Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Ἡ αἰωνιότης τῆς Κολάσεως - π. Γρηγόριος Μουσουρούλης


Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω
Λόγος εἰς τό Εὐαγγέλιον
Ἡ αἰωνιότης τῆς Κολάσεως
«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον» (Ματθ. κε΄41)

«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον»
Ἄφωνος στέκεται κανείς μπροστά στίς ἀδηφά­γες φλόγες μιᾶς μεγάλης πυρκαϊᾶς. Ἡ θέα τους, ἡ τρομακτική τους δύναμη, ἡ ὑπόκωφη βοή τους προξε­νοῦν φόβο καί τρόμο.
          Ἄφωνοι στεκόμαστε καί ὅλοι μας κατά τή σημερινή Κυριακή τῆς Κρίσεως, ἀκούοντας τό συγκλονιστικό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί θεωρώντας νοερά τῆς φλόγες τῆς Κόλασης, «τό πῦρ τό αἰώνιον», ὅπως τό χαρακτηρίζει ὁ Κύριος.
          «Αἰώνιον»! Πόσο φοβερή εἶναι ἡ λέξη! Ἀλλά καί πόσα ἐρωτηματικά ἔχει προκαλέσει διά μέσου τῶν χρι­στιανικῶν αἰώνων, καί ἐξακολουθεῖ νά προκαλεῖ! Πολ­λοί ἄνθρωποι ἀναρωτιοῦνται: Εἶναι δυνατόν ὁ Θε­ός τῆς ἀγάπης νά τιμωρεῖ αἰώνια τούς ἁμαρτωλούς; Δέν θά τούς εὐσπλαγχνισθεῖ κάποτε, ὥστε νά τούς συγχωρήσει καί νά τούς βάλει στόν Παράδεισο; Ἀλλά καί πάλιν εἶναι δίκαιο γιά ἁμαρτήματα ὀλίγων χρόνων ζωῆς νά τιμωρεῖται κανείς αἰώνια;

          Αὐτά ἀκριβῶς τά φοβερά ἐρωτήματα θά μᾶς ἀπασχολήσουν στή συνέχεια. Θά δοῦμε: Θά εἶναι πράγματι ἡ Κόλαση αἰώνια; Εἶναι δίκαιο κάτι τέτοιο; Καί πῶς συμβιβάζεται αὐτό μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ;
****
«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον»
          Εἶναι ἰδιαίτερα θλιβερό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τό ὅτι ὁ διάβολος καταφέρνει νά παραπλανᾶ πολλούς ἀνθρώπους ὑποβάλλον­τάς τους τήν ἰδέα ὅτι δῆθεν ἡ Κόλαση δέν θά εἶναι αἰώνια. Καί εἶναι θλιβερό, διότι γι’ αὐτό τό θέμα ἔχει ὁμιλήσει μέ τρόπο ἀπόλυτο καί σαφῆ     αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.
          Τό δικό Του ἀλάθητο στόμα ὠνόμασε τήν Κόλαση «πῦρ αἰώνιον» (Ματθ.κε΄ 31), ἤ καί ἐπί λέξει «κόλασιν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄46), ὅπως βλέπουμε στό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα.
          Σέ ἄλλη περίπτωση μιλώντας γιά τά βάσανα τῆς Κολάσεως εἶπε πολύ χαρακτηριστικά ὅτι «ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καί τό πῦρ οὐ σβέννυται» (Μά­ρκ. θ΄ 44). Δηλαδή τό σκουλήκι, πού κατατρώγει τούς κολασμένους, δέν ἔχει τέλος, καί ἡ φωτιά πού τούς καίει δέν σβήνει ποτέ.
          Δέν εἶναι λοιπόν ἀνθρώπινο ἐφεύρημα ἡ αἰωνιό­τητα τῆς Κόλασης, ἀλλά αὐθεντική διαβεβαίωση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος τήν ὑ­πέγραψε μέ τό ἴδιο Του τό Αἷμα. Ἄς σκεφτοῦμε τό θέμα μέ τήν ἀπλή λογική, ἀδελφοί μου. Ἦταν ποτέ δυνατό νά σταυρωθεῖ ὁ Ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν ὑπῆρχε ἕνας τόσο τρομακτικός κίνδυνος γιά τό πλάσμα τῆς ἀγάπης Του, τόν ἄν­θρωπο; Ἄν δέν ἦταν αἰώ­νια ἡ Κόλαση, θά γινόταν ἄν­θρωπος ὁ Θεός, θά σταυρωνόταν καί θά πέθαινε ὡς κακοῦργος πάνω στό μέχρι τή στιγμή ἐκείνη ξύλο τῆς ἀτίμωσης καί τῆς ντροπῆς;
 ****
«Δέν εἶναι ὅμως ἄδικο, γιά ἁμαρτήματα 70-80 χρόνων, γιά ἁμάρτημα πού ἡ διάπραξή του διήρκεσε ἐλάχιστα λεπτά, νά τιμωρεῖται κανείς αἰωνίως»;
Τό ἐρώτημα αὐτό, πού τίθεται ἐπιτακτικά εἴτε ἀπό ἐμᾶς εἴτε ἀπό ἄλλους γύρω μας, πρέπει νά ποῦμε πώς εἶναι τελείως λανθασμένο, κυρίως διότι ὑποτιμᾶ τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας.
ἁμαρτία εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό φοβερό! Ὄχι μόνο διότι ἀποτελεῖ προσβολή κατά τοῦ Θεοῦ, αὐτό τέλος πάντων ὁ πολυεύσπλαγχνος Θεός τῆς ἀγά­πης τό συγχωρεῖ, ἀλλά κυρίως διότι διαστρέφει τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο. Τόν παραμορφώνει φρικτά, τόν ἀσχη­μίζει ἀπαίσια. Καί αὐτό ἔχει σάν συνέπεια νά ἀπομα­κρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεόν, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐτυχίας του, καί νά ὁδηγεῖται ποῦ; Στήν Κόλαση! διότι αὐτό εἶναι ἡ Κόλαση: τό νά εὑρίσκεται κανείς μακρυά ἀπό τόν Θεόν.
Ἑπομένως ὄχι 70 καί 80 χρόνων, ἀλλά καί μιᾶς στιγμῆς ἁμάρτημα, ἐάν δέν καθαριστεῖ μέ τήν μετάνοια, ὁδηγεῖ «εἰς κόλασιν αἰώνιον». Διότι ἀσχημίζει καί διαστρέφει τήν ψυχή καί, ἐάν ἐπέλθει ὁ θάνατος, ἡ διαστροφή αὐτή μονιμοποιεῖται, παγιώνεται, γίνεται ἀν­εξίτηλη. Τό δέ ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅτι ἡ ἀσχήμια αὐ­τή θά ἀποτυπωθεῖ καί στό νέο σῶμα, τό ἀναστημέ­νο, πού θά λάβουμε, ὅταν ἠχήσει ἡ σάλπιγγα τοῦ ἀγγέ­λου κατά τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου.
Τότε ὅμως ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλός, θά ντρέπεται καί δέν θά ἀντέχει οὔτε γιά μιά στιγμή νά εὑρίσκεται ἀνάμεσα σέ δικαίους, δέν θά ἀντέχει οὔτε γιά μιά στιγμή νά εὑρίσκεται στό φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θά ἐπιζητεῖ ἐπίμονα τό σκοτάδι, δηλ. τήν Κόλαση, «ἵνα μή… βλέπωσι τήν ἀσχημο­σύνην αὐτοῦ» (Ἀποκ.ιστ΄15), ὥστε νά μή βλέπουν οἱ ἄγγελοι καί οἱ δίκαιοι τήν ἀσχήμια του. Πρᾶ­γμα πού θά ἦταν γι’ αὐτόν πολύ πιό βασανιστικό ἀπό ὁποιαδή­ποτε Κόλαση.
****
Μέ αὐτά πού εἴπαμε μέχρι τώρα ἔγινε φανερό πώς τό ἐρώτημα «δέν θά εὐσπλαγχνισθεῖ ποτέ ὁ Θεός τούς κολασμένους, ὥστε νά τούς συγχωρήσει καί νά τούς βάλει στόν Παράδσεισο;», δέν ἔχει θέση. Καί δέν ἔχει θέση, διότι αὐτό δέν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπό τόν Θεόν. Ὁ Θεός θέλει, ἀλλά δέν μπορεῖ. Εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μέ τό ὑπέροχο, ἀλλά καί τρομερό προνόμιο, πού ἔδωσε στόν ἄνθρωπο, τήν ἐλευθερία!
Δέν μπορεῖ, διότι ὁ ἴδιος ὁ διεστραμμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος θά τοῦ φωνάζει: «Φύγε! Ἡ παρουσία Σου μοῦ εἶναι πιό ἀνυπόφορη ἀπό τήν Κόλαση». Κάτι, ἄλλωστε πού καί ἀπ’ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή ἤδη τό λένε πολλοί, ὅταν μέ θρασύτητα ἐπαναλαμβάνουν τά λόγια τοῦ ἀσεβοῦς: «ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι» ( Ἰώβ κα΄14). Δηλαδή, φύγε, Θεέ, μακριά μου, τούς δρόμους τοῦ θελήματός σου δέν θέλω νά τούς μάθω.
Κάτω ἀπ’ αὐτές τίς συνθῆκες τό μόνο πού θά ἀπέμενε νά κάνει ὁ Θεός, γιά νά σώσει τούς κολασμένους, θά ἦταν τό νά ἀφαιρέσει ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν ἐλευθερία. Κάτι τέτοιο ὅμως θά μετέτρεπε τόν ἄν­θρωπο σέ ζῶο, τό ὁποῖο δέν θά ἠμποροῦσε πλέον νά ἑνωθεῖ ἐν ἀγάπῃ μέ τόν Δημιουργό του.
Ἑπομένως ἡ Κόλαση ἀποτελεῖ ἐπιλογή τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, τήν ὁποία ὁ Θεός ἀπό σεβασμό πρός τήν ἐλευθερία του δέν θά ἐπιχειρήσει νά ἀποτρέψει. Ἐδῶ μᾶς ἀποκαλύπτεται ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία στήν πιό σκοτεινή καί φρικτή της ὄψη.
****
«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον»
          Ἀδελφοί ἀγαπημένοι τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας! Πόσο δειλιᾶ καί τρέμει ἡ ψυχή μας μπροστά στίς φλόγες τῆς αἰωνίου κολάσεως! Ἄς μᾶς συγκλονίσει ὅμως καί τό γεγονός, ὅτι τήν Κόλαση τήν χτίζουμε, ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του, μόνοι μας, μέ τά ἴδια μας τά χέρια. Μέ τόν τρόπο δηλ. τῆς ζωῆς μας ἐδῶ σ’ αὐτό τόν κόσμο. Καί τήν χτίζουμε γιά πάντα, γιά ὅλους τούς αἰ­ῶνες.
          Ἄς μᾶς συγκλονίσει αὐτό! Καί ἄς μᾶς παρακινή­σει σέ μετάνοια, ὅσο εἶναι καιρός. Ὁ Θεός τῆς ἀγά­πης, ὅπως λέγαμε καί τήν περασμένη Κυριακή, μᾶς περιμένει. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή φθάνει! Ἄς ἐπι­στρέ­ψουμε ταπεινωμένοι κοντά Του. Νά μετανοήσουμε, ἀδελφοί. Νά μετανοήσουμε καί νά ζητήσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μας μέσα ἀπό τό Ἱερό Μυστήριο τῆς Μετάνοιας καί Ἐξομολόγησης. Ἀλλά καί νά ἀγωνιζόμαστε διαρκῶς κατά τῆς ἁμαρ­τίας καί τῶν παθῶν μας, γιά νά «μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶ­νος Χριστοῦ», ἀδελφοί!
  Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μουσουρούλης


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Όλη η ζωή μας πρέπει να είναι περίοδος αγωνιστική περίοδος μετάνοιας.