω Ψηφίσματος. Κατά το διάστημα τούτο ο Άθως διήλθε «σκοτίαν» εν αναμονή της «πρωΐας».  Πολλάκις «σκότος έχων ταις φρεσί», σκότος απορίας, συνεχώς ιερούργει και ελιτάνευε το Σώμα του Κυρίου Ιησού και ελάμβανε ζωήν και «τοις οθονίοις και τω σουδαρίω», τω ιερώ αντιμηνσίω της Μητρός Εκκλησίας,  την Ανάστασιν καθημερινώς «ετεκμαίρετο», μιμνησκόμενος βιωματικώς και εμπειρικώς «της περί τούτου Γραφής».  Βεβαίως κρίσεις και κρίσεις, περιστάσεις και περιπτώσεις του βίου και ανάγκαι πολλαί βιοτικαί και μη, και επιβουλαί και αμφισβητήσεις αντιμετωπίσθησαν επιτυχώς, αν και με πολλάς κατά καιρούς θυσίας, μέχρι και του μαρτυρίου ενίοτε υπέρ της πίστεως και των οσίων και ιερών της Ορθοδοξίας και του Γένους. Ακόμη και αυτή η επιβίωσις και η ταυτότης του Αγίου Όρους, λόγω βεβαίως και της μειώσεως του αριθμού των μοναχών μετά το έτος 1913, ηπειλήθησαν. Χάριτι όμως Θεού και ταις πρεσβείαις της εφόρου και προστάτιδος αυτού Κυρίας Θεοτόκου, ο Ιερός Τόπος προσείλκυσεν άλλους, νέους, μορφωμένους, με ήθος και πνεύμα, μαθητεύσαντας επί μακρόν πλησίον σεβασμίων γερόντων,  και ήδη αι Ιεραί Μοναί σχεδόν πάσαι είναι σήμερον εις ικανοποιητικόν βαθμόν επηνδρωμέναι και το Όρος ακμάζει πνευματικώς και «μαρτυρεί τη αληθεία» (πρβλ. Ιωάν.ε , 33-34).
Τα των Αγιορειτών Πατέρων, λοιπόν, «δάκρυα ου μάτην χείνται θερμώς• ιδού γαρ κατηξίωται το Άγιον Όρος, και διδασκόντων Αγγέλων, της όψεως» της Αναστάσεως∙ «αλλ  ἔτι πρόσγεια φρονεί, οία» οικούμενον υπ  ἀνθρώπων του πνεύματος, φερόντων και ανθρωπίνην ασθένειαν και αδυναμίαν.
Ιδού, αδελφοί και πατέρες, εορτάζομεν, η Μήτηρ Εκκλησία και η κληρουχία αύτη της Κυρίας Θεοτόκου και της Κωνσταντινουπόλεως, από κοινού «μόνοι προς μόνους», επέτειον ιστορικήν, αναστάσιμον, θα ελέγομεν αιώνιον. Θα έδει δε και ωφείλαμεν ασφαλώς να εδοκιμάζομεν αποκλειστικήν χαράν και ευφροσύνην, ως εκείνην την οποίαν εν μια ψυχή και καρδία εδοκιμάσαμεν προ ολίγου εν τω Ιερώ Θυσιαστηρίω, τη Αγία Τραπέζη του Πρωτάτου «επί τη μεταλήψει των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων» του Κυρίου. Ο περιβάλλων ημάς κόσμος και τα νέφη επί της παγκοσμίου σκηνής και τα αναφυόμενα προβλήματα εμποδίζουν να έχωμεν και εξωτερικώς την χαράν ην  βιούμεν εσωτερικώς εν τη αεννάω προσπαθεία ημών οι επίγειοι να «φθάσωμεν» και να προσκυνήσωμεν «τον Άφθαστον» και την «άφθαστον» Παναγίαν Μητέρα Του, την Θεοτόκον, και να ίδωμεν το Πρόσωπόν Του «καθώς εστι», «άγιος Κύριος Ιησούς, εις δόξαν Θεού Πατρός».

Αδελφοί και Πατέρες,
Η μνήμη και η τιμή μιας επετείου αποτελεί γεγονός χαροποιόν, αλλά συγχρόνως και ηχηράν ευκαιρίαν και αφορμήν περισυλλογής, «από κοινού αναμέτρησιν του αγώνος», διαπίστωσιν κατά Θεόν προόδων αλλά και κατ  ἄνθρωπον αδυναμιών και προβλημάτων. Διο και απευθυνόμεθα προς υμάς άνευ περιστροφών, ως πατήρ προς τέκνα, εν πνεύματι και αληθεία, εν ειλικρινεία και εντιμότητι, και προβαίνομεν εις ωρισμένας διαπιστώσεις και πατρικάς οφειλετικάς προτροπάς «ενώπιος ενωπίω», ει και είχομεν αποφασίσει ίνα διέλθωμεν την «στιγμήν» ταύτην της ιστορικής επετείου εν προσευχή, περισυλλογή και κυρίως εν σιγή. 
Κρίνομεν όμως χρέος του Πατριάρχου και πνευματικού σας Πατρός, την υπόμνησιν, εν πρώτοις, προς εαυτούς και προς αλλήλους χαρακτηριστικού αποσπάσματος της εγκυκλίου της Ιεράς Κοινότητος της 24ης Σεπτεμβρίου 1913 προς τας είκοσιν Ιεράς Μονάς του Αγίου Όρους, η οποία προφητικώς: «έρριπτε τον περί όλων κύβον» περί τιμωρίας «αμειλίκτως, συνωδά τοις ιεροίς κανόσι και τοις καθεστώσι του Ιερού ημών Τόπου, πάντων των αποπειρωμένων την ανατροπήν του προαιωνίου ημών καθεστώτος τούτου μοναχών» και εν συγκινήσει βαθεία καταθέτομεν φόρον ευγνωμοσύνης και τιμής προς τους Αγιορείτας εκείνους, τους απλούς και εναρέτους, τους οσίους και δικαίους, των οποίων «η ιερά συγκίνησις εκορυφώθη αφ  ὅτου οι σεβασμιώτατοι Προϊστάμενοι και Καθηγούμενοι ήρξαντο βάλλοντες μετανοίας ενώπιον της Σεπτής Εικόνος της Θεοτόκου, ην και ησπάζοντο εξαιτούμενοι την συναντίληψιν αυτής υπέρ της ευοδώσεως του θείου αυτών έργου, της απελευθερώσεως δηλονούν του Ιερού αυτής περιβόλου από της δουλείας των αλλοφύλων και είτα υπέγραφον το Ιερόν Ψήφισμα ποιούντες έτι άπαξ το σημείον του τιμίου σταυρού πριν η λάβωσιν ανά χείρας τον κάλαμον προς υπογραφήν...». Ούτοι υπήσχοντο ενώπιον Αυτής (της Εικόνος) και του κόσμου παντός ότι «ο ιερός τόπος θα διατηρηθή από τούδε μέχρι της συντελείας των αιώνων αδούλωτος...», απεκήρυττον «εντόνως ως ολέθρου φορέα την ιδέαν της ουδετεροποιήσεως η συγκυριαρχίας...», και εκήρυττον «αμετακλήτως την ένωσιν του Αγίου Όρους μετά της Μητρός Ελλάδος», υπογραψάντων πάντων εν ίση προθυμία το Ψήφισμα, πλην των εκπροσώπων της Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμονος «επιφυλαχθέντων ίνα ερωτήσωσι την γνώμην της Μονής αυτών».
Το Άγιον Όρος  «απεξεδέχετο τότε την σωτηρίαν» αυτού «από των εγκύρων ενεργειών και πράξεων» της Μητρός αυτού Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, η οποία πάντοτε, αλλά και κατά τον διαρρεύσαντα αιώνα, υπήρξεν η κατά το μέτρον του ευλογητού, κειμένη αυτή εισέτι «εν αιχμαλωσία» και εν περιστατικαίς ανάγκαις τον αγώνα τον καλόν και την οικουμενικήν μαρτυρίαν αγωνιζομένη, υπήρξε, λέγομεν, η κηδεμών, προστάτις και στοργική περιστερά δια τον ιερόν τούτον τόπον.
Διο και εν ευγνωμοσύνη και δοξολογία του Ονόματος του Κυρίου επαινούμεν τον αγώνα, ευλογούμεν τα έργα, υποκλινόμεθα προ της αγιότητος του τόπου και των αοιδίμων εκείνων προπατόρων και πατέρων υμών και ημών και προ της ασκήσεως και της αγνής καρδιακής προσευχής, της αναπεμπομένης «εν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, εν ημέρα νυκτί και πάση ώρα και εν παντί καιρώ» ενώπιον της πανσέπτου Εικόνος της Θεομήτορος εις τα απειράριθμα σκηνώματα της δόξης και της χάριτος, υπό των μυρίων μοναχών, των ζώντων και των κεκοιμημένων, οι οποίοι ηγίασαν και αγιάζουν την ζωήν και τον τόπον.
Συν τη ευχαριστία όμως, ομιλούντες «ενώπιος ενωπίω», επαναλαμβάνομεν,  οφείλομεν να επισημάνωμεν και αδυναμίας τινάς και προβλήματα, πολλάκις προερχόμενα και δημιουργούμενα εξ επηρείας του αντικειμένου, του μισούντος τον κόσμον και πειράζοντος και αυτούς τους «αποταξαμένους» τον κόσμον, και τους απειράστους ακόμη αγίους. 
Ατυχώς, αδελφοί, νέα προβλήματα προκύπτουν και ενίοτε η επίλυσις αυτών χρονίζει υπερβολικώς. Είναι γνωστόν εις πάντας  το εκκρεμές από ετών ζήτημα της αντικανονικής και σχισματικής «αδελφότητος», «παρασυναγωγής» ορθότερον, η οποία, παρανομούσα και καταπατούσα το θείον και το ισχύον κοσμικόν δίκαιον, ήτοι τους θείους και ιερούς Κανόνας και το Σύνταγμα και τους νόμους του Ελληνικού Κράτους, έχει καταλάβει το οικοδόμημα εις τον οποίον εστεγάζετο η Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή του Εσφιγμένου. Η Ιερά Κοινότης, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αι δικαστικαί και πολιτικαί αρχαί της Ελλάδος, μετά καθυστέρησιν και ακηδίαν πολλών ετών, υπαιτιότητι όλων, έχομεν δώσει, μετά μακράν προεργασίαν, την πρέπουσαν κανονικήν  εκκλησιαστικήν λύσιν, αποτειχίσαντες των θριγκίων της Εκκλησίας τους αμετανοήτως εν σχίσματι καταληψίας «μοναχούς», παραδώσαντες αυτούς εις ανάθεμα, μέχρις ότου ανανήψωσι και μετανοήσωσιν. Η προκριθείσα δε κανονική αδελφότης της Ιεράς Μονής ταύτης συνεκροτήθη και ελειτούργησε μέχρι προ ημερών ικανοποιητικώς υπό την ηγουμενίαν του κατά πάντα αξίου, αγαθού και πλήρους πραότητος και αγάπης και μόλις προ δωδεκαημέρου εκδημήσαντος αιφνιδίως προς Κύριον πατρός Χρυσοστόμου Κατσουλιέρη, του αληθώς άραντος τον «σταυρόν» αυτού και τηρήσαντος πιστώς και αφωσιωμένως την εις ην εκλήθη υπό της Μητρός Εκκλησίας και της Αγιορειτικής Κοινότητος «ιεράν κλήσιν» και αποστολήν. Δεν είναι ασφαλώς η στιγμή της αποτιμήσεως της προσφοράς του. Άλλωστε, είναι γνωστή και καταγεγραμμένη εις τας δέλτους των αγιορειτών αλλά και των πολλών πνευματικών αυτού  τέκνων, και ιδία της απορφανισθείσης ολιγομελούς μεν, δυναμικής δε,  αδελφότητός του. Είη η μνήμη αυτού αιωνία. Κύριος αναπαύσαι την ψυχήν αυτού.
Συν τη κατ  ἄνθρωπον λύπη, ιδιαιτέραν χαράν δοκιμάζομεν επί τη εκλογή ως διαδόχου αυτού, του Οσιολογιωτάτου Ιερομονάχου  π. Βαρθολομαίου, του οποίου ευλογούμεν τας απαρχάς του «σταδίου» και του «αγώνος» και συγχαίροντες, δεόμεθα, ευχόμεθα και προσδοκώμεν ότι μετά των περί αυτόν αδελφών θα συνεχίσουν επί της ιδίας γραμμής την εμπιστευθείσαν τη «μικρά αδελφότητι», τω «μικρώ ποιμνίω», εκκλησιαστικήν και αγιορειτικήν «παρακαταθήκην», στοιχούντες τω ζώντι παραδείγματι του κοιμηθέντος και αναπαυομένου εν Κυρίω πνευματικού αυτών πατρός αειμνήστου Χρυσοστόμου.   
Δυστυχώς, όμως το οικοδομικόν συγκρότημα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, ούτε ακόμη και το ελάχιστον αναμενόμενον, δηλαδή το κτήριον του Αντιπροσωπείου αυτής εν Καρυαίς, παρά τας παναγιορειτικάς, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής Δικαιοσύνης αποφάσεις, δεν έχει αποδοθή εις την κανονικήν αδελφότητα της Μονής. Και εν τούτω ευθύνας υπέχουν πάντες οι κωλυσιεργούντες εις την υλοποίησιν επί σειράν ετών των ειλημμένων αποφάσεων εκκλησιαστικών, αγιορειτικών και της Ελληνικής Δικαιοσύνης, επί περιφρονήσει μεν των θεσμίων του ιερού τόπου και των ιερών κανόνων και καταπατήσει αυτού τούτου του Καταστατικού Χάρτου, επιβραβεύσει δε, ούτως ειπείν, της αντικανονικότητος και της επιδιωκομένης αναρχίας και εν τω αμολύντω τούτω τόπω της Παρθένου, τω τόπω της αγνείας και τής  ιεράς ασκήσεως. Καλούμεν τους πάντας, όπως εγκύψωμεν εις το θέμα τούτο μετά έτι μεγαλυτέρας προσοχής και υπεθυνότητος, ίνα μη υπάρξουν ανεπιθύμητοι ευρύτεραι εξελίξεις, ουχί μόνον επί ολεθρίω διασυρμώ παγκοσμίως του Αγίου Όρους αλλά και κυρίως εξελίξεις σχετιζόμεναι προς την συνέχισιν εν ασφαλεία, κατ  ἄνθρωπον ομιλούντες, αυτής ταύτης  της ασκητικής και πνευματικής εν νομιμότητι πορείας αυτού. Λέγομεν ταύτα,  προβληματιζόμενοι έτι περισσότερον και εκ του φαινομένου της επιλεκτικής τηρήσεως της νομιμότητος υπό των εντεταλμένων και τεταγμένων εις την διασφάλισιν της τάξεως κρατικών οργάνων. Εφιστώμεν επί του προκειμένου την προσοχήν πάντων, ίνα μη έχωμεν αναρχικάς εκφάνσεις, ως αι προ δύο περίπου μηνών, «δια ροπάλων και ξύλων» και συγχρόνων τεχνικών «όπλων», προσελθόντων έξωθεν της θείας ταύτης παρεμβολής, ίνα «συλλάβωσι τον Ιησούν», «κακοποιούντες» Αυτόν, δηλαδή, κατ  ἀναλογίαν, το αμώμητον κανονικόν σώμα του Αγίου Όρους. 
Πέραν όμως του χρονίζοντος και φλέγοντος εσφιγμενιτικού ζητήματος με τας παραμέτρους αυτού και επί της ασφαλείας του Ιερού Τόπου, επί του οποίου, επαναλαμβάνομεν, οφείλει να εγκύψη μετά της δεούσης σοβαρότητος και υπεθυνότητος το Ιερόν Αγιορετικόν Σώμα εν τω συνόλω αυτού και πάντες οι εμπλεκόμενοι παράγοντες, μάλιστα η οφείλουσα ίνα τηρή τα τεθεσπισμένα και τας λαμβανομένας αποφάσεις έντιμος Ελληνική Πολιτεία, έτερον λυπηρόν πρόβλημα, εξελισσόμενον, παρά τας ας έλαβε περί του αντιθέτου η Μήτηρ Εκκλησία διαβεβαιώσεις, και λαμβάνον, ως ανεκοινώθη κατ  αὐτάς, δυσμενή τροπήν, είναι το, δια της εις δίκην παραπομπής, δια εκ προθέσεως πράξεις «κακουργηματικής» βαρύτητος, καθηγουμένου εκ των πρώτων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και μοναχού συνεργάτου αυτού, ως δημοσιεύεται και διαπομπεύεται δια των μέσων ενημερώσεως πανελληνίως και παγκοσμίως ο ιερός ούτος τόπος της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο χώρος ούτος της νυχθημέρου προσευχής και της ασκήσεως. Το γεγονός ελύπησε την Μητέρα Εκκλησίαν και την προβληματίζει, επιδείξασαν μέχρι σήμερον ανοχήν και σύνεσιν. Οι ειρημένοι, κατά το κατηγορητήριον παραπεμπτικόν βούλευμα, εκινήθησαν αξιοποίνως εις πολυπράγμονας πρωτοβουλίας και ενεργείας πέραν και επί υπερβάσει των μοναχικών καθηκόντων αυτών, δια τα οποία εγκατελείψατε οι τον τόπον της Θεομήτορος οικούντες τον κόσμον και τα του κόσμου. Ο διασυρμός τον οποίον υφίσταται ο Ιερός Τόπος εξ αιτίας των, επί σειράν ετών, είναι μέγας. Η τροπή της υποθέσεως, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της επικειμένης δίκης, διδάσκει ότι δεν είναι πρέπον να εγκαταλείπουν οι μοναχοί την μοναχικήν άσκησιν και να επιδίδωνται εις έργα κοινωνικής αποστολής, δια την πραγματοποίησιν των οποίων καταλληλότεροι είναι οι λαϊκοί και η εν τω κόσμω στρατευομένη Εκκλησία.
Φαίνεται, ότι ο πειρασμός της εκκοσμικεύσεως προσβάλλει και τινας των Αγιορειτών αδελφών και πρέπει να τονισθή και να επισημαίνηται συνεχώς και επανειλημμένως η διαφορετική αποστολή του μοναχού ίνα μη μετατρέπηται ούτος από ανθρώπου προσευχής και αφιερώσεως εις απλούν κοινωνικόν εργάτην η - όπερ χείρον- και επιχειρηματίαν.  
Εις τας ακοάς και εις την αντίληψιν ημών και της Μητρός Εκκλησίας περιέρχονται και άλλαι ουχί σύμφωνοι προς την αποστολήν  των μοναχών καταστάσεις, δια τας οποίας λυπούμεθα και ως ο Πατριάρχης σας και πνευματικός σας πατήρ, κυρίως όμως διότι διασύρεται εν τοις έθνεσι το άγιον όνομα και η αποστολή του περιβλέπτου Όρους τούτου της αρετής. «Ουκ εν υμίν ούτω», αδελφοί και πατέρες, ίνα ομιλήσωμεν «εν ενί ευαγγελικώ λόγω». Δαμάσωμεν τας αδυναμίας ημών. Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου, ενώπιον του ιερού μυστηρίου της μοναχικής κλήσεως και ασκήσεως και ζωής, και μάλιστα της Αγιορειτικής, την οποίαν εφύλαξαν αδιαλώβητον οι  αιώνες. 

Μη λησμονήτε, Αγιορείται πατέρες, ότι «ηγοράσθητε τιμής» (πρβλ. Α Κορ. ς , 20), ότι είσθε «αξία πνεύματος». Και αι αξίαι αι πνευματικαί,  δεν αγοράζονται, δεν χαρίζονται, μόνον φυλάσσονται. Πέριξ ημών ρίπτονται και κυκλοφορούν συνθήματα πρόχειρα, παγίδες λέξεων, έμμετροι λόγοι, οι οποίοι φθείρουν κάθε υψηλήν έννοιαν και ευθυναίνουν ιερώτατα ιδεώδη. Ημείς κρίνομεν μείζονα πάσης τιμής, την «τιμήν του τετιμημημένου» (Ματθ. κζ , 9), ήτοι το κατ  ἐξοχήν «άθλημα» και τον «σκοπόν» και «στόχον» του Αγίου Όρους και της Ορθοδόξου Μοναχικής ασκήσεως.  
Ενθυμηθώμεν, αδελφοί, επικαίρως τας υποσχέσεις ας έκαστος «καθωμολόγησεν ενώπιον πολλών μαρτύρων» και του πανταχού παρόντος Κυρίου, περιβαλλόμενος το ιερόν μέγα αγγελικόν μοναχικόν σχήμα, το οποίον φέρει κάθε μεγαλόσχημος αγιορείτης επί του στήθους εν «νυκτί και ημέρα», ήτοι τα «στίγματα» του Χριστού, «και σταυρούται και νεκρούται τω κόσμω» «δια της τελειοτάτης αποταγής...»∙  απετάξασθε γαρ «την κενήν απάτην του βίου τούτου», «...γονεύσιν, αδελφοίς...συγγενείαις, εταιρείαις, φίλοις, συνήθεσι, τοις εν κόσμω θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, υπάρξεσι, τη κενή και ματαία ηδονή και δόξη.....», και ητοιμάσθητε «προς αγώνας πνευματικούς, προς εγκράτειαν σαρκός, προς κάθαρσιν ψυχής, προς πτωχείαν ευτελή, προς πένθος αγαθόν, προς πάντα τα λυπηρά και επίπονα της χαροποιού ζωής∙ «και γαρ», ω μοναχέ, και πεινάσαι έχεις, και διψήσαι, και γυμνητεύσαι... και πολλοίς άλλοις περιαχθήναι λυπηροίς, οις η κατά Θεόν ζωή χαρακτηρίζεται». Άλλωστε, κατά την ιεράν εκείνην στιγμήν της μοναχικής μεγαλοσχήμου ενδύσεως, δεν ψάλλεται και καθομολογείται: «που εστιν η του κόσμου προσπάθεια; που εστιν η των προσκαίρων φαντασία; ουκ ιδού ταύτα βλέπομεν γην και σποδόν; τι ουν κοπιώμεν εις μάτην; τι δε ουκ αρνούμεθα τον κόσμον, και ακολουθούμεν τω κράζοντι∙ ο θέλων πορευθήναι οπίσω μου, αναλαβέτω τον σταυρόν μου, και ζωήν κληρονομήσει αιώνιον» (Μέγα Ευχολόγιον, Ακολουθία μεγάλου σχήματος, ευχαί και Αντίφωνον Γ );

Παρ  ὅλας όμως τας μεμονωμένας αυτάς τάσεις εκκοσμικεύσεως και τας σχετικάς πτώσεις ωρισμένων μοναχών, και ατυχώς και εκ των ταχθέντων εις το είναι αυτούς «οδηγούς» των πολλών, το Άγιον Όρος, κατά τον διαρρεύσαντα αιώνα, εξεπλήρωσε την αποστολήν του και  ανέδειξεν αληθώς αγίους μοναστάς, ως οι συμβαλόντες εις την κατάρτισιν του προ εκατονταετίας Ψηφίσματος. Μνημονεύομεν όμως και συγχρόνων πνευματικών μορφών του Όρους τούτου, οίτινες προβάλλουν και καταξιώνουν εις τας ημέρας μας τον ορθόδοξον μοναχισμόν, επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι μορφαί, προσενέγκασαι και προσφέρουσαι δια του βίου, της πολιτείας, του παραδείγματος και της γραφής των οικοδομήν και διακονίαν ζωής και μαρτυρίας. Ως αληθώς «τους εν Άθω πατέρας και  αγγέλους εν σώματι, ομολογητάς και οσίους, ιεράρχας και μάρτυρας... τιμήσωμεν η του Όρους πληθύς, μιμούμενοι αυτών τας αρετάς».
 Το Όρος εβοήθησε δια των προσευχών και δεήσεών του τον λαόν του Θεού εις τον πνευματικόν αγώνα του και εξήλθε σώον, ει και τετραυματισμένον και μεμωλωπισμένον, από διαφόρους κρίσεις,  κοσμικάς και πνευματικάς, μερικαί των οποίων εξακολουθούν να είναι εν ενεργεία, ενώ άλλαι ελησμονήθησαν.

Πέραν των ανωτέρω καιρίων και λυπηρών -υφίστανται ασφαλώς και άλλα αθορύβως και επιτυχώς καθημερινώς αντιμετωπιζόμενα υπό της Ιεράς Κοινότητος και των κυριάρχων Ιερών Μονών-, ζητήματα, όμως και άλλα μερικά των οποίων δεν εύρον εισέτι την λύσιν των. 
Θέμα σοβαρόν, το οποίον κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν και πλέον, απασχολεί τον Ιερόν τούτον Τόπον και το οποίον δεν φαίνεται να ευρίσκη την πρέπουσαν λύσιν, είναι το θέμα του ελέγχου των εγκαταβιώσεων εις αυτόν, κυρίως των αλλοδαπών ομοδόξων και των αλλοεθνών την καταγωγήν. Η μη σύμπτωσις περί της δοτέας λύσεως οφείλεται εν μέρει εις την διαφορετικήν σκοπιάν από της οποίας θεωρείται το ζήτημα και, εν μέρει, εις τας διαφορετικάς αρχάς, αι οποίαι πρυτανεύουν κατά την προσπάθειαν επιλύσεως αυτού.
Ημείς φρονούμεν, ότι το Άγιον Όρος πρέπει να διαφυλάξη την ασφάλειαν και την ελευθερίαν του, ως και τον αμιγώς Ορθόδοξον Χριστιανικόν χαρακτήρα του ως τόπου ασκήσεως και προσευχής, και ουδέν έτερον. Δεν πρέπει επίσης να γίνη το Όρος το Άγιον τόπος συγκεντρώσεως προσώπων εμφορουμένων υπό εθνοφυλετικών αντιλήψεων, τα οποία θα επεθύμουν να καταστήσουν τον Ιερόν τούτον Τόπον κέντρον εθνοφυλετικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Πρέπει να παραμείνη τόπος ησυχαστικός, όπου λατρεύεται ο Θεός υπό πάντων των μοναχών και των προσκυνητών χωρίς τοπικιστικάς προτιμήσεις και συσπειρώσεις.   
Κατά τον Καταστατικόν Χάρτην του Αγίου Όρους και την ερμηνείαν αυτού υπό του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της Ελλάδος, του γνωστού εις όλους Συμβουλίου της Επικρατείας, δια να γίνη τις δεκτός εις το Άγιον Όρος προς εγκαταβίωσιν δέον να δοθή έγκρισις υπό του Επισκόπου αυτού, ήτοι του Οικουμενικού Πατριάρχου, λαμβάνοντος ασφαλώς υπ  ὄψιν τας σχετικάς πληροφορίας των αρμοδίων αρχών του Ελληνικού Κράτους, δεδομένου ότι πας κειρόμενος εν Αγίω Όρει μοναχός αποκτά αυτοδικαίως την ελληνικήν υπηκοότητα και δι  αὐτῆς την ιδιότητα του ευρωπαίου πολίτου. Παρά ταύτα, δια νεωτέρας εξελίξεως (1998), η Ελληνική Πολιτεία απεποιήθη το δικαίωμά της να ελέγχη αυτή το ποιόν των προσερχομένων προς εγκαταβίωσιν εις το Άγιον Όρος και ανέθεσε την αρμοδιότητα ταύτην εις τους μοναχούς, οι οποίοι, ως εκ τούτου, πρέπει με αίσθημα μεγάλης ευθύνης να εξετάζουν την ειλικρίνειαν και την καταλληλότητα των επιζητούντων κουράν. Πιθανώς δε, είναι υποχρεωτικός ο κρατικός έλεγχος εκείνων οι οποίοι εκ της αλλοδαπής θέλουν να καρούν μοναχοί εις το Άγιον Όρος, διότι δι  αὐτοῦ καθίστανται πολίται της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, και ως εκ τούτου αυτή έχει το δικαίωμα να ερευνήση αν πληρούν τας αναγκαίας προϋποθέσεις.
Περί των θεμάτων τούτων διεξήχθησαν πολλαί συζητήσεις και υφίστανται ογκώδεις φάκελλοι παρ  ὑμῖν και παρ  ἡμῖν. Το Ιερόν Ψήφισμα της Ιεράς Κοινότητος του 1913 προεκάλεσεν εις την ημετέραν Μετριότητα την αναφοράν εις το πρόβλημα τούτο∙ το περιεχόμενον του Ψηφίσματος και τα εκπεμπόμενα δι  αὐτοῦ διαχρονικά μηνύματα, προελθόντα εξ εμπειρίας και σοφίας αιώνων των αγιορειτών πατέρων, δέον να παραδειγματίσουν πάντας υμάς, τους εντός του περιβόλου τούτου οικούντας, αλλά και την έχουσαν καθ  ἡμᾶς λόγον έντιμον Ελληνικήν Πολιτείαν. Ημείς από της Μητρός Εκκλησίας προετρεψάμεθα, ενουθετήσαμεν, ηξιώσαμεν, απηυθύνθημεν προς πάντας εγγράφως και προφορικώς, εκρούσαμεν τον κώδωνα του κινδύνου δι  αὐτὴν ταύτην την ταυτότητα και την ασφάλειαν του Όρους, προσδοκώμεν δε και ελπίζομεν ότι θα ίδωμεν όχι μόνον την παρελθούσαν σήμερον, αλλά κυρίως την ερχομένην αύριον, ως προείδε και απεφάσισε καθοριστικώς προ αιώνος ακριβώς σύσσωμον και ομόφωνον το Όρος τούτο της δόξης Κυρίου. Τα πράγματα του κόσμου τούτου παρέρχονται, όμως η «αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα». Η παράδοσις και η αλήθεια και η ταυτότης του Αγίου Όρους δέον να μείνη η αυτή, ως διεσώθη αλώβητος εις καιρούς δυσκολωτέρους, μέχρι της συντελείας του αιώνος. Μη οδηγούμεν ημείς δια της βιοτής και των ενεργειών μας εις «εγκατάλειψιν» την Κυρίαν Θεοτόκον, ως επηγγείλατο κατά την παράδοσιν. Άπαγε της βλασφημίας!

Εσχάτως απησχόλησαν το Άγιον Όρος και δύο άλλα ζητήματα:
Το πρώτον είναι η φημολογηθείσα πρόθεσις της Ελληνικής Κυβερνήσεως να καταργήση το προ τριακονταετίας και πλέον ιδρυθέν υπό του μακαριστού Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή Κέντρον Διαφυλάξεως Αγιορετικής Κληρονομίας (το γνωστόν ΚΕΔΑΚ), αλλά περί αυτού εδόθησαν υποσχέσεις, τη αμέσω αντιδράσει και ταις συντόνοις ενεργείαις της Αγιορειτικής Κοινότητος, ότι δεν θα καταργηθή, όπερ λίαν ευοίωνον και ευχάριστον, διότι γνωρίζομεν το επιτελεσθέν υπ  αὐτοῦ χρήσιμον και πολυμερές έργον εν τη ανακαινίσει και συντηρήσει ιερών σκηνωμάτων του Άθωνος. Επαινούμεν την ευαισθησίαν της Ιεράς Κοινότητος και ευχαριστούμεν τη Ελληνική Κυβερνήσει διότι έλαβεν υπ  ὄψιν ότι η κατάργησις θεσμών επωφελών και κατηξιωμένων, ως του ΚΕΔΑΚ, δημιουργεί μείζονα ζημίαν του προσδοκωμένου τυχόν οφέλους.
Το δεύτερον είναι η διατήρησις της ευνοϊκής φορολογικής μεταχειρίσεως των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους. Μέχρι τούδε δεν είναι γνωστόν εάν ελήφθη νομοθετική πρόνοια δια την βελτίωσιν του φορολογικού καθεστώτος του Ιερού τούτου Τόπου. Απλώς  πληροφορούμεθα εξωδίκως εν τη Μητρί Εκκλησία τας εντόνους και αγωνιώδεις εν προκειμένω προσπαθείας της ορισθείσης Αγιορειτικής Επιτροπής και ότι εδόθησαν υποσχέσεις ότι θα αντιμετωπισθή το πρόβλημα ευνοϊκώς δια το Άγιον Όρος. Σημειωτέον, εν τω σημείω τούτω, ότι ο Ιερός Άθως, πέραν της ανυπολογίστου και ανεκτιμήτου πνευματικής προσφοράς και διακονίας και μαρτυρίας αυτού, εδώρησεν εις το Ελληνικόν Κράτος, ως έπραξε και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, το πλείστον της κτηματικής αυτού περιουσίας προς αποκατάστασιν των εκ Μικράς Ασίας προσφύγων και ότι παρέχει δωρεάν φιλοξενίαν εις τους πολυαρίθμους επισκέπτας αυτού. Καταργηθείσης δε της προεγκρίσεως της εισόδου των αλλοδαπών εις αυτό, ούτοι εισέρχονται και φιλοξενούνται εις μεγάλους αριθμούς εν αυτώ. Κρίνομεν δικαίαν και επιβλεβλημένην την αντιμετώπισιν μετά της δεούσης ευαισθησίας του ζωτικού δια το Όρος και δια την επιβίωσιν και απρόσκοπτον συνέχισιν της μαρτυρίας αυτού ζητήματος τούτου.

Οσιώτατοι Πατέρες,
Η ημετέρα Μετριότης παρακολοθεί μετά μείζονος ενδιαφέροντος και αγρύπνου μερίμνης τα ζωτικά θέματα, μεταξύ των οποίων το φορολογικόν, τα οποία απασχολούν τον Ιερόν Τόπον και χρήζουν αμέσου επιλύσεως δια την ανεμπόδιστον συνέχισιν της επιβιώσεως και της πνευματικής πορείας αυτού. Επί των θεμάτων τούτων είναι δεδομένη η στήριξις της Μητρός Εκκλησίας, οφειλετικώς μεριμνώσης δια την διαφύλαξιν και προστασίαν του προνομιακού καθεστώτος του Αγίου Όρους, συνταγματικώς εγγυημένου και κατοχυρωθέντος αμέσως μετά την εορταζομένην επέτειον. Ασφαλώς, είναι γνωστόν τοις πάσι το αρχαίον τούτο προνομιακόν καθεστώς του Ιερού Τόπου και τα εξ αυτού απορρέοντα προνόμια αυτού, δοθέντα υπό των ευσεβών Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και σεπτών Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, προϋπήρχον δε του Ελληνικού Κράτους, το οποίον δέον, ανεξαρτήτως περιστάσεων, να διασφαλίζη και να ενισχύη ταύτα, κατά το δυνατόν.
Εις πάντα τα απασχολούντα υμάς και τον Ιερόν Τόπον θέματα, τα οποία αφορούν εις την διατήρησιν και ενίσχυσιν του πνευματικού, ησυχαστικού, αρχιτεκτονικού και περιβαλλοντικού πλούτου του Αγίου Όρους, ευρισκόμεθα παρά το πλευρόν υμών και έχομεν δια προνοίας τας ανάγκας, τας δυσκολίας και τα υφιστάμενα προβλήματα, τα οποία θα ηδύναντο ίσως να επιλυθούν και κατοχυρωθούν, ως και τα φορολογικά προνόμια, δια της διαδικασίας της συνταγματικής επιταγής. Ειλικρινώς πάντως διαβεβαιούμεθα υμάς ότι επιθυμούμεν να βοηθήσωμεν εις την πρόοδον του Αγίου Όρους. Δεν θέλομεν να επιβάλωμέν τι το νεωτερικόν εις την ζωήν αυτού. Αντιθέτως, ολοκαρδίως θέλομεν να παραμείνη τούτο πιστόν εις την γραμμήν των Πατέρων. Προσευχόμενον, λατρεύον τω Θεώ και αγιάζον τους εν αυτώ ασκουμένους και το πλήρωμα της Εκκλησίας και τον κόσμον όλον. Προς τούτο, πρέπει να επικρατή ειρήνη, ομοφωνία, αλληλοκατανόησις και ενότης πνεύματος. Οφείλομεν να αισθανώμεθα ηνωμένοι μεταξύ μας και μετά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά τον λόγον Αυτού  «ίνα ώσιν εν» οι εις Αυτόν πιστεύοντες, ίνα ο κόσμος πιστεύση εις την παρά του Θεού αποστολήν Αυτού. Δεν είναι δυνατόν να απολαύσωμεν χαράν και ειρήνην όταν διχογνωμώμεν και αντιπαρατασσώμεθα προς αλλήλους.
Η έκφρασις διαφορετικής γνώμης επί τινος θέματος είναι ενίοτε αναπόφευκτος, εις ουδεμίαν όμως περίπτωσιν πρέπει η διαφωνία μας να μας διαιρή εις αντίπαλα στρατόπεδα. Δια της ταπεινώσεως, δια της αλληλοκατανοήσεως, δια της αγάπης, δια της ειλικρινούς αναζητήσεως του ευαρέστου εις τον Θεόν και τελείου θελήματος Αυτού θα φθάνωμεν εις ομόφωνον απόφασιν περί εκάστου θέματος και θα έχωμεν ευλογίαν και χάριν και προστασίαν. «Τούτο μάλιστά εστι χάρις, το μη διαιρήσθαι, αλλ  ἐφ  ἑνὶ κείσθαι θεμελίω», κατά τον Θείον Χρυσόστομον (Εις Α Κοριν. Η , P.G. 61,72).

Αδελφοί και φίλοι πατέρες,
Κατακλείομεν με τους λόγους του Χρυσορρήμονος Πατρός: «αεί ημίν», εις το Όρος τούτο το Άγιόν, «εστιν εορτή.... Αεί Πάσχα δυνάμεθα επιτελείν... ου καιρός ποιεί εορτήν, αλλά συνειδός καθαρόν... ο δε συνειδός έχων αγαθόν και πράξεις τοιαύτας, αεί εορτάζειν δύναται» (Εις την αγίαν Πεντηκοστήν Α , P.G. 50,454-455).
Σήμερον πανηγυρίζομεν ιστορικήν ημέραν, ημέραν αναστάσεως Κυρίου. Ελάβομεν «φως εκ Φωτός».  Είδομεν Φως, τον ως Θεόν εκ τάφου Αναστάντα και ημάς αναστήσαντα Χριστόν, «την ολόφωτον Χάριν», ου βλεφάροις, αλλά καρδίας πόθω πεπιστευκότες, διο και εβιώσαμεν προ εκατονταετίας και βιούμεν «επ  ἐσχάτων των χρόνων» το Θαύμα. 
Και εν ενί στόματι και μια καρδία, οι Αγιορείται, οι αεί ζώντες, βιολογικώς και οι απ  αἰῶνος εν Κυρίω αναπαυόμενοι, προσερχόμεθα  εις τα οστεοφυλάκια των Ιερών Μονών και κελλίων, ως ποτε ο αγαθός  εκείνος αγιορείτης μοναχός την ημέραν του Πάσχα προς τα «γυμνά οστά» της Μονής του, και προσφθεγγόμεθα τοις πάσι «Χριστός Ανέστη», και ακούομεν ως εύγλωττον και άρρητον τον αντίλαλόν των και πάσης της Αγιορειτικής κτίσεως «αληθώς Ανέστη». Και όντως αληθώς ανέστη  και  έχομεν «δείπνον ξένον έτοιμον εν γη».
Ευχαριστούμεν δε επί πάσι τη Κυρία του Περιβολίου τούτου και εις αυτήν εν εκτενεί δεήσει το παραδίδομεν «καθώς αυτό ην και εστι και έσται εις τον αιώνα», μέλποντες και σήμερον το επίκαιρον  μεγαλυνάριον της εορτής του Αντίπασχα: «Σε την φαεινήν λαμπάδα και Μητέρα του Φωτός την αρίζηλον δόξαν και ανωτέραν πάντων των ποιημάτων εν ύμνοις μεγαλύνομεν» και δοξάζομεν και προσκυνούμεν ως «άξιόν εστιν ως αληθώς». Αμήν.
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

Δεν υπάρχουν σχόλια: