ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ
Νίκος Παλουμπιώτης
Φυλακισμένοι μέσα στις παραισθήσεις, τις ψευδαισθλησεις και τις αυταπάτες μας που δημιουργούνται από τον εγωκεντρισμό, την επιθυμία για κτήση και εξουσία, τον ατομικισμό, την αδιαφορία για τον άλλο, την προσκόληση μόνο στις σωματικές μας ανάγκες και σε αυτές που μας προστάζει η αυτοικανοποίηση και την υπακοή σε αυτόπου μας παρουσιάζουν ως πραγματικότητα και ως μοναδική επιλογή για ζωή.
Ο Επαμεινώνδας Γονατάς γεννήθηκε 10 Ιουλίου του 1924. Γόνος πολιτικής οικογένειας με καταγωγή από το Αιβαλί. Παιδί παίζει κουκλοθέατρο για τους φίλους του όπως εμείς παίζαμε για τους δικούς μας στη μικρή αυλή με ένα σεντόνι τεντομένο και κεριά το θέατρο σκιών των ονείρων μας.
Όσο ζούσε για πολλούς ήταν ο μεγαλύτερος ζων ποιητής της Ελλάδας. Έζησε σε θεληματική απομόνωση. Ένας ποιητής που δεν επεδίωξε να τιμηθεί, δε δημιούργησε αυλή, δεν είχε διασυνδέσεις με το κατεστημένο, δεν παρίστανε το δάσκαλο. Υπηρέτησε την ποίηση με πείσμα.
Ο καταλληλότερος τρόπος να παρουσιάσεις έναν ιδιαίτερο λογοτέχνη σαν τον Επαμεινώνδα Γονατά, είναι σα να βουτάς στο βυθό της θάλασσας χωρίς να διαταράξεις την επιφανειά της.
Στα Ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1945 με το πρώτο του αφήγημα : “Ο ταξιδιώτης”
Το 1959 με το Παπαδίτσας συνεργάζονται για το περιοδικό Πρώτη ύλη. Εκεί δημοσιεύεται η συλλογή του Γονατά “η κρύπτη”και το 1963 τα διηγήματα: Το βάραθρο και Οι Αγελάδες. Το 1986 Δημοσιεύεται Ο φιλόδοξος Καρδινάλιος, το 1991 η Προετοιμασία και οι Τρεις δεκάρες πριν το θανατό του.
“Δεν είμαι ονειροποιός, ότι γράφω είναι βιωμένο”, συνίθηζε να λέει. Τόνιζε επίσης ότι δεν είναι συγγραφέας του εξαιρετικού αλλά της εξαίρεσης.
Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος πολλά χρόνια.
Παντρεμένος με την Άννα από το 1950 ως το θανατό της το 1980.Το 1982εξέδωσε συλλογή ποιημάτων της.
Τιμούσε τη φιλία παρά την τάση του για απομόνωση. Ο κύκλος του εκτός από τον Δημήτρη Παπαδίτσα περιελάμβανε το Μίλτο Σαχτούρη, συμμαθητή του, τον Νίκο Καχτίτση αλλά και το δάσκαλο του Νίκο Εγγονόπουλο. Αυτός τον ξεχώρισε, αφανής και εν σιωπή που ήταν μέχρι το 1976 από μια συνεντευξή του.
Ο Γονατάς συλλαμβάνει μέσα από το πεδίο της σιωπής το αόρατο και το ακαθόριστο και μέσα από αυτό καλλιεργεί την εσωτερική παρατήρηση και την υπερεαλιστική πραγματικότητα.
Ένα ποιητικό κείμενο είναι ένα δώρο, μια πράξη ανθρώπινης αλληλεγγύης και σαν τέτοια πρέπει να προσεγγίζεται από τον αναγνώστη γιατί ο δωρητής συμπάσχει.
Οι ποιητές, διάκονοι της τέχνης , ακριβοί φίλοι εκ περάτων, γεννήματα της μιας ματιάς, κινούνται σε αόρατο χώρο.Μιας στιγμής συγκίνηση που μάχεται τη φθορά. Κεραστές σε τόπο αμόλυντο.
Η ποίηση κατά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι το προβάλλον λέγειν.
Διαμέσου αυτής λέγεται ο κόσμος, λέγεται ο Θεός, η μη κρυπτότητα των όντων.
Από που να αρχίσει κανείς για να προσεγγίσει ένα έργο που τον έχει γοητεύσει; την καταγωγή του; τα χέρια που το έγραψαν; και τη γίνεται όταν ο ποιητής δημιουργός είναι στην αφάνεια;
στην περίπτωση του γονατά έχει μια δυσκολία να γράψει κανείς ένα κείμενο. Είναι προσωπικό το μοίρασμά του. Ένα δώρο. Όπως έλεγε ο ίδιος: “ο αναγνώστης πρέπει να δείχνει συνενοχή και αλληλεγγύη”.
“Το πρώτο πρώτο πράγμα για να γίνει το οτιδήποτε και απρουπόθετος όρος είναι: Δημιούργησε σιωπή, φέρε σιωπή”. (Κίργκεγκωρ)
Η σιωπή συντροφεύει τις μεγάλες ώρες των Αγίων, τις ιερές ώρες της περισυλλογής, της αυτοσυγκέντρωσης, της αυτομεμψίας, της μελέτης, της προσευχής.
Το 1991, στο μικρό αφήγημα η Προετοιμασία,καταγράφει τις αποτυχημένες προσπάθειες ενός γιατρού να ζυγίσει το κεφάλι του σε μια πλάστιγγα και να δοκιμάζει ξανά και ξανά.
Εκ πρώτης όψεως ο παραλογισμός. Όμως αφήνει να εννοηθεί ότι μόνο όταν είναι κομμένο το κεφάλι μπορει να ζυγιστεί. Ένα παράδειγμα της μεταφυσικής του αγωνίας για την ύπαρξη και την τραγικότητα.
Στην αφήγηση ή στην ποίηση έχει σημασία τι δε θα πεις και όχι τι θα πεις. Ο αναγνώστης θα πρέπει να βρει αυτά που κρύβονται για να είναι συνένοχος του ποιήματος.
Η αυτοβιογραφία δεν τον ενδιέφερε σαν είδος λογοτεχνικό ούτε η λογοτεχνία που κρύβει τέτοια στοιχεία.
Πίστευε στη αυτονομία του έργου.
Έφυγε από τη ζωή στις 25-3-2006.
Μια εβδομάδα αργότερα κυκλοφόρησε η αποχαιρετιστήρια συλλογή του : “ Οι τρεις δεκάρες”.”
“Σήμερα έχω τα γενέθλιά μου, έρχονται συγγενείς και φίλοι να ευχηθούν να τα εκατοστήσω. Το πιο απρόσμενο δώρο ήταν ένα κιβώτιο μεγάλο, μακρόστενο που το έφερε ο νουνός μου, το οποίο τοποθετήθηκε όρθιο και στο επάνω μέρος το γνωστό χέρι με το δείκτη να δείχνει προς τον ουρανό”
Φαντασία ανατριχιαστικά πραγματική.
Αυτοεξόριστος από την εποχή του, τρέφεται από τον υπερεαλισμό, έχοντας αποσχιστεί από τον παρόντα κόσμο, αδιάφορος για τους αγχώδεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής..
Το έργο του δεν κατατάσσεται κάπου. Διεκδίκησε τη δική του ταυτότητα με πραγματική δημιουργία ,με συνεπή αποχή από την τρέχουσα δημοσιότητα και έξω από λογοτεχνικές συμβάσεις.
Ξαναβάζει στην ποίηση αυτό που κάποιοι θέλησαν να αγνοήσουν ή να υποβαθμίσουν. Το ήθος σαν στάση ζωής.
Το δάσος.
“Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένοιωσα όμως καμιά δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορυφή παρατήρησα πως ο λόφος από την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σε όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα που είχα δει από μακρυά σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω από τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ’ αστέρια παρόλο που κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε.
Δεν κρατήθηκα : “και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά” ,είπα. “Σ’ αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν”, μου εξήγησαν με μια φωνή οι δυο άγνωστοι που με συντρόφευαν.
“Ναι βλέπω” φώναξα. “Κοπάδια πουλιά κουρνιάζουν στα φυλλώματα χωρίς τα κορμιά τους”
Οι σύντροφοί μου κοιτάχτηκαν με απορία.
“Εσύ ποιός είσαι που μπορείς και τα βλέπεις;”, γυρίζει και μου λέει ανήσυχος ο ένας. Πρίν προλάβω να απαντήσω, σκύβει στο διπλανό του και τους ακούω να ψιθυρίζουν: “Πώς βρέθηκε αυτός μαζί μας; Για δώσ’ μου τον κατάλογο να ρίξω μια ματιά”.
“Δεν τον έχω απάνω μου. Μα τι τον ρωτάς; Αφού είδε, δικός μας θα’ναι κι αυτός. Στο χω ξαναπεί, να κλείνεις καλά όταν βγαίνεις”.
Η καμπάνα σήμανε μακρυά. Με πήραν απ’ το χέρι κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε αμίλητοι τη χωματένια σκάλα. Ψηλά από πάνω μας φαινόταν ο ουρανός σκούρος γαλάζιος, στολισμένος με τα πρώτα αστέρια. Άνοιξαν τη φαρδιά καγκελόπορτα και με έσπρωξαν σε ένα απέραντο κήπο, γεμάτο άσπρους στρογγυλούς βράχους. Πουθενά δε φαίνονταν λουλούδια. Μονάχα πρασινάδες. Όμως μια γνώριμη άχνα ανέβαινε μέσα από τη γη, μεθυστική σα λιβάνι”.
Στις απέραντες εκτάσεις του ουρανού περιπλανιούνται στο δίχως ηλικία χρόνο, οι σκιές των πουλιών. Τα πουλιά είναι τα ονειρά τους.
Οι άσπροι στρογγυλοί βράχοι και οι πρασινάδες δείχνουν ίσως εικόνα νεκροταφείου, πίσω από την καγκελόπορτα. Ίσως τόπο πνευματικό στο επέκεινα, όπου η ευωδιασμένη άχνα της γης σαν λιβάνι προέρχεται από λείψανα Αγίων ή Ηρώων.
Η παραδοξότητα του παραμυθιού και καταστάσεις υπερβατικές. Δεν έχει να κάνει με την ανακάλυψη ενός άλλου κόσμου μη ανθρώπινου, αλλά με την ανακάλυψη στοιχείων αυτού του κόσμου. Ο κόσμος του Γονατά ιδιαίτερος, η αγάπη του για τη φύση και η εμμονή του για το θάνατο.
“ Η μόνη φιλοσοφία που αναγνωρίζω είναι η βιωμένη. Δεν είμαι θεωρητικός. Λειτουργώ με εικόνες, με ένστικτα, με παρορμήσεις. Με ενοχλεί η σπουδαιοφάνεια στους συγγραφείς. Δε μου αρέσουν οι συγκεχυμένες απόψεις και οι κουρελούδες γνωμών”.
Ένα προαίσθημα θανάτου ενυπάρχει στα κειμενά του, κάτι πρωτόγνωρο και κάτι σαν όνειρο, σαν να είναι το αναπόφευκτο μια επικείμενη απόδραση.
ΙΚΕΣΙΑ: “Μπροστά μου υψωνόταν το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες’ την ψυχή μου. Έπεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου ικετευτικά να φεύγουν απ’ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν”.
Στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας τράβηξε το δικό του δρόμο. Στο έργο του υπάρχει μια εμμονή γύρω από το κρυμμένο και από έννοιες όπως το αόρατο και αυτό που οι μη ασκημένες αισθήσεις αδυνατούν να διακρίνουν.
Ο Γονατάς δεν προτάθηκε για το κρατικό βραβείο ποίησης ή πεζογραφίας. Αντιθέτως βραβεύτηκε για το μεταφραστικό του έργο. Αναφέρεται απ’ τους κριτικούς άλλοτε ως ποιητής και άλλοτε ως πεζογράφος. Ενώ το έργο του χαρακτηρίζεται ως πεζογραφήματα ή πεζοποιήματα.
Έχουμε πολλά να διδαχτούμε από τους κλασσικούς. Εγώ έψαχνα το μοντέρνο μέσα στο παλιό. Είχα διαπιστώσει ότι ο υπερεαλισμός ενώ τάραξε τα νερά της λογοτεχνίας, δεν έδωσε έργο ο ίδιος. Απλώς μας εφοδίασε με μια άλλη όραση ώστε να μπορούμε να βλέπουμε καινούργια είδη μέσα σε παλιά κείμενα”.
Σε πολλά κείμενα του Γονατά διακρίνουμε ένα έντονο άγχος και αγωνία, τα οποία θα μπορούσαμε να αποδώσουμε σε μια υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα που δεν είναι άσχετη με την μεταπολεμική και μετεμφυλιακή πραγματικότητα.
Οι ουλές, σωματικές και ψυχικές, είναι ο εαυτός μας. Άλλοτε αυτοκαταστροφικός ή με σημάδια διάβρωσης και πόνου, άλλοτε αλήθειας ή δαιμονισμού ή αντίφασης. Σημάδια από άμυνες στον αόρατο πόλεμο. Ουλές που είναι τα κεκτημένα που να οδηγήσουν στην κάθαρση και γι αυτό τις αγαπάμε.
Διακριτικότητα τα χοντρά δάκρυα κατάνυξης γίνονται διαμάντια κέρινα έτοιμα να πανηγυριστούν απο το πανάρχαιο βιολί.
Η άνοιξη: “ Βγάζω από την τσέπη μου το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη – τό'νοιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού- κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε. Και τότε τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, χρυσαλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν, ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι ακτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.
Το γρασίδι σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσχοβολούσε.ένα πουλί βγήκε από την κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα από τις φτερούγες του και μου είπε: “Ακόμα λίγο και η Άνοιξη αυτό το χρόνο θα 'μενε κρυμμένη στη γη”.
Το μαχαίρι που σκίζει τη γη είναι η γραφίδα του ποιητή πάνω στο χαρτί που χαράσεται. Χαράσεται και ο ίδιος γράφοντας με το αίμα του όπως κάθε ποιητής.
“ Και το αίμα μου μέλαν, όθεν βάπτω και γράφω
το άνθος το γλυκάζον εμοί γέγονεν τιθύμαλλος”.
Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός
πέρα από την εξωτερική πραγματικότητα ανακαλύπτεται και τι υπάρχει πέραν του αισθητού κόσμου. Ο Γονατάς σκάβει βαθειά για να διακρίνει εκείνο που δεν διακρίνεται είτε ξεφεύγει από τα όρια της λογικής (το παράδοξο, το παράξενο) ή τον έλεγχο της συνειδητής πλευράς της προσωπικότητας (το ονειρικό) είτε επειδή μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασήμαντο και τετρημμένο γιατί η προσοχή των πολλών είναι στραμμένη σε άλλα δήθεν σημαντικά και σπουδαία που τους θολώνουν την όραση και τους αποξηραίνουν τη σκέψη.
Η απουσία πρασίνου και λουλουδιών συμβολίζει την εσωτερική ξηρασία, τη μοναξιά και την απουσία ελπίδας. Το ποίημα αρχίζει με την περιγραφή του ορατού κόσμου.της φύσης και προχωρά στη σταδιακή αποκάλυψη μιας κρυμμένης πραγματικότητας, της Άνοιξης και τις μυστικές διεργασίες της.
“Η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί” Ηράκλειτος
Η Αλήθεια και οι νόμοι της πραγματικότητας δεν είναι φανεροί, αλλά απαιτούν βαθειά έρευνα καθώς είναι κρυμμένοι πίσω από τις φαινομενικές εικόνες.
Να ανακαλύψουμε την Άνοιξη σκάβοντας βαθειά μέσα μας με εκείνο το φως που μπορεί να σου δώσει Παράδεισο και με εκείνη την πίστη που σε κάνει να μην φοβάσαι.
'Ένδον σκάπτε”
“'Ενδον η πηγή του Αγαθού και αεί αναβλύειν δυναμένει εαν αεί σκάπτεις”Μάρκος Αυρήλιος.
Σκάβε μέσα σου. Μέσα σου είναι η πηγή του καλού και αναβλύζει πάντα εάν πάντα την αναζητάς. Να εξετάζουμε βαθειά τον εαυτό μας, να είμαστε βαθυστόχαστοι, όχι ρηχοί και επιπόλαιοι.
Όπως λέει ο Ελύτης: την Άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις”, γιατί δεν είναι εποχή, είναι κατάκτηση και κατάσταση.
Ένα εξασκημένο χέρι με μαύρο δαχτυλίδι τις πιάνει απαλά και τις φυτεύει σε μια αραχνιασμένη γλάστρα.
Μια μικρή τίγρις με μαύρες ραβδώσεις που ήταν κρυμμένη πίσω από το κουμάρι, βγαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα. Κοιτάζει για λίγο το φεγγάρι και με μουδιασμένες βηματισιές χάνεται μέσα στο ψηλό χορτάρι του κήπου. Στα πόδια της φοράει κίτρινους μενεξέδες.
Θα ξανάρθει όμως αύριο το βράδυ.Όλη τη μέρα στο βαγόνι του τρένου που την οδηγεί στο κλουβί της και ύστερα στον απέραντο παγωμένο στίβο την ώρα της παράστασης, θα νοσταλγεί το χάδι του χεριού με το μαύρο γάντι”.
Η τίγρις πότε βγαίνει από το κοουμάρι, πότε πετάγεται από τα σπλάχνα του ποιητή, πότε είναι σκέψεις και λογισμοί που γατζώνονται μες το μυαλό μας. Λογισμοί κομμάτι του εαυτού μαςκαι της σκέψης μας. Κλώθουν ανέμελοι σε όλες τις κάμαρες της ψυχής μας βέλη που σημαδεύουν την καρδιά. Τους χαιδεύουμε γι αυτό έρχονται ξανά και ξανά.
“Είμαι η φωνή σου, ταξιδεύω πάντα μαζί σου, δε σε αφήνω, αλοίμονο να σε άφηνα μονάχο. Είμαι η τίγρις η συνταξιδιώτισσα.Ταξιδεύουμε πάντα οι δυό μας. Στα τραπέζια πονέσαμε μαζί, χαρήκαμε μαζί,. Πολιτείες, γυναίκες, ιδέες. Και όταν φορτωμένοι λάφυρα,γεμάτοι πληγές, γυρίζαμε στο ήσυχο κελί μας, η τίγρις ετούτη γατζώνονταν αμίλητη στην κορυφή του του κεφαλιού μου, εκεί είναι η σπηλιά της. Χώνει τα νύχια της στο μυαλό μου και οι δυο άλαλοι μένοντας για τα όσα είδαμε και λαχταρίσαμε και τα όσα έχουμε ακόμα να δούμε. Κουβεντιάζουμε η τίγρις η συνταξιδιώτισσα κι εγώκαι γελούμε με την αχορταγιά μας κι ας ξέρουμε ότι ένα βράδυ θα δειπνήσουμε για τελευταία φορά”. Ν.Καζατζάκης.
Ως μεταφραστής ο Γονατάς δείχνει την ίδια προσοχή και επιμέλεια που δείχνει και για τα δικά του έργα, για την απόδοση στα Ελληνικά ξένων λογοτεχνικών κειμένων. Έχει επιλέξει έργα λογοτεχνών με τους οποίους αισθάνεται ότι έχει κάποια εκλεκτική συγγένεια όπως ο Ιβάν Γκολ, του Βολς, του Μπετανκούρ, του Κόλεριτζ, του Φλωμπέρ και του Λιχτεμπεργκ.
Ήταν γνώστης της Γερμανικής και Γαλλικής φιλολογίας.
Ο Γάλλος ποιητής Πιερ Μπετενκούρ θεωρεί ότι το αφήγημα θεωρεί το αφήγημα “Η Επίσκεψη” από το βιβλίο Οι Αγελάδες” σαν ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Κάποια κειμενά του γεννήθηκαν στο πλαίσιο της μεταφραστικής του ενασχόλησης με τα κείμενα του Λιχτενμπεργκ, αφού αφηγούνται περιστατικά τα οποία ανακλήθηκαν στη μνήμη του κατά την ανάγνωση φράσεων του Γερμανού διανοητή.
Το ίδιο κείμενο λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε δυο χρονικά απομακρυσμένους συγγραφείς.
Ο Λίχτεμπεργκ ακούραστος θεατής της μυστικής ζωής, διορατικός και επίμονος, όπως τον χαρακτηρίζει ο συνομιλητής του Γονατάς, σημειώνει:Αυτό που πάντα μου άρεσε στον άνθρωπο είναι ότι μπορούσε να χτίζει το Λούβρο, τις αιώνιες πυραμίδες, τον άγιο Πέτρο της Ρώμης και συγχρόνως να εκστασιάζεται θωρώντας μια κυψέλη μελισσών ή ένα σαλίγκαρο μέσα στο καυκαλό του. Ο στίχος “ Τρεις δεκάρες είναι προτιμότερες από ένα δάκρυ”, ανήκει στον Λιχτενμπεργκ. Και είναι η προμετωπίδα της συλλογής του.
Ο Γονατάς δείχνει την προτιμησή του σε συγγραφείς που ήταν πριν από οτιδήποτε άλλο ποιητές με την ευρύτερη σημασία της λέξης.
Το παράδεξο και το ουτοπικό το καθιστά μέσω εικόνωνπραγματικό. Όπως και η Αρχαία Ελληνική μυθολογία ερμηνεύει το πραγματικό μέσω εικόνων και φανταστικών συλλήψεων.
Το μεταφραστικό ενδιαφέρον για τον Wols δείχνει τη συγγένεια που νοιώθει ο Γονατάς με αυτόν “τον εραστή του απόλυτου”όπως τον χαρακτηρίζει.
Εκεί ο αναγνώστης παρακολουθεί στίχο στίχο, εικόνα την εικόνα την εκρηκτική ποιητική διαδρομή ενός ανθρώπου που έζησε στην κόψη του ξυραφιού, σε όλα τα επίπεδα.
Εβραικής καταγωγής, κρύβει το προσωπό του με τα πολλά ψευδώνυμα. Φιλειρηνιστής και προοδευτικός, θα στιλιτεύσει στους στίχους τους τον πόλεμο και τον ολοκληρωτισμό του φασισμού. Θα συναναστραφεί με όλους τους συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφους, Γάλλους και ξένους, αναζητώντας τη δική του φωνή στην ποίηση, στην πεζογραφία. Ο Γκολ θα περάσει στην αλήθεια της αναζήτησης του Όντος και στη διαρκή πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ο Γονατάς συμβάλλει στην αποκατάσταση του ποιητή, που το έργο του ήταν σε έναν κύκλο σιωπής, αποδίδοντας με τρόπο μοναδικό τη βαθύτερη ουσία και ομορφιά της ποιησής του.
“Οι πόρτες” του Ιβαν Γκολ (μετάφραση του Γονατά)
Πέρασα μπροστά απόο τόσες πόρτες
μέσα στο διάδρομο των χαμένων φόβων
και των φυλακισμένων ονείρων.
Άκουσα πίσω από τις πόρτες δέντρα που τα βασάνιζαν
και ποταμούς που προσπαθούσα να τους δαμάσουν.
μπροστά από πόρτες που έκαιγαν και δεν άνοιγαν
μπροστα από πόρτες που κουράστηκαν να μένουν πολυ καιρό κλειστες.
Κι από άλλες σαν καθρέφτες απ΄όπου περνούσαν μόνο 'Αγγελοι.
“Υπάρχει όμως μια πόρτα απλή δίχως σύρτη ούτε μάνταλο στο βάθος του διαδρόμου, απέναντι απ' το ρολόι. Η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα.
Κανένας δεν τη σπρώχνει ποτέ”.
Στο βάθος του διαδρόμου, στο τέρμα της διαδρομής της ζωής. Απέναντι απ' το ρολόι εκτός του χρόνου τούτου, υπαινίσσεται.
Οι δυνατοί κλαίνε πίσω από τις κλειστές πόρτες, που δενέχουμε ακούσει τίποτα ποτέ για αυτούς.
Είναι αυτοί που αγαπάνε χωρίς όρια.
Πρέπει να κατέχει άλλου είδους αντριωσύνη και άλλου είδους ελευθερία για να σπρώξει κανείς αυτή την πόρτα. Είναι ο άλλος τόπος ο ερωτικός, ο ανυπότακτος.
Ξαγρυπνώντας εμπιστεύεται εμάς αυτή η πόρτα να την ανοίξουμε. Την σκουριασμένη πόρτα της καρδιάς.
“Κανένας δεν σπρώχνειποτέ αυτή την πόρτα”
Το λεπτοφυές πέρασμα είναι δύσκολο να διατυπωθεί με λόγια. Προσπαθεί να πει κανείς κάτι με λόγια μεταφορικά και παραβολές.
Έτσι και ο ποιητής, κάθε ποιητής, υπαινίσσεται, εκμυστηρεύεται, μεταπλάθει και στο τέλος πάσχει. Θα μιλήσει μέσω λέξεων και κυρίως μέσω διαστημάτων σιωπής. Η σιωπή και ο ψίθυρος δεν χωρούν στην κοινωνία μας.
“Κανένας δεν σπρώχνει ποτέ αυτή την πόρτα”.
“Εαν η θύρα της αντίληψης άνοιγε, τότε το κάθε τι θα παρουσιαζόταν όπως ακριβώς είναι δηλαδή άπειρο”.Μισέλ Ουέλμπεκ.
Ο άνθρωπος προτιμά τη σιγουριά της ακινησίας και όχι το επισφαλές αποτέλεσμα της κίνησης.
“Και είναι κρίμα ο ισόβιοςεγκλεισμός στην κιβωτό της ανάγκης”.Ελύτης.
Το πέρα από σένα μπορεί να είναι ο Άλλος, η δική του Αλήθεια, η δική Του ελευθερία.
“Όλα όσαβλέπουμε είναι οφθαλμαπάτη. Οι άνθρωποι είναι εντελώς τυφλοί. Δεν μπορούν να δουν παρά το ολοφάνερο”.
“Η πόρτα που ανοίγει και η όρασή μας μεταμορφώνεται” Wols
“Kανένας δεν σπρώχνει αυτή την πόρτα”.
ευρήσει”.Ιωάν, 1,9-4
Η πόρτα που οδηγεί πέρα από σένα, μπορεί επίσης να είναι ο ίδιος σου ο εαυτός και οι άγνωστες περιοχές του, που μπορεί να γίνουν θυρανοίξια.
“Κανένας δεν σπρώχνει αυτή την πόρτα
ούτε για να μπει φρέσκος αέρας”.
“Ο ήλιος γέμισε πορτοκάλια το δωμάτιο.
Απ' τα χαλιά ξεκόλλησαν πουλια,
καθώς πετούσαν ολόγυρα.
Τα έπιπλα καθρεφτίζουν τις ωραίες φτερούγες
που διώχνουν μακρυα το θάνατο”
“ Πρέπει να επιδιώκεται εκείνο που δε θα πρασεγγιστεί ποτέ”.
Του κατά λάθος κατοίκου αυτής της εποχής
Επαμεινώνδα Γονατά
του Εγκλείστου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου