Το 1968 είχε προαισθανθεί πια τον θάνατο του,
γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες
σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο, είχε πέσει στο
κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο που βρισκόταν σ´
αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένει άνθρωπος κοντά του, για να μη τον
περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελί του Γέροντα, για να τον ληστέψει, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρει ότι και εκείνα που είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ – Θόδωρο, για να πάρει ψωμιά για τους φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φύγει.
Ο Παπα – Τυχών του είπε:
Θεός συγχωρέσει, παιδί μου.
Ο κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον
Γέροντα με τον ίδιο σκοπό, αλλά εκεί τον έπιασε η Αστυνομία και ομολόγησε μόνος
του ότι είχε πάει και στον Παπα – Τύχωνα. Ο Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και
ζήτησε τον Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ο
Γέροντας στενοχωρήθηκε γι’ αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
Παιδί μου, εγώ τον συγχώρησα με όλη την καρδιά μου
τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια
του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή. Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής
και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίσει στο Κελί του.
Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου