Κυριακή των Απόκρεω (Ματθ. 25:31–46)
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η Κυριακή των Απόκρεω, τρίτη Κυριακή του Τριωδίου,
θέτει στο κέντρο της λατρευτικής ζωής την ευαγγελική περικοπή Ματθ. 25:31–46,
την οποία συχνά ονομάζουμε «παραβολή» ή εικόνα της Τελικής Κρίσεως. Ο Χριστός
παρουσιάζεται ως Βασιλέας και Κριτής, ενώπιον του Οποίου συνάγονται «πάντα τα
έθνη». Η διάκριση σε «πρόβατα» και «ερίφια» δεν στηρίζεται σε εξωτερικούς
τίτλους, κοινωνική θέση ή θρησκευτική επιφάνεια, αλλά σε μια συγκεκριμένη στάση
ζωής που αποκαλύπτεται από τα έργα αγάπης προς τους «ελαχίστους».
Η περικοπή δεν λειτουργεί ως απλή ηθική προτροπή,
αλλά ως θεολογική αποκάλυψη: φανερώνει ποιος είναι ο Χριστός, πού βρίσκεται
μέσα στην ιστορία και πώς κρίνεται η ανθρώπινη ύπαρξη. Το κριτήριο της Κρίσεως
είναι η σχέση με τον Χριστό, και αυτή η σχέση γίνεται ορατή μέσα από τη σχέση
με τον πάσχοντα άνθρωπο.
Το καθοριστικό σημείο της περικοπής είναι η ταύτιση του Χριστού με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, τον γυμνό, τον ασθενή και τον φυλακισμένο: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Μτ 25:40). Εδώ δεν έχουμε απλώς μια υπερβολή για να συγκινηθούμε, αλλά έκφραση της ενανθρώπησης: ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και μένει «παρών» μέσα στο ανθρώπινο τραύμα. Γι’ αυτό, η αγάπη δεν είναι προαιρετικό συμπλήρωμα της πίστης· είναι ο τρόπος με τον οποίο η πίστη γίνεται σάρκα και ιστορία.
Από εκκλησιολογική σκοπιά, η περικοπή δείχνει ότι
η ζωή της Εκκλησίας δεν εξαντλείται στη λατρεία ως τελετουργία, αλλά
ολοκληρώνεται ως ευχαριστιακό ήθος: δοξολογία που μετατρέπεται σε διακονία. Η
κοινότητα της σωτηρίας καλείται να βλέπει τον άνθρωπο όχι ως «περιστατικό»,
αλλά ως αδελφό, δηλαδή ως πρόσωπο που μας αφορά υπαρξιακά.
Η «Κρίση» στην περικοπή δεν παρουσιάζεται πρώτα ως
νομική διαδικασία, αλλά ως φανέρωση. Ο άνθρωπος αποκαλύπτεται ως αυτό που
επέλεξε να γίνει: ανοιχτός στη σχέση ή κλειστός στην αυτάρκεια. Γι’ αυτό και
προκαλεί εντύπωση ότι και οι δύο ομάδες ρωτούν το ίδιο: «Πότε σε είδαμε;» (Μτ
25:37–39, 44). Η αγάπη, όταν είναι αληθινή, δεν αυτοπροβάλλεται ούτε λογίζεται
ως επίτευγμα. Αντίστροφα, η αδιαφορία συχνά δεν βιώνεται ως μίσος, αλλά ως
«ουδετερότητα»—η οποία όμως, μέσα στο φως του Χριστού, αποδεικνύεται άρνηση της
κοινωνίας.
Έτσι, η πίστη και τα έργα δεν αντιπαρατίθενται. Η
πίστη είναι ζωντανή μόνο όταν ενεργεί ως αγάπη, ενώ τα έργα χωρίς πνεύμα
μετανοίας καταντούν αυτοδικαίωση. Η σωτηρία δεν εμφανίζεται ως ανταμοιβή για
«σωστές πράξεις», αλλά ως είσοδος σε μια σχέση που καλλιεργήθηκε ήδη από τώρα:
στη Βασιλεία του Χριστού.
Η Κυριακή των Απόκρεω τοποθετείται παιδαγωγικά
πριν από την έναρξη της αυστηρότερης νηστείας. Υπενθυμίζει ότι η άσκηση δεν
είναι αυτοσκοπός, ούτε πνευματικός αθλητισμός που καταλήγει σε υπερηφάνεια. Η
αποχή από τροφές αποκτά νόημα όταν γίνεται άνοιγμα της καρδιάς, ελευθερία από
τη φιλαυτία και πρακτική μέριμνα για τον άλλον. Η υμνολογία του Τριωδίου
διατηρεί αυτόν τον τόνο: μετάνοια ως επιστροφή στη ζωή, όχι ως ηθικό άγχος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περικοπή λειτουργεί ως
καθρέφτης: μας καλεί να εξετάσουμε όχι μόνο τι «τηρούμε», αλλά ποιον αγαπάμε,
ποιον αγνοούμε και ποιον αφήνουμε αβοήθητο. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή που ακολουθεί
προτείνει τα κλασικά μέσα (προσευχή, νηστεία, ελεημοσύνη) όχι ως μεμονωμένες
πράξεις, αλλά ως ενιαίο δρόμο θεραπείας που ανασυνθέτει την κοινωνία με τον Θεό
και τον άνθρωπο.
Η περικοπή Ματθ. 25:31–46 παραμένει επίκαιρη,
επειδή αποκαλύπτει ότι ο Χριστός συναντάται εκεί όπου ο άνθρωπος πονά: στη
φτώχεια, τη μοναξιά, την προσφυγιά, την ασθένεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η
Εκκλησία δεν καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε «πνευματικότητα» και διακονία·
καλείται να ζήσει την πνευματικότητα ως διακονία. Η Κυριακή των Απόκρεω, μέσα
στο Τριώδιο, δείχνει πως η προσδοκία της Ανάστασης δεν είναι φυγή από τον
κόσμο, αλλά μεταμόρφωση της ζωής: αγάπη που νικά τον θάνατο από τώρα, επειδή
ήδη κοινωνεί με τον Ζώντα Χριστό.
***
Sunday of
Meatfare (Matthew 25:31–46)
The Sunday of
Meatfare, the third Sunday of the Triodion, places at the center of liturgical
life the Gospel passage Matthew 25:31–46, often referred to as a “parable” or
an icon of the Last Judgment. Christ is presented as King and Judge, before
whom “all the nations” are gathered. The separation into “sheep” and “goats” is
not based on external titles, social status, or religious appearance, but on a
concrete way of life revealed through works of love offered to “the least.”
This passage
does not function as a simple moral exhortation, but as a theological
revelation: it discloses who Christ is, where He stands within history, and how
human existence is judged. The criterion of Judgment is one’s relationship with
Christ, and this relationship becomes visible through one’s relationship with
the suffering person.
The decisive
point of the passage is Christ’s identification with the hungry, the thirsty,
the stranger, the naked, the sick, and the imprisoned: “inasmuch as you did it
to one of the least of these my brethren, you did it to Me” (Matt. 25:40). Here
we do not have a mere exaggeration meant to stir emotion, but an expression of
the Incarnation: God assumes human nature and remains “present” within the
human wound. For this reason, love is not an optional addition to faith; it is
the way faith becomes flesh and history.
From an
ecclesiological perspective, the passage shows that the Church’s life is not
exhausted in worship understood as ritual, but is brought to completion as a
eucharistic ethos: doxology that is transformed into service. The community of
salvation is called to see the human person not as a “case,” but as a brother
or sister—someone who concerns us at an existential level.
“Judgment” in
this passage is not presented first as a legal procedure, but as a revelation.
A person is shown to be what he or she has chosen to become: open to
relationship or closed in self-sufficiency. That is why it is striking that
both groups ask the same question: “When did we see You?” (Matt. 25:37–39, 44).
Love, when it is genuine, does not advertise itself nor count itself as an
achievement. Conversely, indifference is often not experienced as hatred, but
as “neutrality”—which, in the light of Christ, proves to be a refusal of
communion.
Thus, faith and
works are not set against each other. Faith is alive only when it acts as love,
while works without a spirit of repentance become self-justification. Salvation
does not appear as a reward for “correct deeds,” but as entry into a relationship
already cultivated here and now: into the Kingdom of Christ.
The Sunday of
Meatfare is placed pedagogically before the beginning of the stricter fast. It
reminds us that ascetic practice is not an end in itself, nor a kind of
spiritual athleticism that culminates in pride. Abstinence from foods gains
meaning when it becomes an opening of the heart, freedom from
self-centeredness, and practical care for the other. The hymnography of the
Triodion maintains this tone: repentance as a return to life, not as moral
anxiety.
Within this
framework, the passage functions as a mirror: it calls us to examine not only
what we “observe,” but whom we love, whom we ignore, and whom we leave without
help. The Great Lent that follows proposes the classic means (prayer, fasting,
almsgiving) not as isolated actions, but as a single path of healing that
restores communion with God and with our fellow human being.
Matthew
25:31–46 remains timely because it reveals that Christ is encountered where the
human person suffers: in poverty, loneliness, displacement and refuge, illness,
and social exclusion. The Church is not asked to choose between “spirituality”
and service; it is called to live spirituality as service. The Sunday of
Meatfare, within the Triodion, shows that the expectation of the Resurrection
is not an escape from the world, but the transfiguration of life: love that
conquers death even now, because it already communes with the Living Christ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου