Ἁγία Τριάς, ὑπερούσια, ὑπεράγαθη, παντοδύναμη, ἀόρατη,
ἀκατάληπτη, δημιουργέ τῶν νοερῶν ἀγγέλων καί τῶν λογικῶν ἀνθρώπων· ἡ ἔμφυτη ἀγαθότητα·
τό φῶς τό ἀπρόσιτο· πού φωτίζει καί ἁγιάζει, κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν
κόσμο, λάμψε καί σέ ἐμένα, τόν ἀνάξιο δοῦλο Σου.
Φώτισέ μου, τῆς διανοίας μου τά μάτια, γιά νά
τολμήσω καί ἐγώ, νά ἀνυμνήσω, τίς ἄμετρες εὐεργεσίες Σου, καί τήν δύναμή Σου.
Δέξου τήν δέησή μου, γιά χάρη τοῦ λαοῦ Σου, πού στέκει γύρω μου.
Μήν ἀφήσεις, τά πλημμελήματά μου, νά ἐμποδίσουν τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιο, νά ἔλθει καί ἐδῶ. Κάμε συγκατάβαση· καί ἄφησέ με, καί ἐμένα τόν ἁμαρτωλό, νά φωνάξω τώρα, καί νά εἰπῶ καί ἐγώ, Ὑπεράγαθε: Σέ δοξάζομε, Δέσποτα φιλάνθρωπε· παντοκράτωρ· προαιώνιε βασιλέα μας. Σέ δοξάζομε, τόν Κτίστη μας καί Δημιουργό μας.
Σέ δοξάζομε, Ἐσένα, τόν μονογενῆ Υἱό τοῦ Θεοῦ, πού
γεννήθηκες, ἀπό τήν μητέρα Σου χωρίς πατέρα, καί ἀπό τόν Πατέρα Σου χωρίς
μητέρα. Στήν προηγούμενη ἑορτή, Σέ εἴδαμε νήπιο. Τώρα, σέ αὐτήν ἐδῶ σήμερα, Σέ
βλέπομε τέλειον· τόσο τέλειον, ὅσο μπορεῖς νά εἶσαι μόνο Σύ, πού ἀπό τόν τέλειο
Θεό Πατέρα, Επεφάνης καί σύ, τέλειος, Θεέ μας.
Σήμερα, εἶναι πολύ μεγάλη ἑορτή γιά μᾶς. Σήμερα, ἡ
Ἐκκλησία μας εἶναι γεμάτη ἁγίους· καί οἱ ἄγγελοι, ἔχουν κατεβῆ ἀνάμεσά μας καί ἑορτάζουνε
μαζί μας.
Σήμερα, ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μέ μορφή
περιστεριοῦ, ἐπεφοίτησε στά νερά.
Σήμερα, ἀνέτειλε ἕνας Ἥλιος, πού δέν δύει ποτέ·
καί ἀπό τό φῶς Του, ἀπό τό Φῶς τοῦ Κυρίου, καταυγάζεται ὁ κόσμος ὅλος.
Σήμερα, ὅπως ὁ κόσμος ὅλος, ἔτσι καί τό φεγγάρι,
ρίχνει ἀκτῖνες ὑπέρλαμπρες, συμμετέχοντας στοῦ κόσμου τήν χαρά καί λάμψη.
Σήμερα, τά φωτοβόλα ἀστέρια, μέ τήν γλύκα τῆς
λάμψης τους, ὀμορφαίνουνε τόν κόσμο.
Σήμερα, ἀπό τά σύννεφα, σάν δροσιά ἀπό τόν οὐρανό,
πέφτει στόν κόσμο βροχή δικαίωσης καί σωτηρίας.
Σήμερα, ὁ ἄκτιστος, ὁ δημιουργός Θεός, τό θέλησε,
καί τό δέχθηκε, ἕνα πλάσμα Του νά βάλει στό χέρι του ἐπάνω στό κεφάλι Του, γιά
νά Τοῦ δώσει εὐλογία!
Σήμερα, ὁ Προφήτης, ὁ Πρόδρομος, ἐπῆγε δίπλα στόν
Δεσπότη Χριστό νά Τόν βαφτίσει, ἀλλά στάθηκε μέ τρόμο μπροστά Του· γιατί ἐκεῖ
τότε κατάλαβε, τί συγκατάβαση εἶχε κάμει ὁ Θεός, γιά χάρη μας.
Σήμερα, τό νερό τοῦ Ἰορδάνη, ἡ παρουσία τοῦ
Κυρίου, τό μετέβαλε σέ φάρμακο.
Σήμερα, τό ἁγιασμένο αὐτό νερό, τό παίρνει ὁ
κόσμος ὅλος καί τό πίνει.
Σήμερα, μέ τό ἁγιασμένο αὐτό νερό, νερό Ἰορδάνου,
ξεπλένονται ὅλα τῶν ἀνθρώπων τά πταίσματα.
Σήμερα, ἄνοιξε γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους ὁ
Παράδεισος· καί μέ τό νερό αὐτό, μᾶς φωτίζει ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης.
Σήμερα, τό πικρό ἐκεῖνο νερό, γιά τό ὁποῖο μᾶς
μιλάει ὁ Μωϋσῆς, ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου μας, τό μεταβάλλει σέ γλυκύ, πρός χάρη
τοῦ λαοῦ μας.
Σήμερα, ἀπό τόν παλαιό ἐκεῖνο «θρῆνο χωρίς ἐλπίδα»,
ἀπαλλαγήκαμε· καί, σάν νέος Ἰσραήλ, ἐσωθήκαμε!
Σήμερα, ἀπό τό σκοτάδι τῆς ψεύτικης θρησκείας, ἐλυτρωθήκαμε·
καί ἡ ψυχή μας γέμισε, μέ τῆς θεογνωσίας τό φῶς.
Σήμερα, μέ τήν Ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ μας, ξεδιαλύθηκε
ἡ θολούρα, πού κυριαρχεῖ στά θέματα τοῦ κόσμου.
Σήμερα, ὁλόκληρος ὁ ἄνω κόσμος πανηγυρίζει,
σκιρτάει ἀπό χαρά, κρατάει κεριά!
Σήμερα, καταργήθηκε ἡ πλάνη· καί ὁ ἐρχομός τοῦ
Κυρίου μας, μᾶς ἄνοιξε τῆς σωτηρίας τόν δρόμο.
Σήμερα, τά ἄνω, συνεορτάζουν μέ τά κάτω· καί τά
κάτω, ἄνοιξαν ἐπικοινωνία μέ τά ἄνω.
Σήμερα, ἡ ἱερά καί μεγαλόφωνη πανήγυρη τῶν Ὀρθοδόξων,
ἀγάλλεται.
Σήμερα, ὁ Δεσπότης τρέχει στό βάπτισμα· γιά νά ἀνεβάσει
ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ψηλά.
Σήμερα, ὁ ἀκλινής σάν Θεός, σκύβει τόν αὐχένα Του
στόν δοῦλο Του, γιά νά ἐλευθερώσει ἀπό τήν δουλεία ἐμᾶς.
Σήμερα, ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔγινε δική μας! Καί
ἡ βασιλεία τοῦ Κυρίου, δέν ἔχει τέλος!
Σήμερα, θάλασσα καί ξηρά, ἐμοιράσθηκαν τοῦ κόσμου
τήν χαρά.
Σέ εἶδαν καί Σέ κατάλαβαν, ἀκόμη καί τά νερά, Θεέ
μας! Σέ εἶδαν τά νερά, καί ἐφοθήθηκαν!
Ὁ Ἰορδάνης γύρισε πίσω, – ὅταν εἶδε Ἐσένα, τό Πῦρ
τῆς Θεότητος, νά κατεβαίνεις μέ τό σῶμα Σου, καί νά εἰσέρχεσαι σ᾿ αὐτόν!
Ὁ Ἰορδάνης γύρισε πίσω, – ὅταν εἶδε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο,
νά κατεβαίνει μέ μορφή περιστερᾶς, καί νά πετάει τριγύρω Σου.
Ὁ Ἰορδάνης γύρισε πίσω, – ὅταν εἶδε Ἐσένα, τόν Θεό
τόν ἀόρατο, ὁρατό· τόν Κτίστη καί Δημιουργό, μέ σάρκα· τόν Αὐθέντη καί Δεσπότη,
μέ δούλου μορφή.
Ὁ Ἰορδάνης ἐγύρισε πίσω! – Τόν εἶδαν τά βουνά καί ἐσκίρτησαν.
Ἐσκίρτησαν, πού εἶδαν τόν Θεό μέ σάρκα! Καί τά σύννεφα τό διεκήρυξαν καί τό
βροντοφώναξαν:
• ὅτι Αὐτός πού ἦλθε, εἶναι πολύ μεγάλος· ὅτι εἶναι
τό Φῶς τό ἐκ Φωτός· ὁ Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ·
• ὅτι Αὐτός, καί τόν θάνατο – καρπό τῆς παρακοῆς·
καί τό δηλητήριό του, κεντρί τῆς πλάνης· καί τίς ἀλυσίδες του, πού κρατοῦν τόν ἄνθρωπο
δεμένο στόν θάνατο καί στόν ἅδη, τά ἐβύθισε, καί χάθηκαν, μέσα στό νερό τοῦ Ἰορδάνη·
• καί ὅτι καί τώρα, Αὐτός, ὁ Κύριός μας καί Θεός
μας, εἶναι πού δίνει, καί σέ μᾶς, καί σέ ὅλον τόν κόσμο, τό μεγάλο δῶρο Του: τό
βάπτισμα τῆς σωτηρίας. Καί ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό, καί ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος δοῦλος
Σου, Κύριε, διηγούμενος τά μεγάλα καί θαυμάσια ἔργα Σου, μέ φόβο καί μέ
κατάνυξη ἀναβοῶ·
• Μέγας εἶσαι, Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα Σου·
καί κανενός εἴδους λόγια δέν ἀρκοῦν πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου (γ).
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου