Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Περὶ καρναβάλου - Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Το κήρυγμα αυτό του Μητροπολίτου Φλωρίνης, να το προσέξουν, και να το διαβάσουν οι Πατρινοί, που αυτές τις ημέρες συμμετέχουν -ακόμα-  και "χριστιανοί" στα καρναβαλικά τεκταινόμενα, εκούσια ή ακούσια.
Να το μελετήσει ο ιερός κλήρος, οι ενορίες, και οι σιωπούσες Χριστιανικές ομάδες και σύλλογοι.
Προσωπικά το αφιερώνω στον αγωνιστή αντικαρναβαλιστή Παναγιώτη Αντ. Λόη, τον βιογράφο του αγίου Γερβασίου των Πατρών, που συγκέντρωσε τα της ζωής του αγίου, καθώς τα κηρύγματά τα του.
Το βιβλίο «Ο αντικαρναβαλικός αγών του π. Αυγουστίνου Καντιώτη στην Πάτρα» Παναγιώτη Αντ. Λόη, περιέχει ομιλίες και δράση, του αγίου Επισκόπου Αυγουστίνου. Ο αείμνηστος Λόης αγωνίστηκε ενάντια στα καρναβάλια. Αιωνία η μνήμη του.  Α.Κ.Κ.

Περὶ καρναβάλου (β΄)

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Σᾶς ἔκανα ἀνάλυσι τοῦ καρναβαλικοῦ ὀργίου ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς. Τώρα παίρνω μιὰ ἄλλη πλευρά. Ἀφήνω τὴ θρησκευτικὴ πλάστιγγα καὶ ζυγίζω τὸν καρνάβαλο μὲ ἄλλη πλάστιγγα, τὴν κοινωνική. Ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀντικοινωνικός. Σκορπάει, θὰ πῇς, γέλιο καὶ χαρά; Τί μοῦ λές; Ἐρωτῶ· ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀνακάλυψι στὸν κόσμο; ὁ ἠλεκτρισμός; οἱ σπούτνικ; οἱ δορυφόροι; ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια; Δὲν μοῦ ᾽πες τίποτα. Τὸ σπουδαιότερο πρᾶγμα, ἀδέρφια μου, εἶνε ν᾽ ἀνακαλύψῃς, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου ὑπάρχει δίπλα σου κ᾽ ἕνας ἄλλος ποὺ πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾷς, νὰ τὸν πονᾷς. Γλεντᾷς ἐσὺ καὶ διασκεδάζεις· ῥῖξε μιὰ ματιὰ γύρω σου νὰ δῇς τί γίνεται, πόσοι ἄποροι ὑπάρχουν. Διαβάζω ὅτι βουλευτὴς τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως πῆγε σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ βρῆκε γυναῖκες μὲ μικρὰ ποὺ στέρεψαν τὰ στήθη τους, δὲν εἶχαν γάλα νὰ τὰ θηλάσουν γιατὶ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φᾶνε. Κ᾽ ἐσὺ σκορπᾷς χρήματα. Ποῦ τὰ σκορπᾷς; στὸν διάβολο;

Ἄκουσα Ἀθηναῖο νὰ καυχᾶται, ὅτι μέσα σὲ μιὰ νύχτα ὀργίου δαπάνησε στὴν Πάτρα 30 χιλιάδες, ἄλλον νὰ λέῃ ὅτι δαπάνησε 60 χιλιάδες, ἄλλους…, ἄλλους… Ἔμαθα ὅτι κ᾽ ἐδῶ κάποιος καπνέμπορος πρὸ δύο-τριῶν ἐτῶν ξώδεψε σὲ καρναβαλικὴ χοροεσπερίδα χίλιες λίρες. Πῆρα λοιπὸν τὸ μολύβι κ᾽ ἔκανα λογαριασμὸ τί χρήματα ξοδεύουν οἱ ἄνθρωποι μέσα στὶς λίγες αὐτὲς ἡμέρας τῆς ἀποκριᾶς γιὰ ταξίδια καὶ μετακινήσεις, γιὰ φαγητὸ καὶ πιοτὸ σὲ ἑστιατόρια καὶ ξενοδοχεῖα, γιὰ μεταμφιέσεις, γλέντια καὶ ὄργια. Θὰ μοῦ πῆτε· Ἐπειδὴ ἐσὺ ἔγινες καλόγερος, θέλεις νὰ μᾶς κάνῃς κ᾽ ἐμᾶς καλογέρους; Κοπιάζουμε ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, θέλουμε λίγη χαρά… Χαρὰ θέλετε; Νὰ σᾶς δώσω χαρά, νὰ πετᾶτε μὲ φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Λοιπόν, ἐὰν ἀποφάσιζαν, μόνο μιὰ φορά, νὰ σταματήσουν τὸ καρναβάλι καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ ξώδευαν νὰ τὰ δώσουν σὲ μιὰ ἐπιτροπή, σᾶς λέω ὅτι θά ᾽φτειαναν 50.000 δέματα μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθά (ἀλεύρι, ῥύζι, ζάχαρη, γάλα, σαπούνι…). Καὶ ὅταν θὰ πήγαιναν νὰ τὰ προσφέρουν στὴ φτωχολογιά, θὰ χτυποῦσαν καμπάνες· αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ πιὸ μεγάλη χαρά.

* * *

 Ἀδελφοί, τώρα ἔφτασα στὸ ἄλλο κρίσιμο σημεῖο. Νὰ συνεχίσω παρακάτω; ἢ νὰ σταματήσω, νὰ πάω στὸ κελλί μου; Ὄχι, θὰ προχωρήσω. Θὰ σᾶς πῶ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Σᾶς ζύγισα τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βγῆκε νὸκ ἄουτ· «μανή, θεκέλ, φάρες» (Δαν. 5,25). Σᾶς τὸν ζύγισα μὲ τὸ Πηδάλιο καὶ βγῆκε ἐκτός. Τώρα ἀ φήνω αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς ζυγίσω τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἕλληνας δὲν εἶσαι; δὲν κατοικεῖς σ᾽ αὐτὴ τὴν Ἑλλάδα; –Τί δουλειὰ ἔχει ὁ καρνάβαλος μὲ τὸ Σύνταγμα; θὰ μοῦ πῆτε. Μὰ ἔχει. Ἀνοίγω τὸ Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων. Πῶς ἀρχίζει; ῾Ρῖγος σὲ πιάνει· «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Αὐτὴ εἶνε ἡ ῥίζα τοῦ ἔθνους. Ἡ ἁγία Τριάδα λοιπὸν εὐλογεῖ αὐτὰ τὰ ἔργα; Ὄχι δὲν στέκουν. Ἂν συνεχίσῃς ἔτσι, καλύτερα νὰ σβήσῃς τὴν ἐπικεφαλίδα αὐτὴ καὶ νὰ γράψῃς Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μαμωνᾶ, Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ καρναβάλου, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἄγγλων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἀμερικάνων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν ῾Ρώσων. Δὲν σὲ θέλω ψεύτη. Ἢ νὰ τὸ σέβεσαι ἢ νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Σβῆσ᾽ το. Νὰ μὴ μοιάζουμε σὰν κατάστημα ποὺ ἀπ᾽ ἔξω λέει Κατάστημα ἡ καθαριότης, καὶ μέσα εἶνε ὅλα ἀκάθαρτα. Ὅ,τι λέει ἀπ᾽ ἔξω, νά ᾽νε κι ἀπὸ μέσα. Σὰν ἐκεῖνο τὸ σωκρατικό, νὰ ἔχουμε ὄχι μόνο «τὸ φαίνεσθαι» ἀλλὰ καὶ «τὸ εἶναι».

Συνεχίζω. Τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος γιὰ τί μιλάει; γιὰ χωράφια, γιὰ κτήματα; Ἔχει μεγαλεῖο, αἰθέρα! Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὸ γένος μας, λέει, εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Οἱ νομικοὶ καταλαβαίνουν τί θὰ πῇ «ἐπικρατοῦσα». Δηλαδή, ὅτι τὸ Κράτος ὑποστηρίζει τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ παρακάτω στὸ ἄλλο ἄρθρο λέει, ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ἰσοστάσιοι ἢ μᾶλλον, κατὰ τὴν ἑρμηνεία δοκίμων ἐπιστημόνων τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ὅτι οἱ κανόνες εἶνε ἀνώτεροι τῶν νόμων, διότι εἶνε ἀποστάγματα τῆς ἠθικῆς τοῦ Εὐαγγελίου· δὲν τοὺς γέννησε ἡ γῆ, ἀλλὰ τοὺς θέσπισε ὁ οὐρανός. Ὕψιστοι νόμοι. Μάλιστα, κύριοι. Ἡ Πολιτεία τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τοὺς ἱεροὺς κανόνας. Μὲ τὸν καρνάβαλο ὅμως ὁ διάβολος καταπατεῖ μὲ τὰ βρωμοπόδαρά του ὅλο τὸ Πηδάλιο. Δὲ μοῦ λέτε· ἐφ᾽ ὅσον ἔχουμε τέτοιο ὀρθόδοξο κράτος, ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ εἶνε σύμφωνη μὲ τὴν Ἐκκλησία; Τὸ ὀρθόδοξο βασίλειο θὰ διακρίνεται μόνο ἀπὸ τὸ Πολυχρόνιο καὶ ὄχι ἀπὸ συνέπεια ζωῆς καὶ πράξεως;

Εἶσαι πολιτεία ὀρθόδοξη; Σύμφωνοι! ἔχεις συνέπεια; Τριακόσιοι δὲν εἶνε οἱ βουλευτάδες, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων; Νὰ τοὺς πάρω λοιπόν, νὰ τοὺς βάλω σὲ ἀεροπλάνα καὶ νὰ τοὺς πάω ποῦ; Στὴ Βιέννη. Ἐκεῖ εἶνε ἕνα μουσεῖο. Νὰ τοὺς ὁδηγήσω μπροστὰ σὲ μιὰ μπρούντζινη πλάκα, καὶ νὰ τοὺς πῶ· Κύριε πρόεδρε τῆς βουλῆς, κύριοι ὑπουργοὶ καὶ κύριε πρωθυπουργὲ τῆς χώρας, ξέρετε γράμματα, λατινικὰ εἶνε. Διαβάστε· τί λέει αὐτὴ ἡ πλάκα; Λέει ὅτι τὸ 184 π.Χ. ἡ Σύγκλητος τῆς ῾Ρώμης, ἡ σημερινὴ Βουλή, συνεδρίασε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ μερικοὶ ῥήτορες ἐξέθεσαν τί κατάστασι δημιουργοῦσαν στὴν πόλι τὰ καρναβάλια. Τὰ ἐξέτασαν ἐκεῖνοι καὶ δὲν εἶχαν Εὐαγγέλιο, δὲν εἶχαν προφήτας· εἶχαν μόνο τὴν ἠθικὴ συναίσθησι· καὶ παμψηφεὶ ἀποφάσισαν· Καταδικάζουμε καὶ ἀπαγορεύουμε στὴ ῾Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ὅλα τὰ καρναβαλικὰ ὄργια, γιατὶ προξενοῦν καταστροφὴ στὸ λαό. Ἐρωτῶ· συνεδρίασε καμμιὰ φορὰ ἔτσι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων; Βρῆκα κάποιον βουλευτή, πνευματικό μου παιδὶ ποὺ τό ᾽χα σὲ κάποιο σχολειὸ στὴ Μακεδονία, καὶ τοῦ λέω· –Γιατί δὲν φέρνεις τὸ θέμα αὐτὸ στὴ Βουλή; βγάζουν τόσους νόμους κάθε μέρα, νὰ βγάλουν κ᾽ ἕνα τέτοιο νόμο· Ἀπαγορεύονται τὰ καρναβάλια. Καὶ τί μοῦ λέει· –Δὲν ξέρεις τί θὰ πῇ Βουλή· ἐὰν τολμήσω νὰ θέσω τέτοιο θέμα, ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ γελάῃ.

Λοιπόν, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς ὁ καρνάβαλος δὲν στέκει. Ἐμβαθύνω περισσότερο ἐδῶ καὶ λέω, ὅτι ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη πλευρά. Ποιά; Ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὁ πρωθυπουργός, οἱ ὑπουργοί, ὁ δήμαρχος, ὁ πρόεδρος, καθένας ποὺ ἀναλαμβάνει ὁποιοδήποτε ἀξίωμα, δὲν τὸ ἀσκεῖ ἐὰν προηγουμένως –κακῶς κατ᾽ ἐμέ– δὲν ὁρκισθῇ στὸ Εὐαγγέλιο καὶ  πῇ ὅτι, Ὅσο θὰ ἀσκήσω τὴν ἐξουσία αὐτὴ θὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα· «Εἴη μοι ὁ Θεὸς βοηθός…», καὶ ὁ παπᾶς εὐλογεῖ. Θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη ἀρχιεπίσκοπο τὸν Σπυρίδωνα. –Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, βγάλε ἐγκύκλιο γιὰ τὸν καρνάβαλο. –῾Ρὲ Αὐγουστῖνε, θὰ μᾶς γελάσουν. –Βγάλε, γέροντα! –Ὄχι. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, αὐτὸς τόλμησε καὶ ἔβγαλε ἐγκύκλιο, ἡ ὁποία τοιχοκολλήθηκε στοὺς δρόμους τῶν Πατρῶν, καὶ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καταδικάζει τὸ καρναβαλικὸ ὄργιο, γιατὶ δι᾽ αὐτοῦ πλήττονται τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας. Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ἡ ἁγία Γραφή, οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σύνταγμα καὶ ὁρίζουν ἔτσι, δὲν διστάζω νὰ πῶ ὅτι κάθε δήμαρχος, κάθε πρόεδρος, κάθε δημοτικὸ συμβούλιο, κάθε ὑπουργός, κάθε ἀξιωματοῦχος ποὺ ὑποστηρίζει καρναβαλικὰ ὄργια, εἶνε ἐπίορκος.

Συμβαίνει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο. Λένε, ὅτι τὸ κράτος μας εἶνε φτωχό, ἔχει λίγα λεφτά. Τὸ παραδέχομαι κ᾽ ἐγὼ πρὸς στιγμήν. Εἶνε διακονιάρης ἡ Ἑλλάδα· τὸ Ἰσραὴλ δανείζει, ἐμεῖς συνεχῶς δανειζόμαστε. Πᾶνε λοιπὸν στὸν ὑπουργὸ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὰ δεκανίκια οἱ τραυματίες, αὐτοὶ ποὺ φτειάσανε αὐτὴ τὴν πατρίδα, καὶ παρακαλοῦν· –Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ χρήματα, δῶστε μας κάτι παραπάνω. Ἀπαντᾷ ὁ ὑπουργὸς μὲ τὸ ναργιλέ του· –Γιόκ! Πᾶνε οἱ χῆρες οἱ μαυροφορεμένες, ποὺ τὰ κορμιὰ τῶν ἀντρῶν τους σάπισαν στὸ Γράμμο· –Δῶστε μας κάτι, τὰ παιδιά μας δὲν ἔχουν τετράδιο. –Γιόκ! Πᾶνε οἱ φτωχοὶ δάσκαλοι μὲ τὰ τριμμένα παντελόνια, πᾶνε οἱ παπᾶδες –Γιόκ! Ἔ, πάει στὸ ὑπουργεῖο καὶ ὁ καρνάβαλος. Συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα πρῶτο ξάδερφο. Εἶχε καὶ ξάδερφο ὁ καρνάβαλος, δὲν ἦταν μοναχός· εἶνε καὶ μὲ ἐξάδερφο καὶ ἐξάδερφο ποὺ τὸν παίρνει ἀγκαζὲ καὶ τὸν πάει στὸ ὑπουργεῖο. Ποιός εἶνε ὁ ἐξάδερφός του; εἶνε ὁ πολὺς … Τὸν βάζουν μέσα. Μόλις τὸν βλέπουν!… Στὴ χήρα, στὸν τραυματία δὲν σηκώνονται, κάθονται. Μόλις μπῇ ὁ καρνάβαλος, –Ὁρῖστε καθίστε, τί θέλετε; –Στενοχώρια ἔχω στὴν Πάτρα. –Καὶ τί θές; –Παραδάκι. –Θὰ σοῦ δώσω. Πόσα; –Διακόσες χιλιάδες. ―Μμ, λίγα εἶνε. –Τετρακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ἑξακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ὀχτακόσες, ἕνα ἑκατομμύριο! Οἱ ἀχαρακτήριστοι. Λὲς καὶ τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ μας εἶνε γιὰ τέτοιες σπατάλες. Καὶ ποῦ; στὴν Πάτρα. Ποὺ ἂν πᾷς στὶς συνοικίες, ἐκεῖ πού ᾽νε ὁ πατὴρ Γερβάσιος, βλέπεις αὐτὰ ποὺ γράφουν συχνὰ οἱ ἐφημερίδες· Ὁ τάδε ἄρρωστος δὲν ἔχει φάρμακα, πενικιλῖνες… Σὲ τέτοιο φτωχὸ λαὸ εἶνε δημοσία πρόκλησις τὸ Κράτος, ποὺ ὡρκίστηκε πίστι στὸ Σύνταγμα καὶ στὴν ἁγία Τριάδα, ν᾽ ἀνοίγῃ τὰ ταμεῖα του καὶ νὰ σκορπάῃ τὰ χρήματα στὸ διάβολο. Ἀντισυνταγματικὸ εἶνε.

Ἄ, φτάσαμε τώρα καὶ στὸ «κουμπί». Ἐδῶ πλέον γράφω καὶ λέω κάτι, στὸ ὁποῖο θὰ ἐπιμείνω μέχρι τέλους. Τὸ Σύνταγμα ἔχει μιὰ ἀ έλεια. Ποιά; Ὅτι, ἐπὶ φλεγόντων θεμάτων ποὺ ἐνδιαφέρουν ὅλο τὸ λαό, δὲν μπορεῖτε, σεῖς κύριοι οἱ τριακόσοι, νὰ κλείνεστε στὸ κοινοβούλιο καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ νὰ λαμβάνετε ἀποφάσεις. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν πρέπει ὁ λαὸς νὰ καλῆται σὲ δημοψήφισμα, ὅπως γίνεται στὴν Ἑλβετία. Μακάρι νὰ γινόταν κ᾽ ἐδῶ αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι. Δὲν ἔχουμε ἐκλογὲς κάθε μέρα, ἀλλὰ εἶνε μερικὰ ζητήματα, σὰν αὐτὸ καὶ σὰν τὸ ζήτημα τῶν θεαμάτων, ποὺ χρειάζεται νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός. Τὸ βρίσκετε μικρὸ ζήτημα αὐτό; Φωνάξαμε, βγήκαμε στοὺς δρόμους, στὰ πεζοδρόμια. –Ἄκου παπᾶς, λέει ὁ ἀστυνόμος ποὺ μᾶς γράπωσε ἀπὸ τὸ ῥάσο, ἄκου παπᾶς καθυστερημένος ν᾽ ἀσχολῆται μὲ τοὺς κινηματογράφους! Ἂν ἴσχυε ὅμως ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, θὰ ἐτίθετο στὸ λαὸ τὸ ἐρώτημα· Θέλετε, γονεῖς ποὺ τρέμετε γιὰ τὰ παιδιά σας, θέλετε τέτοια θέατρα καὶ κινηματογράφους; Μὲ καταπληκτικὴ πλειοψηφία ὁ λαὸς θὰ ἔλεγε σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἐμπορεύονται τὸ θέαμα· Νὰ πᾶτε στὸ Χόλλυγουντ, καὶ ὄχι νὰ μεταβάλλετε τὰ παιδιὰ σὲ γκάγκστερ καὶ νὰ μοῦ χτίζετε πολυκατοικίες. Ἂν πάλι, σὺ ὁ λαός, ἐγκρίνῃς τέτοια θεάματα, τότε νὰ μὴν παραπονιέσαι ἂν αὔριο τὸ παιδὶ μ᾽ ἕνα ῥόπαλο σοῦ σπάσῃ τὸ κεφάλι.

Ἂν λοιπὸν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι, τὸ ζήτημα τοῦ καρναβάλου ποὺ συγκλονίζει, θὰ λυνόταν ἀμέσως καὶ εἰρηνικά· οὔτε σουγιᾶδες, οὔτε ῥόπαλα, οὔτε καυγᾶδες. Δημοκρατία δὲν λέτε; Ἐρώτημα λοιπὸν κατὰ ἐνορία· Θέλεις, λαέ, καρνάβαλο; Ἐὰν θέλῃ, τότε μὲ γειάτου μὲ χαράτου. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω τὸ λαὸ καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν ἀνοιχτοῦν οἱ κάλπες, ὁ καρνάβαλος θά ᾽νε θαμμένος δεκαπέντε ὀργιὲς κάτω ἀπὸ τὰ μαῦρα.

* * *

Θὰ νικήσουμε, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς 4 ὅρους.

Πρῶτον· ἐὰν μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους. Νὰ μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους νὰ περιοδεύσουμε τὴν πατρίδα μας, νὰ κηρύξουμε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, ἀπὸ καλύβι σὲ καλύβι. Δὲν θέλω νὰ ζῶ, ἐὰν δὲν πέσω ἐπάνω στὸν ἀγῶνα αὐτό. Ἄ, βέβαια! Πρὸ τριῶν ἐτῶν (1957) πέρασαν ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου 4.000 αὐτοκίνητα - λιμουζῖνες μὲ 20.000 χιλιάδες ἀνθρώπους. Ἕναν μόνο τὸν σταμάτησαν καὶ τὸν συνέλαβαν σὲ ἀπόστασι 25 χιλιομέτρων. Ἄλτ! στὴν κλούβα, καὶ κατ᾽ εὐθεῖαν στὸ κρατητήριο τῶν Πατρῶν! Ποιός ἦταν; Ὁ ὑποφαινόμενος. Ὅλες οἱ πόρνες καὶ οἱ παλλακίδες εἶχαν ἐλευθερία μέσα στὴν Πάτρα, ἕνας μόνο παπᾶς, ποὺ ὑπηρέτησε τὸ ἔθνος καὶ τὴν πατρίδα, μέσα στὴν κλούβα καὶ στὸ κρατητήριο. Γιατί; Ἤξεραν αὐτοί. Μοῦ γράφεις, ἐσὺ Ψαθᾶ κ᾽ ἐσὺ Παλαιολόγε, ὅτι μᾶς νίκησε τὸ καθεστὼς αὐτό. Δὲν ἔχουμε οὔτε σουγιᾶ οὔτε βόμβες οὔτε πολυβόλο· τίποτα. Λευτεριὰ μόνο δῶστε μας! νὰ κηρύξουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ συνοικία σὲ συνοικία. Καὶ θὰ δοῦμε ἂν μποροῦσε νὰ γίνῃ καρνάβαλος. Θὰ νικήσουμε λοιπὸν πρῶτον, ἐὰν οἱ κήρυκες ἦταν ἐλεύθεροι νὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω.

 Θὰ νικήσουμε, δεύτερον, ἐὰν ὅλοι οἱ θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες ἀφήσουν τὸ «γάντι», τὴν ὑπερβολικὴ εὐγένεια καὶ τὰ μειδιάματα, καὶ καταπιαστοῦν μὲ τὰ φλέγοντα ζητήματα ἀκολουθώντας τὴ γραμμὴ ποὺ χάραξαν οἱ θεόπνευστοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

 Θὰ νικήσουμε, τρίτον. –Θεέ μου, νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα–, ἐὰν ὅλα τὰ χριστιανικὰ σωματεῖα ἑνωθοῦν· διαφορετικά, δὲν κάνουμε τίποτα. Ἑνότης· «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφ. 4,5). Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρακαλῶ ὅλους νὰ ὁμονοήσουμε· ἂν ὅμως εἴμαστε διῃρημένοι καὶ ἄλλα λένε ἀπὸ ἐδῶ, ἄλλα λένε παρακάτω, ὁ λαὸς ζαλίζεται.

 Θὰ νικήσουμε, τέταρτον, –βγάζω κ᾽ ἐγὼ τὸ καλυμμαύχι μου–, ἐὰν κάποιος, δὲν ξέρω ποιόν θ᾽ ἀναδείξῃ ὁ Θεός, πάρῃ τὸ κόσκινο τῶν ἁγίων πατέρων καὶ μέσα σ᾽ αὐτὸ βάλῃ ὅλους τοὺς ῥασοφόρους, τὰ ὀχτὼ χιλιάδες καλυμμαύχια, ἐγκόλπια, πατερίτσες, μίτρες, διάκους, παπᾶδες, καὶ ἀρχίσῃ νὰ μᾶς κοσκινίζῃ… Πονῶ, ἀδέρφια μου. Ἐὰν δὲν γίνῃ κόσκινο καὶ ἐξεταστῇ ἡ ζωὴ καὶ τοῦ ἱερομονάχου Αὐγουστίνου καὶ βγοῦμε ὅλοι μας μέσα ἀπὸ τὴν κρησάρα, ἐὰν δὲν καθαριστῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες πού ᾽νε δημόσιο σκάνδαλο, μὴν περιμένετε προκοπή. Θὰ καθαριστῇ πρῶτα ἡ Ἐκκλησία καὶ μετὰ θὰ καθαριστῇ ἡ κοινωνία. Λοιπόν, νὰ καθαριστοῦμε, καὶ ὅσοι μείνουν ψηλὰ τὰ λάβαρα, νὰ δώσουν τὴ μάχη. Τότε θὰ νικήσουμε. Θὰ νικήσουμε, ἀδέρφια. Δὲν εἴμαστε μειοψηφία, εἴμαστε πλειοψηφία. Καὶ ἕνας ἄλλωσ τε μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ ἀποτελεῖ πλειοψηφία.

Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ἔχουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς. Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ προσεύχονται, ἐκκλησιάζονται, ἐξομολογοῦνται καὶ κοινωνοῦν, αὐτοὶ ποὺ δακρύζουν καὶ ἱερουργοῦν μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο. Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶνε Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Κλεῖστε τὰ μάτια σας, πετάξτε πάνω ἀπὸ τὸ βοῦρκο. Κοντά μας εἶνε γονεῖς ποὺ ἔφυγαν, πρόγονοι, ἥρωες, μάρτυρες, ὅσιοι· κοντά μας οἱ ἅγιοι Δημήτριος, Γεώργιος καὶ ἄλλοι, οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός μας ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου· «Καὶ Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ὑπάρχουν πιστοὶ ἕτοιμοι νὰ πέσουν στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ νικήσουν τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μαρτυρήσουν ὑπὲρ Χριστοῦ.

Μὲ τὴν πίστι αὐτή, ὅτι ὑπάρχουν δυνάμεις μέσα στὸ λαό μας, κι ὅτι καθένας ἀπὸ μᾶς θέλει ν᾽ ἀγωνιστῇ κόντρα μὲ ὅλη τὴν κακία· μὲ τὴν πίστι αὐτὴ χαιρετίζω τὴν αὐγὴ μιᾶς νέας ἀνατολῆς. Ἐμεῖς φεύγουμε, νέα φρουρὰ ἔρχεται, γιὰ μία ἐπανάστασι ἀγάπης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ! Καὶ τότε μέσα ἀπὸ τ᾽ ἀποκαΐδια θὰ βγῇ μιὰ νέα γενεά, τὴν ὁποία θὰ φρουροῦν ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ θὰ βασιλεύῃ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐσταυρωμένος· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: