«ἐν τῷ ὑπάγειν...»
γ.χ.γ
Η σκηνή είναι απλή. Δέκα άνθρωποι στέκονται σε απόσταση. Δεν πλησιάζουν. Δεν τολμούν. Η ασθένεια τούς έχει τοποθετήσει έξω από τον κοινό χώρο, έξω από τη ροή της ζωής. Δεν ζητούν πολλά. Μόνο έλεος. Μια λέξη που δεν απαιτεί εξηγήσεις, δεν περιγράφει λύσεις, απλώς δηλώνει ανάγκη.
Η
απάντηση που λαμβάνουν δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Δεν υπάρχει άμεση
θεραπεία, ούτε διαβεβαίωση. Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση: να ξεκινήσουν, να
πάνε, να κινηθούν. Χωρίς να έχει αλλάξει ακόμα κάτι πάνω τους. Χωρίς σημάδι ότι
αυτό που τους βαραίνει έχει ήδη φύγει.
Το
κείμενο σημειώνει κάτι καθοριστικό: η αλλαγή συμβαίνει καθώς πηγαίνουν.
Όχι πριν, όχι μετά. Στη διάρκεια. Στην κίνηση.
Αυτό το « ἐν τῷ ὑπάγειν » μοιάζει να λέει πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται. Δεν περιγράφει μόνο ένα θαύμα, αλλά έναν τρόπο με τον οποίο συμβαίνουν τα πράγματα. Η αποκατάσταση δεν παρουσιάζεται ως στιγμιαία ανταμοιβή, αλλά ως κάτι που ξεδιπλώνεται μέσα στην πορεία. Η υπακοή προηγείται της κατανόησης. Η πράξη προηγείται της βεβαιότητας.
Οι
δέκα ξεκινούν χωρίς να γνωρίζουν αν ο δρόμος θα τους οδηγήσει πράγματι εκεί που
ελπίζουν. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι ένιωθαν σίγουροι. Υπάρχει μόνο η απόφαση να
κινηθούν. Και μέσα σε αυτή την κίνηση, κάτι αλλάζει.
Όλοι
καθαρίζονται. Όλοι λαμβάνουν αυτό που ζητούσαν. Κανείς δεν μένει έξω από το
θαύμα. Και όμως, η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Γιατί η θεραπεία, όπως φαίνεται,
δεν είναι το τέλος.
Ένας
από τους δέκα σταματά. Δεν συνεχίζει την πορεία του όπως οι άλλοι. Κάτι τον
τραβά πίσω. Όχι υποχρέωση. Όχι εντολή. Μια εσωτερική ανάγκη να επιστρέψει στο
σημείο της συνάντησης. Να αναγνωρίσει αυτό που συνέβη, όχι απλώς ως αλλαγή
κατάστασης, αλλά ως σχέση.
Η
επιστροφή αυτή δεν αναιρεί την πορεία. Τη φωτίζει. Ο δρόμος δεν ακυρώνεται,
αλλά διακόπτεται για να αποκτήσει νόημα. Η ευγνωμοσύνη δεν παρουσιάζεται ως
ηθικό καθήκον, αλλά ως φυσική κίνηση αναγνώρισης.
Οι
υπόλοιποι εννέα συνεχίζουν. Το κείμενο δεν τους κρίνει. Δεν τους κατηγορεί.
Απλώς καταγράφει ότι δεν γύρισαν. Ίσως γιατί αυτό που τους απασχολούσε ήταν η
επανένταξη, η επιστροφή στην κανονικότητα, η ανάγκη να προχωρήσουν γρήγορα. Όλα
αυτά είναι κατανοητά. Και ανθρώπινα.
Όμως
η αφήγηση επιμένει σε αυτόν τον έναν. Όχι γιατί ήταν καλύτερος, αλλά γιατί
σταμάτησε. Γιατί δεν αρκέστηκε στη λύση, αλλά γύρισε στη σχέση. Εκεί συμβαίνει
κάτι βαθύτερο. Όχι μόνο καθαρισμός, αλλά σωτηρία. Όχι μόνο αλλαγή συνθηκών,
αλλά αποκατάσταση ύπαρξης.
Η
διάκριση αυτή είναι λεπτή αλλά ουσιαστική. Η θεραπεία αφορά αυτό που φαίνεται.
Η σωτηρία αφορά αυτό που είναι. Η μία μπορεί να συμβεί χωρίς επίγνωση. Η άλλη
προϋποθέτει αναγνώριση.
Το
θαύμα, έτσι όπως παρουσιάζεται, δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι μια
διαδικασία που ξεκινά με κίνηση, περνά μέσα από υπακοή και ολοκληρώνεται – για
όποιον επιστρέφει – με ευχαριστία. Δεν επιβάλλεται. Δεν απαιτείται. Απλώς
προσφέρεται ως δυνατότητα.
Η
ιστορία αφήνει ανοιχτό το ερώτημα: ποια είναι η σημασία της πορείας όταν όλα
φαίνονται ακόμα άλυτα; Και ποια η αξία της επιστροφής όταν όλα δείχνουν να
έχουν ήδη αποκατασταθεί;
Ίσως
το « ἐν τῷ ὑπάγειν » να περιγράφει ακριβώς αυτή την ενδιάμεση κατάσταση που
χαρακτηρίζει την ανθρώπινη εμπειρία. Τη ζωή που δεν περιμένει να λυθούν όλα για
να προχωρήσει. Τη σχέση με τον Θεό που δεν βασίζεται στη βεβαιότητα, αλλά στην
εμπιστοσύνη. Την αλλαγή που δεν επιβάλλεται απ’ έξω, αλλά γεννιέται μέσα στη
διαδρομή.
Και
ίσως η επιστροφή του ενός να δείχνει ότι η πληρότητα δεν βρίσκεται μόνο στο να
φύγει αυτό που πονά, αλλά στο να αναγνωριστεί αυτό που δόθηκε. Όχι ως
ανταμοιβή, αλλά ως χάρη.
Έτσι,
το θαύμα των δέκα λεπρών δεν μιλά μόνο για ίαση. Μιλά για πορεία. Για κίνηση
χωρίς εγγυήσεις. Για υπακοή χωρίς άμεση ανταπόδοση. Και για μια επιστροφή που
δεν αλλάζει απλώς την κατάσταση του ανθρώπου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο
στέκεται απέναντι στη ζωή και στον Θεό.
γ.χ.γ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου