Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών και Μέγας Ευθύμιος, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Γρατιανού, εν έτει τοζ’ [377], καταγόμενος από την Μελιτινήν, την εν τη Αρμενία ευρισκομένην, υιός γονέων ευσεβών και πιστών, Παύλου και Διονυσίας ονομαζομένων. Καθώς δε ο Πρόδρομος Ιωάννης εγεννήθη από στείραν μητέρα, έτζι και ο Όσιος ούτος Ευθύμιος εγεννήθη από στείραν, και έλαβε το όνομα Ευθύμιος από τον Θεόν, προ του να συλληφθή. Επειδή γαρ οι γονείς του παρεκάλουν τον Θεόν να τους δώση τέκνον, δια τούτο έγινεν εις αυτούς φωνή δι’ Αγγέλου, ήτις έλεγεν, ότι να ευθυμούν και να χαίρουν. Ή μάλλον να ευθυμούν και να χαίρουν όλοι, και όχι μόνον οι γονείς του. Καθότι μαζί με την γέννησιν του παιδίου, έχει να καταλυθή κάθε αίρεσις, και κάθε ειρήνη έχει να χαρισθή εις την Εκκλησίαν του Θεού. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην ωνομάσθη ο Όσιος ούτος Ευθύμιος.
Αφ’ ου δε απέθανεν ο πατήρ του Αγίου, επροσφέρθη ο Όσιος από την μητέρα του εις τον Ευτρώϊον τον Επίσκοπον της Μελιτινής, από τον οποίον εσυναριθμήθη εις το τάγμα των κληρικών: ήτοι έγινεν Αναγνώστης. Επειδή δε εστάθη επιτήδειος εις την των ιερών μαθημάτων παιδείαν, και υπερέβαλεν όλους τους εναρέτους κατά την αύξησιν της ασκήσεως και αρετής, τούτου χάριν ηναγκάσθη να χειροτονηθή Πρεσβύτερος, και να δεχθή την προστασίαν και επιμέλειαν των ιερών ασκητηρίων και Μοναστηρίων. Όταν δε έφθασεν εις τους εικοσιεννέα χρόνους της ηλικίας του, επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Και εσυγκατοίκησε μαζί με τον Όσιον Θεόκτιστον εις ένα σπήλαιον, το οποίον ευρίσκετο εις το βουνόν. Εκεί δε κατοικών ο Όσιος, πολλούς ανθρώπους ηλευθέρωσεν από δεινά πάθη και ασθενείας.Λέγεται δε, ότι και ο Όσιος ούτος, από πολλά ολίγα
ψωμία έθρεψε τετρακοσίους ανθρώπους, οι οποίοι ήλθον εις το Μοναστήριον. Όχι
μόνον δε αυτός έλυσε την στείρωσιν της μητρός του και εγεννήθη, αλλά και άλλας
στείρας και ατέκνους γυναίκας, απέδειξε γονίμους και πολυτέκνους δια προσευχής
του. Αυτός άνοιξε τας πύλας του ουρανού, καθώς και ο Μέγας Ηλίας, και έφερε
βροχήν, και με αυτήν ιάτρευσε την γην, η οποία έπασχεν από ακαρπίαν. Εφανέρωσε
δε την εσωτερικήν λαμπρότητα της ψυχής του θείου Ευθυμίου, ο στύλος του πυρός,
τον οποίον είδον οι παρεστώτες, ότι εκατέβη από τους ουρανούς, εις τον καιρόν
οπού ελειτούργει ο Άγιος την αναίμακτον θυσίαν, και έλαμπε τον Όσιον, έως οπού
ετελείωσεν ο καιρός της ιερουργίας. Σημείον δε και απόδειξις της τελείας
καθαρότητος και αγνείας του Οσίου τούτου εστάθη, το να βλέπη νοερώς με το
διορατικόν όμμα της ψυχής, τας διαθέσεις και καταστάσεις των ψυχών εκείνων,
οπού επλησίαζον δια να μεταλάβουν τα άχραντα Μυστήρια: ήγουν, ποίος μεν,
μεταλαμβάνει με καθαράν συνείδησιν, ποίος δε, με μεμολυσμένην. Φθάσας δε εις
τον εννενηκοστόν έβδομον χρόνον της ζωής του, προς Κύριον εξεδήμησεν. Ήτον δε,
κατά μεν το είδος του προσώπου, χαρίεις. Κατά δε τον τρόπον της ψυχής ήτον
ευκολοπλησίαστος και απλούς. Κατά το χρώμα, ήτον άσπρος. Και κατά την ηλικίαν
και το ανάστημα του σώματος, ήτον ευπρεπής και σεμνός. Είχε τας τρίχας άσπρας,
και το γένειον μακρόν έως εις τα μηρία του.
Λέγουσι δε δια τον Άγιον τούτον, ότι όταν ένας
Μοναχός έμελλε να αποθάνη, ο οποίος, ενομίζετο μεν, κατά τα έξω και τα
φαινόμενα κοντά εις τους πολλούς, ότι ήτο σώφρων και εγκρατής και άγιος· κατά
δε τα έσω και την καρδίαν, ήτον ακόλαστος και ακρατής, επειδή εσυγκατατίθετο
και εγλυκαίνετο εις τους αισχρούς λογισμούς. Όταν, λέγω, ο Μοναχός ούτος έμελλε
να αποθάνη, έβλεπεν ο μακάριος Ευθύμιος ένα Άγγελον, όστις εβάσταζεν ένα
κοντάρι με τρία οδόντια, και με αυτό ανάσπα και εύγανε βιαίως την ψυχήν του
αθλίου μοναχού εκείνου, και ευθύς ήκουσε και φωνήν, η οποία εφανέρονε τα κρυπτά
και αισχρά του αποθανόντος διανοήματα. Τελείται δε η του Οσίου Σύναξις εν τη
αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία.
Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου