ΠΡΟΣΦΩΝΗΣIΣ ΠΑΝ/ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
ΠΕΤΡΟΥ της Ι. Μ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗΝ ΔΙΠΛΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΑΞΙΝ
τῆς Τετάρτης 3ης Ὀκτωβρίου 2013
Παναγιώτατε και θεοφρούρητε Δέσποτα,
Σύμπας ο Αγιορειτικός κόσμος κατά το παρόν Σωτήριον Έτος 2013 εορτάζει την Εκατοστήν Επέτειον από της υπογραφής του Ιερού Ψηφίσματος, της ενώσεως του Αγίου Όρους μετά της Ελλάδος, και ευλογεί το ευλογητόν όνομα του Πανοικτίρμονος Θεού δια την ευδοκίαν Αυτού. Συνεκάλεσε δε καθηκόντως την Υμετέραν Παναγιότητα, εις το κλίμα της Εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας ης και ανήκει κανονικώς ο Ιερός ημών Τόπος, εις την χαράν αυτού· την χαράν της ως άνω Επετείου ήτις αποτελεί σημαντικώτατον σταθμόν εις την ιστορίαν του Αγιωνύμου Όρους. Το προ ολίγου αναγνωσθέν Ιερόν Ψήφισμα Παναγιώτατε Δέσποτα, υπήρξε απόρροια της αγωνίας και του μηνύματος των προ ημών Πατέρων, όπως συνεχισθή αναλλοίωτος η ισχύς «του αυτοδιοικήτου μοναστηριακού πολιτεύματος του Αγίου Όρους υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου», παραλλήλως προς την αναγνώρισιν εις το τότε Ελληνικόν Βασίλειον και μόνον, του δικαιώματος της πολιτικής προστασίας του Αγίου Όρους. Προσέτι απέκρουε εντόνως την τάσιν της πολιτικής εκμεταλλεύσεως του Όρους ως ολεθρίαν δια το μέλλον του Αγιορειτικού Μοναχισμού.
Η βαθυτάτη συγκίνησις και η χαρά και αγαλλίασις των Αγιορειτών Πατέρων «επί τω ιστορικώ και ευφροσύνω γεγονότι της απελευθερώσεως του Ιερού ημών Τόπου εκ των δεσμών της δουλείας» εν έτει 1912, εξεφράσθη συν τοις άλλοις και δι’ ολοσφραγίστου υπό των Είκοσι Ιερών Μονών γράμματος προς την Αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα της Ελλάδος Γεώργιον τον Α , εις το οποίον εξεφράζετο η συγκίνησις και ανέκφραστος χαρά, μετά συναισθήματος βαθυτάτης ευγνωμοσύνης, συγκλονίζουσα τας καρδίας των ταπεινών Μοναχών του Ιερού ημών Τόπου επί τη ευτυχεί και γενναία νίκη του κραταιού ελληνικού Στόλου και Στρατού δια μυριονέκρων μαχών, «του οποίου ... εστήθη επί των δειράδων της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νήσων του Αρχιπελάγους από περάτων έως περάτων βωμός ελευθερίας, και ανεπετάσθη η εθνική σημαία αποδοθέντος του στενάζοντος Ελληνισμού εις την Μητέρα Ελλάδα, υπό την θαλπωρήν της μητρικής αγκάλης της οποίας αναπνέομεν ήδη την ζείδωρον αύραν της ελευθερίας».
Την ιεράν συγκίνησιν δια την εκπλήρωσιν των προαιωνίων πόθων πολλών γενεών Αγιορειτών Πατέρων, μετέφερον μέχρι τας ημέρας μας παλαιοί Γέροντες. Παλαιός αγιορείτης, υπερεκατοντούτης, ανέφερεν μετά συγκινήσεως ότι η ευτυχεστέρα ημέρα της ζωής του ήτο ότε είδε την ελληνικήν σημαίαν κυματίζουσαν εις τον Ι. Ναόν του Πρωτάτου και ήκουσε τας χαρμοσύνους καμπάνας αυτού επί τη απελευθερώσει του Ι. ημών Τόπου.
Ωστόσον, τον αρχικόν ενθουσιασμόν των Αγιορειτών Πατέρων δια την εκπλήρωσιν των προαιωνίων πόθων των, διεδέχθη αγών τιτάνιος και πολυμέτωπος δια την διαφύλαξιν του ιδιοτύπου αγιορειτικού καθεστώτος, τόσον έναντι της πολιτικής εκμεταλλεύσεως του Όρους υπό αντικρουομένων συμφερόντων και αλλοτρίων σκοπιμοτήτων των τότε Μεγάλων Δυνάμεων όσον και έναντι της γενικευθείσης λόγω των πολέμων ασυδοσίας επιχωρίων τινών αλλά και της αγνοίας των υπηρεσιών και των δημοσίων λειτουργών του τότε Ελληνικού Κράτους.
Υπ᾽ αυτάς τας συνθήκας, το Άγιον Όρος, μετά την κατάπαυσιν του πολέμου, εισέρχεται εις την νεωτέραν φάσιν της ιστορίας του. Ενόψει της προετοιμασίας της Συνθήκης Ειρήνης, η προς τούτο συγκληθείσα Πρεσβευτική Διάσκεψις του Λονδίνου ανεκήρυξε την 18ην Ιανουαρίου 1913 το Άγιον Όρος Άθω ως Δημοκρατίαν ανεξάρτητον, ουδετέραν και αυτόνομον υπό την προστασίαν πασών των ορθοδόξων Βαλκανικών Βασιλείων, ενώ τον Μάρτιον του 1913 εμφανίζεται και η Ρωσσία διεκδικούσα το αναλογούν αυτή μερίδιον προστασίας (εντός εισαγωγικών) του Αγίου Όρους, πληροφορίαι δε εξ Αθηνών ανέφερον ότι η Ρωσσική πρότασις εγένετο ευμενώς δεκτή εις την Ελλάδα».
Η αντίδρασις των Αγιορειτών υπήρξεν άμεσος και έντονος, καθόσον δια του προωθουμένου τούτου σχεδίου εκινδύνευε να καταλυθή το απ᾽ αιώνων αυτοδιοίκητον καθεστώς του Αγίου Όρους. Η διαμαρτυρία εξεφράσθη δια τηλεγραφημάτων κατ’ αρχήν και είτα δι’ Υπομνήματος προς τους Υπουργούς των Εξωτερικών και τους εν Λονδίνω Πρεσβευτάς των Μεγάλων Δυνάμεων. «Μετά θλίψεως», αναφέρεται εις το αγιορειτικόν Υπόμνημα, «επληροφορήθημεν ότι μελετάται παρά των Μεγάλων Δυνάμεων και της εν Λονδίνω Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως πρότασις όπως η χερσόνησος του Αγίου Όρους Άθω, μετά των εν Μακεδονία, Θράκη, Ελλησπόντω, Προποντίδι και ταις νήσοις του Αιγαίου απεράντων κτημάτων των Αγιορειτικών Μονών, τεθή πολιτικώς υπό την προστασίαν των Ορθοδόξων Κρατών, άτινα θα διορίζωσιν επί τούτω ανά ένα αντιπρόσωπον αυτών και υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου. Εθλίβημεν δ᾽ έτι περισσότερον, αυθεντικώς πληροφορηθέντες, ότι συντάσσεται ήδη παρά των Ορθοδόξων Κρατών ο νέος Οργανικός χάρτης της εξωτερικής και εσωτερικής διοικήσεως της ιεράς ημών χερσονήσου!... Η τοιαύτη πανορθόδοξος διεθνοποίησις μέλλει αναποδράστως να καταστήση την χερσόνησον του Άθω και τας πολυαρίθμους κτήσεις των Ι. Μονών εν τω Αιγαίω, στάδιον λαϊκών παθών και θέατρον πολιτικών βλέψεων και ανταγωνισμών, εις ους κατ᾽ ανάγκην θα μετάσχωσι και άλλαι Μεγάλαι Δυνάμεις, αι αριθμούσαι εν Αγίω Όρει ικανούς ορθοδόξους υπηκόους και αυτή η Χώρα, εις ην ίσταται ο Οικουμενικός Πατριάρχης και βιούσι πολυάριθμοι αρχιερείς και εκατομμύρια ορθοδόξων Οθωμανών υπηκόων!». Εν τέλει δε του Υπομνήματος διεκηρύσσετο η βούλησις των αγιορειτών «να διατηρηθή απαραμείωτον το επί Ιερών Κανόνων, νόμων και θεσμών δημιουργηθέν αρχαίον καθεστώς και αποκρουσθή η ασύγγνωστος λαϊκή επέμβασις, αναγνωριζομένης υπό των Μεγάλων Δυνάμεων της ενώσεως ημών μετά της Ελλάδος, ήτις και στρατιωτικώς ήδη ανεκτήσατο την ημετέραν χερσόνησον και ήτις, ως ουδαμώς αμφιβάλλομεν, σεβασθήσεται τελείως την αρχαίαν αυτοδιοίκησιν και εκκλησιαστικήν ανεξαρτησίαν ημών».
Ο αγών των Αγιορειτών δεν σταμάτησε. Την 11ην Αυγούστου η Πρεσβευτική Συνεδιάσκεψις των Αντιπροσώπων των 6 Μεγάλων Δυνάμεων καθώρισε την διεθνή θέσιν του Αγίου Όρους ως «αυτόνομον, ουδετέραν και ανεξάρτητον Πολιτείαν», άφησε ωστόσο εκκρεμή τα ζητήματα της επικυριαρχίας και της συντάξεως Οργανικού Χάρτου. Ούτω, την 8ην Σεπτεμβρίου (ν.ημ.) του αυτού έτους 1913 η Ιερά Κοινότης απέστειλε δεύτερον Υπόμνημα προς τον Σερ Έδουαρδ Γκρέϋ, Πρόεδρον της εν Λονδίνω Συνδιασκέψεως των Πρεσβευτών, όπερ υπήρξεν ο πρόδρομος του Αγιορειτικού Ψηφίσματος της 3ης Οκτωβρίου 1913 και εκφράζει δια μίαν εισέτι φοράν την αντίθεσιν αυτής «εις την εκλαΐκευσιν του Ιερού ημών Τόπου και την κατάργησιν του παναρχαίου καθεστώτος του επί χίλια έτη διέποντος τούτον».
Εκεί περιγράφεται το διοικητικόν σύστημα των Μοναστηριακών Αρχών, ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η θέσις των πολιτικών αρχών της έως του 1912 κατακτητρίας χώρας ήτις «ουδέν δικαίωμα επεμβάσεως είχεν εν Αγίω Όρει, ου μάλιστα εσεβάσθη το αρχαίον της αυτοδιοικήσεως καθεστώς». Εν συνεχεία γίνεται αναφορά εις το ότι ενταύθα γίνονται δεκτοί «οι πάσης φυλής, ορθόδοξοι, ερχόμενοι ενταύθα» και τέλος ότι «οι Μοναχοί του Αγίου Όρους εξ οιασδήποτε χώρας και αν προέρχονται θα διατηρηθώσιν εν ταις εαυτών κτήσεσι και τοις πρόσθεν προνομίοις και θα απολαύωσιν άνευ εξαιρέσεως πλήρους ισότητος δικαίων και προνομίων».
Εις την προσπάθειαν των Αγιορειτών, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εστάθη μέγας αρωγός και προστάτης, η δε παρέμβασις αυτού προς την πρεσβευτικήν Διάσκεψιν υπήρξε καθοριστική. Ούτω τον Ιούνιον του 1913 απεστάλη εκ Φαναρίου εν βαρυσήμαντον Υπόμνημα προς την πρεσβευτικήν Διάσκεψιν, εις το οποίον αποτυπώνεται εναργώς το προνομιακόν καθεστώς του Αγίου Όρους, το είδος των πολιτειακών σχέσεων μεταξύ Αγίου Όρους, Οικουμενικού Πατριαρχείου και της γείτονος χώρας, προτείνεται δε όπως η Ελλάς, παράσχη τας αυτάς ως και η γείτων χώρα εγγυήσεις.
«Το καθεστώς τούτο», αναφέρεται εις το Υπόμνημα του Πατριαρχείου, «ορισθέν πρώτον υπό Ιωάννου του Τσιμισκή τω 969, ανεπτύσσετο, ολοέν επεκτεινομένης της εξουσίας της μοναστηριακής συμπολιτείας, ούτως ώστε περιττή να καθίσταται πάσα κοσμική εξουσία επί του Αγίου Όρους· και τούτο, διότι η πολιτική και κοσμική εξουσία της μοναστηριακής συμπολιτείας εθεωρήθη ανέκαθεν ως εγγύησις και εξασφάλισις της θρησκευτικής και πνευματικής ελευθερίας των μοναχών· διατελούντες δε ούτω απηλλαγμένοι πάσης έξωθεν ενοχλήσεως των κοσμικών αρχόντων και πάσης αυτών επηρείας να δύνανται μόνοι μόνω τω Θεώ να προσομιλώσι και να απολαύωσι της αγγελικής γαλήνης. ... Τοιούτον ον το καθεστώς εσεβάσθησαν επί μακρούς αιώνας οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, εσεβάσθησαν δε και αυτοί οι Τούρκοι, οι οποίοι μόλις τω 1869 εθέσπισαν τον θεσμόν του πολιτικού διοικητού εν Αγίω Όρει· πάντοτε δε η Ι. Σύναξις είχε το δικαίωμα ως εσωτερική αυτόνομος αρχή να αναφέρηται εις το υπουργείον των εξωτερικών, ον τρόπον έπραττε τότε και το Οικ. Πατριαρχείον.
Το καθεστώς τούτο ελλείψει ακριβεστέρου όρου προσέλαβε το όνομα τής αυτονομίας, ήτις ενταύθα έχει έννοιαν διάφορον της κοινώς εις την λέξιν ταύτην αποδιδομένης εννοίας· και ενώ αλλαχού η αυτονομία συνεπάγεται και την προσωπικήν ελευθερίαν των επί μέρους ατόμων, εν Αγίω Όρει, όπου η αυτονομία, ως ελέχθη, εδόθη προς τελειοτέραν εφαρμογήν του ιδεώδους του μοναχικού βίου, απαιτεί την άρνησιν πάσης προσωπικής ελευθερίας· και τούτο, διότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ων πρώτη ευχή είνε η της ευπειθείας και υποταγής, καθήκον έχουσι να παραιτώνται πάσης ελευθερίας.»
Εν τέλει δε του Υπομνήματος επισημαίνονται οι κίνδυνοι της προτάσεως περί υποκαταστάσεως της επί του Αγίου Όρους τουρκικής κυριαρχίας δια κυριαρχίας διεθνούς:
«Εκ τοιαύτης συγκυριαρχίας πλην άλλων θα προκύψη και τούτο το κακόν, ότι αι Μοναί θα υφίστανται τον αντίκτυπον των διαφωνιών και των αντιθέτων βλέψεων των συνδιαφερομένων κυβερνήσεων· το δε Άγιον Όρος θα αποβή εστία ερίδων και διενέξεων φυλετικών και οι μοναχοί επηρεαζόμενοι έξωθεν θα αφήσωσι την εμπρέπουσαν τω μοναχικώ βίω γαλήνην και θεωρίαν του θείου και θα παραδοθώσιν εις εσωτερικούς σπαραγμούς. ... Το Άγιον Όρος διήνυσε βίον χιλιετή ακριβώς, διότι έμεινεν αμετάβλητον και ίνα διατηρηθή και εν τω μέλλοντι πρέπει να παραμείνη άθικτον. Μόνον αφού εν τη κυριαρχία του Αγίου Όρους η Ελλάς αντεκατέστησε την Τουρκίαν πρέπει να ζητήσωμεν παρ᾽ αυτής να παράσχη τας αυτάς ως και η Τουρκία εγγυήσεις. Το δε Πατριαρχείον θα φροντίζη, όπως μηδέ η ελαχίστη μεταβολή επέλθη εις το πανάρχαιον τούτο καθεστώς».
Το μοναδικόν και ιστορικόν όθεν γεγονός της υπογραφής υπό των Καθηγουμένων και αντιπροσώπων των είκοσι Κυριάρχων Βασιλικών, Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους, ενώπιον της Θαυματουργού και Χαριτοβρύτου Εικόνος της Θεοτόκου «Άξιόν Εστιν» του ψηφίσματος της ενώσεως αυτού μετά της ελευθέρας Ελλάδος συνεορτάζοντες μετά της Υμετέρας προσκυνητής και θεοφρουρήτου Παναγιότητος του Πανσεβάστου Αυθέντου και Δεσπότου ημών εκφράζομεν εν τω Προσώπω Υμών συν τοις άλλοις και την θερμήν ευχαριστίαν προς την ποτνίαν Μητέρα ημών Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως κατά την συνήθη έκφρασιν του μακαριστού προκατόχου ημών Γέροντος Γαβριήλ του Διονυσιάτου, δια την στοργικήν μέριμναν, πρόνοιαν και προστασίαν προς το Αγιώνυμον Όρος εν ταις ημέραις εκείναις, εν αις διήνυε τους τιτανίους εκείνους αγώνας αλλά και νυν ότε οσημέραι οι ανάλογοι αγώνες και αι προσπάθειαι εγγίζουσιν εις μέγεθος και έντασιν και αναλογίαν εκείνους. Ευχαριστούμεν όμως Παναγιώτατε, διότι εν τω ιλαρώ και πατρικώ Υμών βλέμματι, ατενίζομεν τον πλέον μετά Θεόν δυνατώτατον Προστάτην και θεματοφύλακα των ως άνω ιερών προνομίων του Αγίου Όρους, το οποίον ως και ημάς τους ταπεινούς οικήτορας αυτού, περιβάλλετε πάντοτε μετά πολλής πατρικής στοργής και ο επεσκέφθητε πλειστάκις όσον ουδείς των από αιώνων προκατόχων Υμών.
Σήμερον Παναγιώτατε, ουσιαστικώς συνήχθημεν, προεξάρχοντος Υμών, ίνα αποτείσωμεν φόρον τιμής προς τους Πνευματικούς ημών γεννήτορας, και ποιούμεν μνημόσυνον υπέρ της αναπαύσεως των μακαρίων αυτών ψυχών, ανθ’ ων ηγωνίσθησαν και περιεθρίγκωσαν τα έκπαλαι προνόμια και τα τίμια συμφέροντα του Ιερού ημών Τόπου. Ων «αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής και την πίστιν», την ευθυκρισίαν, την διορατικότητα, το ακραιφνές μοναχικόν φρόνημα, το γνήσιον και υγιές και μακράν εθνοφυλετισμών Πατριωτισμόν των και προ πάντων την μεταξύ αυτών φιλαδελφίαν, ομοψυχίαν και συλλογικότητα, εύχεσθε όπως γενόμεθα μιμηταί αυτών και άξιοι συνεχισταί της εκείνων μαρτυρίας. Εύχεσθε Παναγιώτατε επίσης, όπως και σήμερον το Άγιον Όρος «εξέλθη νικών και ίνα νικήση» εις τους κατά τους δυσχειμέρους τωρινούς καιρούς αγώνας αυτού, εις ους θεωρεί Υμάς τον πρώτον σύμμαχον και προασπιστήν μετά Θεόν και την Κυρίαν Θεοτόκον, ης ταις πρεσβείαις και ευχαίς Υμών αξιωθείημεν της Βασιλείας των Ουρανών εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και η τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου