Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Περί του Αγίου Μαρκιανού από τον Ευεργετινό (10 Ιανουαρίου)

Περί του Αγίου Μαρκιανού από τον Ευεργετινό 

Ο άγιος Μαρκιανός ήταν πολύ ανοιχτοχέρης στους ιερούς οίκους: από τη μια έφτιαξε πολλούς και μεγάλους ναούς, από την άλλη ανακαίνισε πολλούς άλλους. Πολύ περισσότερο όμως φρόντιζε για τους φτωχούς. Αυτό ήταν φανερό από πολλά άλλα, προπαντός όμως από αυτό που θα πούμε στη συνέχεια. Έτσι θα φανεί καθαρά όχι μόνο η φιλανθρωπία του αγίου προς όσους είχαν ανάγκη, αλλά και ποια χαρίσματα αξιώνονται να λάβουν όσοι αγαπούν πολύ τη φιλανθρωπία.

Αυτός ο θαυμάσιος λοιπόν, τη νύχτα γύριζε τις πλατείες και τα στενά της Πόλης, προσέχοντας μην τυχόν βρει πουθενά κανέναν νεκρό, που για την πολλή του φτώχεια να είναι παραπεταμένος, χωρίς να φροντίζει γι’ αυτόν κανείς. Όπου έβλεπε κάποιον τέτοιο, χαιρόταν σαν να είχε βρει μεγάλο κέρδος· και αφού τον έλουζε βιαστικά και τον σαβάνωνε και του έκανε και όσα άλλα είναι καθιερωμένα, έπειτα απευθυνόταν στον νεκρό σαν να ήταν ζωντανός λέγοντας: «Έλα, αδελφέ, δείξε μου και εσύ την εν Χριστώ αγάπη».

Στα λόγια αυτά ο νεκρός υπάκουε· σηκωνόταν δηλαδή – τι ανείπωτο θαύμα! – και ασπαζόταν τον καλό Μαρκιανό, δείχνοντας έτσι ότι αυτές τις φροντίδες δεν ήταν αυτός που τις δεχόταν, αλλά ο Χριστός (Ματθ. 25:40). Κατόπιν ο νεκρός έπεφτε πάλι νεκρός, και τέτοιος φαινόταν στους παρόντες.

Κατά την τέλεση των εγκαινίων του ναού της αγίας μάρτυρος Αναστασίας, τον οποίο έκτισε από τα θεμέλια ο μέγας Μαρκιανός, και ενώ είχαν προσέλθει, όπως ήταν φυσικό, και οι βασιλείς και ο πατριάρχης και όλη η πόλη, κάποιος φτωχός πλησίασε τον άγιο και, με το βλέμμα στραμμένο στο δεξί του χέρι, του ζήτησε κάτι, για να ανακουφίσει την πείνα του.

Ο άγιος έτυχε τότε να μην έχει τίποτε επάνω του, μέσα όμως στην ψυχή του είχε πράγματι πολλή καλοσύνη και φιλανθρωπία. Απομακρύνθηκε λοιπόν από όλους και αναζήτησε κάποιο μέρος όσο γινόταν πιο αθέατο. Συνέβαινε επίσης να μη φορά τίποτε άλλο, εκτός από έναν χιτώνα, καθώς σε όλη του τη ζωή συνήθιζε να μη φορά δεύτερο ρούχο. Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση ο άγιος θα μπορούσε εύκολα να δικαιολογηθεί και να απορρίψει την ικεσία του φτωχού, αφού για το ότι δεν έχει τίποτε επάνω του είχε μάρτυρα τον Θεό που βλέπει τα πάντα. Εκείνος όμως, σαν να φοβόταν ότι θα λυπούσε τον Θεό αν δεν έδινε κάτι, έβγαλε αυτό το μοναδικό ρούχο που φορούσε και το έδωσε πρόθυμα στον φτωχό. Έμεινε λοιπόν μόνο με την ιερατική στολή· και το φελόνι, το οποίο κάλυπτε το σώμα του, το τραβούσε από όλες τις πλευρές, προσπαθώντας όσο μπορούσε να διαφύγει την προσοχή.

Όταν βρέθηκε μέσα στο ιερό και ο πρώτος των ιερέων του έδωσε εντολή να τελέσει αυτός τη θεία μυσταγωγία, ο άγιος συνέχισε να μαζεύει το φελόνι του, όπως είπαμε, προσπαθώντας να κρύψει το γεγονός. Οι άλλοι όμως ιερείς, και μαζί με αυτούς και ο πατριάρχης, τον κοίταξαν και είδαν κάποιο θαυμαστό θέαμα, πρωτοφανές και ανείπωτο, που μόνο όποιοι το είδαν θα το πίστευαν: ο άγιος φορούσε από μέσα μια στολή βασιλική, ολοκέντητη με λαμπερό χρυσάφι, η οποία φαινόταν πιο πολύ όταν σήκωνε τα χέρια και μετέδιδε τη θεία κοινωνία σε όσους προσέρχονταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: