Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ζητούσαν «σημεῖον ἰδεῖν». Μήπως αγαπάμε πιο πολύ το θέαμα από την ουσία; - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Ζητούσαν «σημεῖον ἰδεῖν». Μήπως αγαπάμε πιο πολύ το θέαμα από την ουσία;

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Ένας ενάρετος κληρικός εκοιμήθη πρόσφατα και με αγαθή διάθεση δημοσιεύθηκαν κείμενα με θαυμαστά περιστατικά, όπως ότι κάποιοι είδαν φως όταν προσευχόταν, είδαν θαυμαστά σημεία, ότι «κάτι» υπερκόσμιο συνέβη γύρω από την παρουσία του. Δεν τα απορρίπτω. Ούτε θέλω να απομειώσω ό,τι ο Θεός μπορεί να παραχωρεί ως παρηγοριά.

Κι όμως, μέσα μου μένει μια σκέψη που δεν με αφήνει ήσυχο: μήπως συχνά καταντάμε να μοιάζουμε με τους ανθρώπους της εποχής του Χριστού, που ζητούσαν «σημεῖον ἰδεῖν»; Μήπως αγαπάμε πιο πολύ το θέαμα από την ουσία; Μήπως διψάμε για το έκτακτο, και περνάμε βιαστικά μπροστά από το καθημερινό θαύμα της θυσιαστικής διακονίας;

Διότι, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, το πιο μεγάλο «σημείο» στη ζωή αυτού του κληρικού δεν ήταν κάτι που έλαμψε για λίγο μπροστά στα μάτια κάποιων. Ήταν κάτι που κράτησε δεκαετίες. Ήταν η σταθερή διακονία του ως εφημερίου, σε μια ενορία, με ανθρώπους, με δυσκολίες, με καθημερινή εκνευριστική ρουτίνα, με φθορά. Ήταν η αφιέρωση στην εξομολόγηση και την πνευματική καθοδήγηση—μια εργασία που την θεωρούμε δεδομένη, αλλά στην πραγματικότητα απαιτεί καρδιά που «καίγεται» για την διακονία του Σώματος του Χριστού.

Πόσο εύκολα το λέμε: «πήγα να εξομολογηθώ». Κι όμως, από την άλλη πλευρά υπάρχει ένας άνθρωπος που κάθεται. Ώρες. Μέρες. Χρόνια. Ακούει αμαρτίες, λογισμούς, ερωτήσεις, μπερδέματα, φόβους, δικαιολογίες, μεταμέλειες, δάκρυα, πείσματα, σιωπές. Βλέπει πρόσωπα διαφορετικά, χαρακτήρες αντίθετους, διαθέσεις που αλλάζουν. Κι όσο περνά η ώρα, το σώμα πονά. Το κεφάλι βαραίνει. Η φωνή κουράζεται. Το πνεύμα στεγνώνει. Κάποια στιγμή, ανθρώπινα, θα ήθελες να σηκωθείς—να τελειώνει το μαρτύριο.

Αλλά δεν σηκώνεσαι. Γιατί εκείνη την ώρα δεν «κάνεις μια συζήτηση» ή «ψυχανάλυση». Διακονείς Μυστήριο. Κρατάς μια πόρτα ανοιχτή για να περάσει ένας αδελφός σου από το σκοτάδι στο φως της μετανοίας. Και αυτό θέλει θυσιαστική διάθεση. Θέλει να μη δυσφορήσεις. Θέλει να μην αφήσεις την κόπωση να γίνει σκληρότητα. Θέλει να έχεις την υπομονή να κατηχήσεις, τη διάκριση να ξεχωρίσεις την αλήθεια από την πλάνη, τη λεπτότητα να παρηγορήσεις χωρίς να χαϊδέψεις, τη σταθερότητα να βάλεις όριο και να παιδαγωγήσεις χωρίς να συντρίψεις.

Κι υπάρχει κι ένας άλλος κόπος, που δεν φαίνεται καθόλου: ο εσωτερικός. Να μη μπει ο πειρασμός της εξουσίας μέσα στη σχέση πνευματικού–εξομολογουμένου. Να μη γίνει η εξομολόγηση «χώρος επιβολής». Να μη περάσουν οι δικές σου ιδέες ως δήθεν «φωνή Θεού». Να μη σε μεθύσει η τιμή, ούτε οι εκδηλώσεις θαυμασμού. Να κρύβεις το πρόσωπό σου για να φαίνεται ο Χριστός και η Εκκλησία. Να μένεις υπάκουος, εκκλησιαστικός, ταπεινός—χωρίς να καλλιεργείς τον ρόλο του «μεγάλου γέροντα». Αυτός είναι αγώνας. Και είναι αγώνας καθημερινός, γιατί η ανθρώπινη ψυχή εύκολα γλιστρά στην κενοδοξία, ακόμη και με αφορμή τα πιο ιερά.

Αυτή τη θυσιαστική διακονία σκέφτομαι αυτές τις ημέρες. Κι όχι μόνο για τον συγκεκριμένο κεκοιμημένο ενάρετο κληρικό, αλλά και για τόσους άλλους κληρικούς που υπηρετούν αθόρυβα στις ενορίες: χωρίς φήμες, χωρίς αφιερώματα, χωρίς «ιστορίες που εντυπωσιάζουν». Έχουν, όμως, ρυτίδες από την κόπωση και πληγές από το φορτίο των άλλων. Και συχνά δεν ζητούν τίποτε—ούτε λόγια, ούτε προβολή. Μόνο να έχουν την δύναμη και την υπομονή να συνεχίσουν να διακονούν.

Δεν κρίνω όσους γράφουν για θαυμαστά γεγονότα. Ίσως τους παρηγορεί, ίσως τους ενισχύει, ίσως τους βοηθά να αγαπήσουν περισσότερο τον πνευματικό αγώνα. Απλώς φοβάμαι μήπως συνηθίσαμε να ζητάμε το εντυπωσιακό, και να προσπερνάμε τα βασικά, τα ωφέλιμα, εκείνα που πραγματικά μας παιδαγωγούν: τη μετάνοια, την υπομονή, τη σταθερότητα, τη διακονία, την ταπείνωση. Το θαύμα που πρέπει να μας εντυπωσιάζει δεν είναι το υπερκόσμιο φως ενός οράματος. Είναι το ταπεινό φως που αχνοφέγγει μέσα σε ένα κελί εξομολόγησης, σε ένα πετραχήλι, σε μια καρέκλα που τσακίζει τη μέση και τα γόνατα, σε μια καρδιά που λιώνει αλλά επιμένει να αγαπά.

***

A virtuous clergyman reposed recently, and with good intentions articles were published that focused on extraordinary incidents—such as that some saw light while he was praying, that wondrous signs appeared, that “something” otherworldly happened around his presence. I do not dismiss these things. Nor do I wish to diminish whatever God may grant as consolation.

And yet, a thought remains within me and will not let me rest: could it be that we often end up resembling the people of Christ’s time who sought “to see a sign”? Do we perhaps love the spectacle more than the essence? Do we thirst for the exceptional and hurry past the daily miracle of sacrificial ministry?

For, if I want to be honest, the greatest “sign” in this clergyman’s life was not something that shone for a moment before a few people’s eyes. It was something that lasted for decades. It was his steady service as a parish priest, in a parish, among people—amid difficulties, amid an everyday, irritating routine, amid wear and tear. It was his dedication to confession and spiritual guidance—work we take for granted, yet in truth it requires a heart that “burns” for the service of the Body of Christ.

How easily we say, “I went to confession.” And yet, on the other side there is a man who sits. Hours. Days. Years. He listens to sins, thoughts, questions, confusions, fears, excuses, repentance, tears, stubbornness, silences. He sees different faces, opposing characters, shifting moods. And as time passes, the body aches. The head grows heavy. The voice tires. The spirit dries out. At some point, humanly speaking, you would want to get up—let the ordeal be over.

But you do not get up. Because in that moment you are not “having a conversation” or “doing psychotherapy.” You are serving a Mystery. You are keeping a door open so that a brother may pass from darkness into the light of repentance. And that requires a sacrificial disposition. It requires that you not show irritation. It requires that you not let fatigue harden you. It requires the patience to catechize, the discernment to separate truth from delusion, the delicacy to comfort without flattering, the steadiness to set a boundary and to guide without crushing.

And there is yet another labor, one that is not visible at all: the inner one. Not allowing the temptation of power to enter the relationship between spiritual father and penitent. Not letting confession become a “place of imposition.” Not passing off your own ideas as though they were the “voice of God.” Not being intoxicated by honor, nor by expressions of admiration. Hiding your own face so that Christ and the Church may be seen. Remaining obedient, ecclesial, humble—without cultivating the role of the “great elder.” This is struggle. And it is a daily struggle, because the human soul slips easily into vainglory, even when the occasion is the most sacred.

This sacrificial ministry is what I have been thinking about these days. And not only with regard to this particular virtuous clergyman who has reposed, but also with regard to so many other priests who serve quietly in parishes: without rumors, without tributes, without “stories that impress.” Yet they carry wrinkles from exhaustion and wounds from bearing others’ burdens. And often they ask for nothing—neither words nor publicity. Only the strength and patience to continue serving.

I do not judge those who write about wondrous events. Perhaps it consoles them; perhaps it strengthens them; perhaps it helps them love the spiritual struggle more. I simply fear that we have grown accustomed to seeking what is impressive, and to passing by the basic and beneficial things—those that truly form us: repentance, patience, steadfastness, ministry, humility. The miracle that ought to impress us is not the otherworldly light of a vision. It is the humble light that glimmers faintly within a confessional cell, in an epitrachelion, on a chair that breaks the back and the knees, in a heart that melts—and yet persists in love.

Δεν υπάρχουν σχόλια: