Στον αοίδιμο Πρωτοπρεσβύτερο,π. Ερμόλαο Μασσαρά,χαρισματικό κληρικό και έξοχο δάσκαλο,ως ελάχιστο αντίδωρο μεγάλης τιμής,υιικού σεβασμού και βαθύτατης ευγνωμοσύνης,
με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους
από την προς Κύριον εκδημία του.
1. Ο Εκπαιδευτικός ως Δάσκαλος και το σημερινό Σχολείο
Ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει ο εκπαιδευτικός ως δάσκαλος στη γνωστική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών και των μαθητριών, αλλά και ευρύτερα, στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθιστούν απαραίτητες τις γνωστικές, διδακτικές και παιδαγωγικές του δεξιότητες, όπως και τις ιδιότητες εκείνες της προσωπικότητάς του οι οποίες θα του επιτρέπουν να ασκεί εποικοδομητικά και ωφέλιμα τον εκπαιδευτικό του ρόλο. Το σχολείο επίσης, συνιστά, κατά κοινή παραδοχή, έναν μοναδικά πολυσήμαντο κοινωνικό θεσμό και παιδαγωγικό οργανισμό, με προσδιορισμένη δομή, λειτουργία και σκοπούς, καθώς και με συγκεκριμένη παιδαγωγική και κοινωνική αποστολή, που, εφόσον επιτελεί την παιδαγωγική - κοινωνικοποιητική, μαθησιακή, αξιολογική και εποπτική του λειτουργία, μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά και με πληρότητα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των διδασκομένων στην επικοινωνία και την πράξη, ώστε να είναι ικανοί να ρυθμίζουν και να επιλύουν αποτελεσματικά ζητήματα, προσωπικά και κοινωνικά, χωρίς ματαίωση των προσδοκιών τους, αλλά και να προετοιμάσει την ομαλή τους ένταξη στην κοινωνία, εφοδιάζοντάς τους με τις απαραίτητες για το άθλημα αυτό δεξιότητες.
Ποιος όμως θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως δασκάλου στο σημερινό σχολείο ώστε αυτό να καταφέρει να λειτουργήσει ως κοινωνία προσώπων; Στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα θα καταβληθεί προσπάθεια να δοθεί απάντηση με την συνοπτική αποτύπωση του πνευματικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί ο κάθε εκπαιδευτικός, άνδρας ή γυναίκα, ανεξάρτητα από την ειδικότητα ή το διδακτικό του αντικείμενο, ο οποίος διαπνέεται από τις Ορθόδοξες Παιδαγωγικές Αρχές και θα επιθυμούσε να διακονήσει στο σχολείο με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτό να λειτουργήσει ως μια κοινωνία ισόρροπα, αμοιβαία και εποικοδομητικά συνεργαζόμενων μεταξύ τους προσώπων. Κύριο στόχο της παρούσας προσπάθειας δηλαδή, θα αποτελέσει, κατά κύριο λόγο, η αποτύπωση της πνευματικής διάστασης της παρουσίας στο σχολείο του δασκάλου εκείνου, ο οποίος, εφαρμόζοντας πρώτιστα και έμπρακτα στη ζωή και το έργο του, διδακτικό και παιδαγωγικό, τον λόγο του Θεού, θα καταστεί πρότυπο για τους διδασκόμενους, με απώτερο στόχο να συμβάλλει δημιουργικά στη λειτουργία μιας σχολικής κοινωνίας που θα καλλιεργεί αληθινές και υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις αγάπης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους μαθητές και τις μαθήτριες, με τους γονείς και γενικότερα με το οικογενειακό τους περιβάλλον, αλλά και με τους συναδέλφους του εκπαιδευτικούς και τη διεύθυνση του σχολείου, στηριζόμενος στις παιδαγωγικές αρχές που περιέχονται στη βιβλική και την πατερική παράδοση της Εκκλησίας.
2. Το Έργο του Δασκάλου ως «ανθρωποποιού» και το Σχολείο ως Κοινωνία Προσώπων
Τι σημαίνει ωστόσο η ύπαρξη ενός σύγχρονου σχολείου
που θα λειτουργεί ως κοινωνία προσώπων; Είναι σχεδόν κοινά αποδεκτό, ότι το
σημερινό σχολείο λειτουργεί συνήθως ως μια ατομική
και κατά κύριο λόγο ατομοκεντρική κοινότητα απρόσωπων εν πολλοίς οντοτήτων,
που επιδιώκουν παράλληλα, αλλά ανεξάρτητα και κατά το πλείστον ανταγωνιστικά μεταξύ
τους, να επιτύχουν η καθεμιά την ικανοποίηση των ατομικών τους αναγκών ή επιδιώξεων,
πολλές φορές μάλιστα σε βάρος της άλλης ή των άλλων. Για τον λόγο αυτό και είναι
ανάγκη, με πρωτοβουλία των μελών του και κυρίως με το έργο των εκπαιδευτικών, το
σχολείο να μεταβληθεί σταδιακά σε μια κοινωνία υγιών προσωπικοτήτων με σχέσεις
που θα διέπονται από αμοιβαία αποδοχή, αλληλοσεβασμό, ευγενή άμιλλα, ειλικρινή αγάπη,
δικαιοσύνη, συνεργατικότητα και αλληλεγγύη, ώστε ο σχολικός χώρος να μεταβληθεί σε μια κυψέλη γνώσης, μάθησης και αγωγής που
θα λειτουργεί θεραπευτικά για τους διδασκόμενους, εφόσον, με τη σφαιρική
μόρφωση και αγωγή που θα παρέχει, θα αποκαλύπτονται, θα απελευθερώνονται και θα
ισχυροποιούνται εντός της οι προσωπικότητές τους, προκειμένου να προετοιμάζονται
με ασφάλεια για να ζήσουν και να δράσουν ως ώριμοι, υπεύθυνοι και πνευματικά ολοκληρωμένοι
άνθρωποι κατά την ενήλικη ζωή τους στην κοινωνία ως χρηστοί πολίτες.
Θα
ήταν ευχής έργο λοιπόν, αν ο κάθε ένας και η κάθε μια εκπαιδευτικός, που αισθάνονται
ως αποστολή να εργαστούν ως λειτουργοί μιας αυθεντικής παιδείας, θα έθεταν ως
σκοπό του έργου τους τη διακονία ενός σχολείου που «θα αποσκοπεί στην
επαναλειτουργία της ελεύθερης και φυσικής αναπτυξιακής και ενωτικής δυνατότητας
της αναπτυσσόμενης προσωπικότητας του κάθε μαθητή ή μαθήτριας, μέσα από τη
διευκόλυνση υγιών σχέσεων του υποκειμένου με τον εαυτό του και με το
οποιοδήποτε περιβάλλον», ώστε να υφίσταται ως κοινωνία λογικών, ελεύθερων και με συνδετικό κρίκο την παιδαγωγική αγάπη
αλληλοπεριχωρούμενων, ομότιμων και ισότιμων μεταξύ τους κατ’ εικόνα Θεού
πλασμένων προσώπων. Με τον τρόπο αυτό το σχολείο θα αποτελέσει έναν κατ’ εξοχήν
χώρο πνευματικής εργασίας, δημιουργικής συνεργασίας και αληθινής προόδου, ο
οποίος, με πρωτοστάτη και διάκονο τον κάθε εκπαιδευτικό που εφαρμόζει τις
ορθόδοξες παιδαγωγικές αρχές και λειτουργεί καθημερινά για τα υπόλοιπα μέλη του
ως παράδειγμα και πρότυπο βίου, θα
καλλιεργεί την ανάπτυξη αυθεντικών διαπροσωπικών
σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων στην εκπαιδευτική διαδικασία, άμεσα των
εκπαιδευτικών με τους μαθητές και τις μαθήτριές τους, αλλά και μεταξύ τους, και
έμμεσα των εκπαιδευτικών με τους γονείς και τις οικογένειές τους.
Ο εκπαιδευτικός κάθε ειδικότητας συνεπώς, θα μπορούσε, ως παιδαγωγός και φορέας της ορθόδοξης προσωποκεντρικής αγωγής, να αποβεί με το έργο του και σύμφωνα με τον Μ. Αντώνιο, «ανθρωποποιός», να εργαστεί δηλαδή για την πνευματική ανάπλαση των μαθητών και των μαθητριών του, όχι μόνο υποβοηθώντας τους να εξημερώσουν τα ήθη τους, να αγαπήσουν τη μάθηση και να προσλάβουν αληθινή παιδεία, αλλά και καταφέρνοντας να τους προσανατολίσει σταθερά και μόνιμα στον ενάρετο εν Χριστώ βίο. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, θα αναδειχθεί ανιδιοτελής εργάτης, σμιλευτής και πλαστουργός για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου σχολείου που δεν θα υφίσταται ως ετερόκλητη κοινότητα αυτόνομων, στεγανά μεμονωμένων και παράλληλα μαζικά δραστηριοποιούμενων ατομικοτήτων, με «ανθρωποκεντικό» και «ατομοκεντρικό», δηλαδή εγωκεντρικό προσανατολισμό και πρότυπο τον κοσμικά σοφό και συνήθως χωρίς ηθικές αναστολές και όρια άνθρωπο, ο οποίος - υποκύπτοντας στον πειρασμό της ισοθεΐας, που θεωρεί αυταπατώμενος ότι του διασφαλίζει το μεγάλο εύρος της αποστεωμένης και στείρας θύραθεν γνώσης του - θα μετατρέπεται αναπόδραστα σε «αυτείδωλον», δηλαδή θα αποθεώνει, ειδωλοποιώντας ανεπίγνωστα, τον άγνωστο σ’ αυτόν εαυτό του, και, θέτοντάς τον στο κέντρο του κόσμου και αισθανόμενος ψευδώς ως ένας επί γης θεός, θα ενεργεί πάντοτε εις βάρος των άλλων και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το ατομικό του όφελος και ιδιωτικό συμφέρον. Αντίθετα, ο προσανατολισμός της παιδείας που θα προσφέρει το σχολείο που θα διακονεί και θα επιδιώκει, με την όλη του παρουσία ως εκπαιδευτικός, να λειτουργεί ως κοινωνία προσώπων, θα είναι θεανθρωποκεντρικό» με πρότυπο τη Σοφία του Θεού, τον Κύριο Ιησού Χριστό και επίκεντρο τον κάθε συνάνθρωπο ως αδελφό, εφόσον θα υφίσταται ως ένας χώρος μόρφωσης και διάπλασης ελεύθερων, αρμονικά συνεργαζόμενων και δημιουργικά αλληλοσυμπληρούμενων μεταξύ τους - με σεβασμό στη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητα του καθενός - προσώπων, με σκοπό την σφαιρική τους πνευματική καλλιέργεια, προκοπή και ανέλιξη προς όφελος και για τη διακονία της κοινωνίας στο σύνολό της.
3. Η Προετοιμασία και το Έργο του Εκπαιδευτικού ως Δασκάλου και η συμβολή του στη λειτουργία του Σχολείου ως Κοινωνίας Προσώπων
Πώς θα μπορούσε όμως ένας δάσκαλος ως παιδαγωγός
να οικοδομήσει υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις τόσο με τους διδασκόμενους ως
αποδέκτες της γνώσης και της αγωγής, όσο και με τους συναδέλφους του
εκπαιδευτικούς, αλλά και με τη διεύθυνση του σχολείου του, ώστε αυτό να καταφέρει
να λειτουργήσει ως κοινωνία προσώπων; Βασική προϋπόθεση για την ευόδωση του
έργου αυτού συνιστά η σπουδή, η υιοθέτηση, η δια βίου τήρηση και η μετάδοση εκ
μέρους του στους μαθητές και τις μαθήτριές του, τού διαχρονικού μορφωτικού
ιδεώδους και προτύπου, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τους αγίους Τρείς Ιεράρχες.
Σύμφωνα με το παιδαγωγικό αυτό πρότυπο, αληθινός δάσκαλος είναι εκείνος που
συνδυάζει ισόρροπα και αρμονικά στο πρόσωπό του τη βαθιά θύραθεν και
χριστιανική παιδεία και γνώση με την υψηλή αρετή και το ανεπίληπτο ήθος που
απορρέει από την ορθόδοξη πίστη. Έτσι, όπως υπογράμμιζε, έχοντας κατά νουν
προφανώς στους Τρεις Ιεράρχες, ο άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός, «η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και
πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια
θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν...», επιδιώκοντας να τονίσει σαφώς,
πως ο δάσκαλος είναι απαραίτητο να συνδυάζει ισόρροπα ως προσωπικότητα την υψηλού
επιπέδου κατάρτιση με το άριστο χριστιανικό ήθος, ώστε, έχοντάς τα συνδέσει άρρηκτα
με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, να προκόπτει και να μεθηλικιώνεται πνευματικά,
μετατρέποντας τη θεωρητική του γνώση σε σοφία και τη ζωή του σε αέναη πράξη
αγάπης, εφόσον, όπως επισημαίνει και πάλι, αναφερόμενος στο μυστήριο της κατά
χάριν θεογνωσίας, ο μέγας αυτός διδάσκαλος του Γένους, όποιος εξομολογείται καθαρά
και με πληρότητα, αλλά και μεταλαμβάνει των αχράντων μυστηρίων με φόβο, τρόμο
και ευλάβεια, ασκεί δηλαδή υγιή πνευματική ζωή, φωτίζεται από τη χάρη του αγίου
Πνεύματος και κατανοεί βαθύτερα και ουσιαστικότερα ό,τι έχει προσλάβει από τη
διδασκαλία ή μέσω της μελέτης του λόγου του Θεού.
Κατανοώντας
μάλιστα βαθύτερα τον λόγο του Θεού και προοδεύοντας στην εν Χριστώ πνευματική
ζωή, αλλά και εμβαθύνοντας στην θεογνωσία, ο εκπαιδευτικός επιτυγχάνει
ταυτόχρονα, και ακολουθώντας το παράδειγμα των Πατέρων και Διδασκάλων μας, την
υγιή και ορθή πρόσληψη, αλλά και την αληθινή και με πνευματικό τρόπο, δηλαδή
την πραγματική κατανόηση της φυσικής δημιουργίας ως κτίσεως και επιστητού, που
αποτελεί το βασικό αντικείμενο της σχολικής και το περιεχόμενο της κοσμικής γνώσεως,
το οποίο έχει ήδη κατακτήσει με την μελέτη και τη σπουδή του επιστημονικού του
αντικειμένου. Έτσι ο παιδαγωγός, συνδυάζοντας ισόρροπα και αρμονικά την κοσμική
γνώση, από την σπουδή του επιστημονικού και διδακτικού του αντικειμένου, με τη
θεογνωσία που του διασφαλίζει η καλλιέργεια της πνευματικής του ζωής, αποκτά την
ικανότητα να αντιλαμβάνεται ορθά και να γνωρίζει καθαρά και αληθινά, σύμφωνα με
τον άγ. Μάξιμο τον Ομολογητή, τους «λόγους
των όντων». Αξιώνεται δηλαδή να αποκτήσει ευρύτερη, καθαρότερη, σφαιρικότερη
και πληρέστερη γνώση και εμπειρία της ουσίας, του πραγματικού νοήματος και του
αληθινού και σύμφωνου με το θείο δημιουργικό θέλημα σκοπού του κάθε όντος στο
επιστητό, αφού γνωρίζει ευκρινέστερα «τις
ο λόγος της καθ’ εκάστου ουσίας, φύσεως, είδους, σχήματος, συνθέσεως, δυνάμεως,
ενεργείας, [και] πάθους», ώστε να είναι πλέον σε θέση να κατανοεί σαφώς και
τον αληθινό σκοπό, την πολλαπλή ωφέλεια και τη μεγάλη χρησιμότητα της κοσμικής
γνώσεως γενικότερα, αλλά και οπωσδήποτε της αποστολής του ακραιφνώς διδακτικού και
εκπαιδευτικού του έργου.
Βαδίζοντας με τον τρόπο αυτό, θα αναδεικνύεται επίσης ως προσωπικότητα σε
πνευματικά σοφό δάσκαλο, αφού θα συνδυάζει πλέον ισόρροπα τη θύραθεν γνώση με
την εν Χριστώ πνευματική ζωή, αποτυπωμένα ανάγλυφα στο ορθόδοξο ήθος που θα
έχει διαμορφώσει και θα εφαρμόζει στη ζωή του, επαληθεύοντας παράλληλα και τον
αδελφόθεο Ιάκωβο, ο οποίος τόνιζε πως, αν κάποιος και οπωσδήποτε ο κάθε εκπαιδευτικός
θα ήθελε να καταστεί πράγματι «σοφὸς καὶ ἐπιστήμων»
ως παιδαγωγός, οφείλει να αποδεικνύει με τα έργα και την πραότητα στην όλη του
συμπεριφορά το μέγεθος και την ποιότητα της κατά Θεόν παιδείας του, θύραθεν κοσμικής
και εκκλησιαστικής, αφού η «ἄνωθεν σοφία [στην
οποία θα μετέχει πλέον ως κατά χάριν κοινωνός] πρῶτον μὲν ἁγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική,
ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καὶ ἀνυπόκριτος».
Για να κατορθώσει όμως ο κάθε εκπαιδευτικός να
οικοδομήσει μιας τέτοιας ποιότητας προσωπικότητα, είναι απαραίτητο να προπαρασκευαστεί κατάλληλα και μεθοδικά, τόσο σε γνωστικό, με
τη συνδρομή κυρίως των δασκάλων του, όσο και σε πνευματικό επίπεδο με την αρωγή
του πνευματικού του πατέρα, επειδή ακριβώς το έργο που πρόκειται να αναλάβει
και να κληθεί να επιτελέσει, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο τον Θεολόγο, «τέχνη τις εἶναι τεχνῶν, καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν
φαίνεται μοι», με αποστολή «ἄνθρωπον ἄγειν, τὸ πολυτροπώτατον ζῷον καὶ
ποικιλώτατον». Είναι απαραίτητο συνεπώς, κατά την προετοιμασία του να
ακολουθήσει την κλασσική συμβουλή του ιερού Πατρός, καταβάλλοντας προσπάθεια να
καθαριστεί πνευματικά πρώτα ο ίδιος και έπειτα να επιχειρήσει να καθαρίσει τους
διδασκόμενους, να γίνει σοφός εκείνος και κατόπιν να προσπαθήσει να τους
ενσταλάξει τη γνώση και να τους οδηγήσει ως δάσκαλος στην αληθινή σοφία, να
φωτιστεί πρώτα αυτός και στη συνέχεια να φωτίσει τους μαθητές του, να πλησιάσει
τον Θεό και τότε να τους διδάξει τη θεοδρομία και να τους καθοδηγήσει στη θεογνωσία,
αλλά και να αγιασθεί πρώτα εκείνος και έπειτα να τους μυσταγωγήσει στο μυστήριο
της αγιότητας ως πνευματικής τελειώσεως. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο οφείλει
τόσο ο ίδιος, όσο και οι υπόλοιποι δάσκαλοι ως παιδαγωγοί να προπαρασκευαστούν
με πληρότητα για τη διακονία τους είναι το γεγονός, ότι πρόκειται να καταστούν
κατά τον ιερό Χρυσόστομο με το έργο
τους «χριστοφόρων οικοδόμοι ναών, [και]
αθλητών επουρανίων επιμεληταί», ώστε «η
παιδεία» που θα μετακενώνουν και θα μεταλαμπαδεύουν στους μαθητές και τις
μαθήτριές τους να αποβαίνει τελικά «μετάληψις
αγιότητος».
Τούτο
σημαίνει κατά προέκταση, ότι ο κάθε δάσκαλος, ως διάκονος μιας υγιούς κοινωνίας
προσώπων, οφείλει, πριν ακόμη εισέλθει στη σχολική παλαίστρα, να έχει προσλάβει
όλα εκείνα τα απαραίτητα πνευματικά εφόδια για την αποστολή του, ώστε να κατορθώσει
πρωτίστως και ως επιστέγασμά τους, σύμφωνα και πάλι με τον ιερό Χρυσόστομο, να
έχει επιτύχει τη δική του πνευματική ωρίμανση με την απόκτηση του «γνώθι σαυτόν», δηλαδή της αληθινής
αυτογνωσίας, του αυτοελέγχου και της αυτοκυριαρχίας του, ως επιστεγάσματος της
ενάρετης ζωής του. «Ο δάσκαλος», δηλαδή
όπως τονίζει χαρακτηριστικά επ’ αυτού ο ιερός Πατέρας, «θα πρέπει πρώτιστα να έχει καταστεί παιδαγωγός του εαυτού του. Διότι, όπως
ο στρατηγός δεν μπορεί να ασκήσει ορθά και αποτελεσματικά τα καθήκοντα του αξιώματός
του αν δεν έχει διακριθεί πρώτα ως άριστος στρατιώτης, κατά τον ίδιο τρόπο και
ο δάσκαλος δεν θα είναι σε θέση να διδάξει ορθά και αποτελεσματικά τους μαθητές
του αν δεν θα έχει προετοιμαστεί σωστά και κατάλληλα για το λειτουργημά του»,
εφόσον, όπως παρατηρεί και ο Μ. Βασίλειος αναφερόμενος στους ακατάλληλα
προετοιμασμένους για το έργο τους δασκάλους, «όσοι εμπιστευθούν σε ανεπαρκείς δασκάλους τη μόρφωσή τους, είναι βέβαιο
ότι θα στερηθούν από την απόλαυση του φωτός της γνώσεως», επιβεβαιώνοντας πλήρως τον λόγο του Κυρίου, σε άλλη περίπτωση βέβαια, ότι «τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς
βόθυνον πεσοῦνται».
Ειδικότερα
και ως αποφασιστικής σημασίας παράγοντες για την ευόδωση της προσπάθειας του
δασκάλου να προετοιμαστεί κατάλληλα, αλλά και να επιτελέσει ορθά το έργο του ως
παιδαγωγός, θα μπορούσαν να προταθούν οι εξής:
1.
Ο κάθε υποψήφιος δάσκαλος οφείλει πρωτίστως, ήδη από την έναρξη των σπουδών του,
να φροντίσει για να προσλάβει με πληρότητα
το επιστημονικό του αντικείμενο, αλλά και για να καταστεί ικανός να σταθεί
στην τάξη και να διδάξει με επιτυχία το αντικείμενό του. Για τον λόγο αυτό και
είναι επιβεβλημένο να αποκτήσει διδακτική
επάρκεια, μαθαίνοντας δηλαδή άριστα την τέχνη της μετατροπής του επιστημονικού
σε διδακτικό αντικείμενο και της μετάδοσής του εύληπτα ως μορφωτικού αγαθού στους
διδασκόμενους στο πλαίσιο της σχολικής ύλης, ενώ παράλληλα θα πρέπει να
διαθέτει και στέρεη ψυχοπαιδαγωγική κατάρτιση.
2. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα απαιτητικά
εκπαιδευτικά του καθήκοντα επίσης ο δάσκαλος, είναι απαραίτητο να έχει
υιοθετήσει τις αρχές της δια βίου μάθησης, ούτως ώστε να διευρύνει διαρκώς, συστηματικά
και με ποικίλους τρόπους τους ορίζοντες της παιδείας του με προσωπική
συστηματική μελέτη τόσο στο αντικείμενό του, όσο και σε άλλους τομείς του
επιστητού. Η απόκτηση ευρείας παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας, θα του
προσφέρει την άνεση να επινοεί διαρκώς νέους τρόπους προσέγγισης και διεξαγωγής
της διδασκαλίας, θα είναι ενημερωμένος για την επιστημονική πρόοδο στο
αντικείμενό του, θα είναι επίκαιρος και θα συνδέει το περιεχόμενο της νέας
γνώσης με τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, γεγονός που θα διευκολύνει την
επικοινωνία του με τους διδασκόμενους, ώστε με την ευρύτητα των ενδιαφερόντων
και των γνώσεών του θα καταφέρνει να τους διατηρεί σε εγρήγορση, να τους εμπνέει,
δημιουργώντας τους εσωτερικά κίνητρα, και να τους καθοδηγεί στην κατάκτηση της
γνώσης ως ουσιαστικού εφοδίου για την ομαλή πορεία του βίου τους.
3. Η ορθή αξιοποίηση των παραπάνω
ωστόσο, θα καταστεί εφικτή μόνο αν ως έχει ως απαραίτητο επιστέγασμά της την
παράλληλη καλλιέργεια και άσκηση της
πνευματικής ζωής, με σκοπό την πρόσληψη, την καλλιέργεια και την εφαρμογή του
ορθόδοξου ήθους στον βίο του ως παιδαγωγού, με την ενεργή και θερμή του πίστη,
αλλά και τη σταθερή συμμετοχή του στον λειτουργικό και μυστηριακό βίο της
Εκκλησίας, καθώς επίσης και με την ανελλιπή μελέτη του λόγου του Θεού, εφόσον
και σύμφωνα με τον απ. Παύλο, «καθετί που
βρίσκεται μέσα στην αγ. Γραφή είναι εμπνευσμένο από τα Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό
και είναι ωφέλιμο για τη διδασκαλία της αλήθειας, για τον έλεγχο της πλάνης,
για τη διόρθωση των λαθών, αλλά και για την διαπαιδαγώγηση σε μια ζωή όπως τη
θέλει ο Θεός». Με τη βιβλική του κατάρτιση και την ανελλιπή συμμετοχή του
στην εκκλησιαστική λατρεία και τη μυστηριακή ζωή συνεπώς, ο δάσκαλος θα μπορεί
να ανακτά διαρκώς και να διατηρεί τον υγιή πνευματικό του βηματισμό, θα
προσανατολίζεται ορθά, θα ανατροφοδοτείται διαρκώς και θα προκόπτει περισσότερο
πνευματικά, ώστε να αντέχει για να ανταποκρίνεται με επάρκεια και υπομονή στις
απαιτήσεις του πολύ κοπιώδους έργου του.
4. Εκτός από τα παραπάνω όμως, ο
δάσκαλος θα πρέπει απαραίτητα να έχει την αναφορά και την υπακοή του σε έμπειρο
πνευματικό πατέρα, με την αρωγή, την καθοδήγηση και τη στήριξη του οποίου
θα μπορέσει να αποκτήσει και να εφαρμόσει αποτελεσματικότερα στο εκπαιδευτικό του
έργο τις βασικές αρχές της ορθοδόξου ασκήσεως, εφόσον το έργο της διάπλασης και
της μόρφωσης προσωπικοτήτων είναι εξαιρετικά απαιτητικό, βαθιά ασκητικό, πνευματικά
υπεύθυνο και πολύ επίπονο. Έτσι, για να λειτουργήσει ως παιδαγωγός θεραπευτικά
και ανακαινιστικά στο σχολείο ως χώρο προσωπικής κοινωνίας και αυθεντικής σχέσης
αγάπης και αλληλοσυμπληρωματικότητας με τα υπόλοιπα μέλη του, θα πρέπει να διακρίνεται
για την τήρηση με προσοχή και ακρίβεια του θελήματός του Θεού, αλλά και για την
ακλόνητη εμπιστοσύνη του στην Πρόνοια και το έλεός Του, ώστε να διατηρεί εσωτερική
ειρήνη, αστείρευτη υπομονή και πολλή δύναμη για να αναμετράται ρωμαλέα καθημερινά
με τις πολλές δοκιμασίες που θα αντιμετωπίζει, ώστε να μην απειλείται μεταξύ
άλλων και από, την τόσο συχνή στις μέρες μας, επαγγελματική εξουθένωση.
5.
Απαραίτητο στοιχείο που θα τον συνδράμει αποτελεσματικά στο έργο αυτό είναι η
θερμή και αδιάλειπτη προσευχή, μέσω της οποίας οφείλει να θέτει στον Θεό όλα
τα καθημερινά ζητήματα στο σχολείο και να επιζητά τη φώτιση, την ενίσχυση και
την καθοδήγηση της χάριτός Του. Καλείται δηλαδή να επαναλαμβάνει αδιάλειπτα
εκείνο που εύχεται η Εκκλησία μας στον αγιασμό κατά την έναρξη των μαθημάτων,
δηλαδή το «λάμψον εν ταις καρδίαις των …διδασκόντων
και διδασκομένων την επίγνωσιν της σης αληθείας και το φως σου το αΐδιον. Δος
αυτοίς πνεύμα σοφίας, πνεύμα συνέσεως. Φώτισον τους οφθαλμούς των ψυχών αυτών
εις το ειδέναι αυτούς και ποιείν το θέλημά σου. Τέκνα φωτός ανάδειξον αυτούς,
εν παντί έργω αγαθώ καρποφορούντας και αυξανομένους δια της άνωθεν σοφίας...».
Για τον λόγο αυτό μάλιστα και ο όσιος Πορφύριος τόνιζε με έμφαση στους δασκάλους,
πως μόνο «με την προσευχή και την
αγιοσύνη μπορείτε να βοηθήσετε τα παιδιά στο σχολείο. Μπορεί να τα επισκιάσει η
χάρις του Θεού και να γίνουν καλά. Μην προσπαθείτε με ανθρώπινους τρόπους να
διορθώσετε κακές καταστάσεις. Δεν έρχεται κανένα καλό αποτέλεσμα. Μόνο με την
προσευχή θα φέρετε αποτελέσματα».
6.
Εκτός από την προσευχή ωστόσο, ο δάσκαλος, θα πρέπει να έχει ασκηθεί και να
έχει αποκτήσει με τον πνευματικό του αγώνα και βαθιά ταπείνωση, μεγάλη
διάκριση, ανεξάντλητη υπομονή και μακροθυμία, να έχει καταστεί δηλαδή «στύλος υπομονής», αλλά και αδιάκριτη συγχωρητικότητα προς όλους, προσπαθώντας
πάντοτε να ειρηνεύει καρδιακά, ώστε να είναι απαιτητικός κυρίως και μόνο από τον
εαυτό του, αλλά και πολύ επιεικής, μακρόθυμος και ανεκτικός με τους μαθητές και
τις μαθήτριες, τους γονείς και τους συναδέλφους του.
7. Εξαιρετικά αποτελεσματική ωστόσο για
τον δάσκαλο που επιθυμεί να διακονήσει ένα σχολείο ως κοινωνία προσώπων είναι
και η καλλιέργεια της μεγάλης αρετής της διακριτικής
και εύγλωττης προσευχητικής σιωπής.
Η ικανότητά του δηλαδή ως παιδαγωγού κυρίως να σιωπά εύγλωττα ή να ομιλεί με
μέτρο και κατά περίπτωση ή όπου οι διδακτικές ή παιδαγωγικές ανάγκες του το
επιβάλλουν. Στο σχολείο ωστόσο, λειτουργεί πολύ διδακτικά και εξαιρετικά θεραπευτικά
για τους διδασκόμενους τις περισσότερες φορές ο μη λεκτικός έλεγχος, δηλαδή η κραυγαλέα σιωπή, συνδυασμένη με το διακριτικά επίμονο εκφραστικό βλέμμα,
κυρίως όμως το παράδειγμα με την επιλογή του δασκάλου να εξακολουθεί να εργάζεται,
παρά την όποια ένταση στην τάξη ή αλλού, σιωπηρώς εύγλωττα, υποδειγματικά, με
νηφαλιότητα και με διάκριση ειρηνικά, ήσυχα και ανυπόκριτα απλά, θυσιαστικά και
αγόγγυστα, αφού όπως συμβουλεύει ο όσιος Πορφύριος, «τι τα θέλετε τα λόγια όταν κουβαλάτε τον Χριστό μέσα σας, όταν είστε
χριστοφόροι την ώρα που μιλάτε στην έδρα; Να επικαλείσθε την θεία χάρι για
όλους. Να πάει η θεία χάρις μέσα στην ψυχή τους και να τους αλλοιώσει». Ο
χώρος του σχολείου άλλωστε, συνιστά για τον ορθόδοξο εκπαιδευτικό «Θεού γεώργιον» και γι’ αυτό θα μετατρέπεται
πολλές φορές γι’ αυτόν σε Γολγοθά και τόπο μαρτυρικής σταύρωσης, αλλά και ταυτόχρονα
παλαίστρα πνευματική που, μέσα από τη χαρμολύπη που βιώνει καθημερινά, θα συνδράμει
στη σωτηρία του. Διότι, αν επιθυμεί να καταστεί αληθινός δάσκαλος και σμιλευτής
ψυχών για την λειτουργία του σχολείου ως αληθινής κοινωνίας ελεύθερων προσώπων,
θα πρέπει να αποδεχθεί από πολύ νωρίς ότι οφείλει μάλλον να ενεργεί ως ένας διαρκώς
σταυρούμενος δάσκαλος, όπως ακριβώς το πρότυπό του, που είναι ο κατ’ εξοχήν
διδάσκαλος Κύριος Ιησούς Χριστός.
8.
Εκτός από την θεωρητική του κατάρτιση και την πνευματική του ζωή ωστόσο,
σημαντικό επιστηριγμό στο έργο του θα αποτελέσει επίσης η συμβουλευτική, η
εποπτεία και η καθοδήγηση που θα πρέπει να επιζητά διαρκώς, με ταπείνωση και
πνεύμα μαθητείας από εμπειρότερους κυρίως
εν ενεργεία ή και συνταξιούχους συναδέλφους του, από τον/την Σχολικό Σύμβουλο ειδικότητας, αλλά και οπωσδήποτε από
τους συναδέλφους του στο ίδιο σχολείο και βεβαίως από την διεύθυνση, με την
οποία οφείλει να φροντίζει να διατηρεί αγαθές και ομαλές σχέσεις.
9. Διαθέτοντας στιβαρή
παιδεία και υγιή πνευματική ζωή, ο δάσκαλος θα έχει αποκτήσει τα απαραίτητα εκείνα
πνευματικά εφόδια, ώστε να θεωρεί ως κύριο μέλημα και βασική του αποστολή ως ορθόδοξος παιδαγωγός τον διαρκή
αγώνα προκειμένου με τη ζωή και το έργο του να αποβαίνει αδιάλειπτα το πρότυπο, ο εμπνευστής, ο σκαπανέας, ο
εμψυχωτής και το διαρκές εφαλτήριο για
τη λειτουργία του σχολείου ως κοινωνίας προσώπων, αφού και σύμφωνα με τον ιερό
Χρυσόστομο, «ότι πολύτιμο και να
διδάξουμε, όσο καλά και να το διδάξουμε, αν δεν διαθέτουμε ήθος και ανάλογο
τρόπο βίου δεν θα υπάρξει κανένα κέρδος, εφόσον οι μαθητές μας δεν προσέχουν τόσο
αυτά πού τους λέμε, εξετάζουν όμως επισταμένως και λεπτομερώς εκείνα τα οποία πράττουμε».
Γι’ αυτό και ο ιερός Πατέρας τονίζει ιδιαιτέρως στον κάθε δάσκαλο, πως «θα πρέπει να λειτουργεί ως πρότυπο και
αρχέτυπο βίου, προβάλλοντας απροσποίητα και φυσικά τον εαυτό του στους μαθητές
του ως εικόνα, νόμο έμψυχο, κανόνα, αλλά και όρο του ορθού βίου». Διότι, σε
αντίθετη περίπτωση και επειδή θα προκαλείται μεγάλη βλάβη από την ασυμφωνία
λόγου και έργων στην πολιτεία του, ο άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος θα υποστηρίξει σπαρακτικά
και με ένταση πως «μισεί τα διδάγματα
εκείνου του δασκάλου, στα οποία είναι αντίθετη η ζωή του».
10. Λειτουργώντας ο δάσκαλος ως διαρκές
και ζωντανό πρότυπο για τους διδασκόμενους, οφείλει να θεωρήσει επίσης ως
ουσιαστικό παράγοντα επιτυχίας στο κατ’ εξοχήν διδακτικό του έργο, την προσεκτική
και ορθή σχεδίαση, αλλά και οργανωμένη διεξαγωγή του μαθήματος στην τάξη, με
βασικό πνευματικό εφόδιο ωστόσο την προσευχή σύμφωνα με τον όσιο Πορφύριο, ο
οποίος τόνιζε πως, κάθε φορά «πριν μπείτε
στην τάξη και ιδιαίτερα σε δύσκολα τμήματα, να λέτε [μυστικά] την ευχή: «Κύριε
Ιησού Χριστέ [ελέησόν με]». Μπαίνοντας να αγκαλιάζετε με το βλέμμα σας όλα τα
παιδιά, να προσεύχεσθε και μετά να μιλάτε προσφέροντας όλο σας τον εαυτό.
Κάνοντας αυτή την προσφορά εν Χριστώ, θα χαίρεσθε. Έτσι θα αγιάζεσθε κι εσείς
και τα παιδιά.». Αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για την επιτυχία της
διδασκαλίας επίσης, συνιστά η πρόταξη και ο σεβασμός της διαφορετικότητας με
την αποδοχή και την αναγνώριση της ανομοιογένειας και της διαφοράς επιπέδου μεταξύ
των τμημάτων, αλλά και ξεχωριστά κάθε μαθητή ή μαθήτριας, δεδομένα τα οποία ο
εκπαιδευτικός γνωρίζει και λαμβάνει σοβαρά υπόψη του, διαθέτοντας ενσυναίσθηση
και πείρα, ώστε να εφαρμόζει κατά περίπτωση εξατομικευμένη αγωγή και διαφοροποιημένη
διδασκαλία. Με τον τρόπο αυτό είναι βέβαιο ότι θα καταφέρει, δημιουργώντας
εσωτερικά και εξωτερικά κίνητρα στους διδασκόμενους, να τους μεταδίδει εύληπτα
και να τους προσανατολίζει αποτελεσματικά στη νέα ύλη, να τους διδάσκει τη
μέθοδο προσέγγισης του αντικειμένου του, δηλαδή να τους μαθαίνει πώς να
μαθαίνουν στον γνωστικό του τομέα, να τους καθοδηγεί με επιτυχία και με γνώμονα
τη συνεργατική μάθηση και την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης στην ανακάλυψη
της νέας γνώσης, διατηρώντας παράλληλα, με το θετικό μαθησιακό κλίμα που θα
έχει διαμορφωθεί, την ησυχία και τον έλεγχο στην τάξη. Έτσι, θα μοιάζει σύμφωνα
με τον βαθύτατα εμποτισμένο από την ορθόδοξη παράδοση, μεγάλο ποιητή μας Οδυσσέα
Ελύτη, με το ακόνι εκείνο, που δεν θα κόβει το ίδιο, αλλά θα έχει την ιδιότητα
να ακονίζει κατάλληλα τα ήδη κοφτερά μυαλά των μαθητών και των μαθητριών του για
να «κόβουν» καλύτερα το καθένα ανάλογα με τις φυσικές του δυνατότητες.
11. Όσον αφορά τέλος στο γενικότερο παιδαγωγικό
πλαίσιο των σχέσεών του με τους διδασκόμενους, ο εκπαιδευτικός ως δάσκαλος οφείλει
να τους περιβάλλει με αστείρευτη στοργή και αγάπη, και μάλιστα με βαθιά παιδαγωγική αγάπη, ώστε να λειτουργεί με
τρόπο πατρικό, δηλαδή να είναι απέναντί τους δίκαιος και αληθινός κατά το πρότυπο
του Ιησού Χριστού ως διδασκάλου, αλλά
και σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο που
τονίζει, ότι «όπως ο πατέρας αγαπάει το
παιδί του, όπως ο Χριστός αγάπησε την ανθρωπότητα, έτσι και οι παιδαγωγοί
οφείλουν να αγαπούν τους μαθητές τους, αφού ‘τέκνον ἐστὶ πνευματικὸν τοῦ διδασκάλου
ὁ μαθητής’». Αυτό σημαίνει κατά προέκταση, ότι οφείλει να τους διδάσκει με
τον λόγο του, αλλά και, λειτουργώντας ως πρότυπο, να τους εμπνέει και να τους
προσανατολίζει με το παράδειγμά του στην προσπάθεια κατάφασης, πρόσληψης και
υιοθέτησης της πραγματικής αλήθειας των πραγμάτων, σεβόμενος παράλληλα απολύτως
και με πολλή διάκριση την ελευθερία τους να επιλέξουν αν θα την υιοθετήσουν και
θα την εφαρμόσουν, ώστε, όποια και αν είναι η επιλογή τους, να μην πάψει ποτέ να
τους αποδέχεται και να τους αγαπά απέραντα, προκειμένου να του επιτρέπουν να συνεχίζει
να εργάζεται δημιουργικά για τη διάπλασή της προσωπικότητάς τους, αφού, με τη
διδακτική του επάρκεια, την ακεραιότητα, την καθαρότητα και την ευθυκρισία του,
θα έχει κερδίσει φυσιολογικά την
εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και την αγάπη τους. Για τον λόγο αυτό και ο όσιος
Πορφύριος ζητά από τους δασκάλους «να
ανταποκρίνονται στην αγάπη των παιδιών με διάκριση. Έτσι, άμα σας αγαπήσουν, θα
μπορέσετε να τα οδηγήσετε κοντά στο Χριστό. Θα γίνετε εσείς το μέσον. Η αγάπη
σας να είναι αληθινή». Διότι, όπως συμπληρώνει ο ιερός Χρυσόστομος, με τη
δύναμη της αγάπης μπορεί ο παιδαγωγός να βελτιώσει αποτελεσματικά το χαρακτήρα
του κάθε μαθητή του, αλλά και να τον παρωθήσει να αγαπήσει και να προοδεύσει
στα μαθήματά του, εφόσον, όπως αναφέρει συγκεκριμένα, «δεν υπάρχει τίποτε πιο δυνατό για να πείσει τον μαθητή να επιδοθεί στη
μελέτη, από το να του το μεταδώσει ο δάσκαλος με πολλή και ανυπόκριτη αγάπη».
Η
αγάπη ωστόσο του δασκάλου, όχι μόνο δεν αναιρεί την αλήθεια, αλλά, όταν αυτή
συνοδεύεται από τρυφερή πατρική στοργή, του επιβάλλει να τη φανερώνει αδιάλειπτα
καθαρότερα, προκειμένου να προστατεύει τους μαθητές και τις μαθήτριές του,
ενημερώνοντάς τους για καθετί ψευδές και κίβδηλο, στο οποίο ενδέχεται να οδηγηθούν
εξαιτίας της πειρασμικής αποχαλίνωσης του εγωισμού από την άκριτη πρόσληψη και
ανώριμη διαχείριση της κοσμικής γνώσης. Διότι, όπως επισημαίνει εύστοχα επ’
αυτού ο Όσιος Γερβάσιος, ο πνευματικός φάρος των Πατρών, «δεν πρέπει να λησμονώμεν, ότι έκαστον παιδίον, το οποίον μας χαρίζει ο
Θεός, είναι εις αγρός, έξωθεν και πλησίον του οποίου μονίμως ίσταται και
παραμονεύει ο πονηρός, ο διάβολος [ως πατέρας του ψεύδους], έτοιμος εις πάσαν
στιγμήν να σπείρη εν αυτώ ζιζάνια, να κατακυριεύση αυτού ή να αιχμαλωτίση αυτό».
Για τον λόγο αυτό και ο παιδαγωγός οφείλει να θεωρεί ως πρωταρχικό του μέλημα τη
φανέρωση της αυθεντικής αλήθειας, προκειμένου να βοηθήσει τους διδασκόμενους,
εφόσον το επιθυμούν, να απαλλαγούν αυτόβουλα από κάθε είδους επιστημονικό ή
πνευματικό ψεύδος, αλλά και να απελευθερωθούν, αν το θέλουν επίσης, από τις
ποικίλες ψευδαισθήσεις του καιρού μας, αναπροσανατολίζοντάς τους κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να αποκτήσουν ελεύθερα και
απροκατάληπτα τη δυνατότητα να αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, να προσλαμβάνουν, να
γνωρίζουν και να καταφάσκουν τον κόσμο γύρω τους στις πραγματικές του
διαστάσεις.
Αυτό
θα το καταφέρουν οι διδασκόμενοι όμως, μόνο αν η αποδοχή και η βίωση της
αλήθειας εκ μέρους τους θα συνοδεύεται ταυτόχρονα και από την καλλιέργεια με
την αρωγή του δασκάλου της σπουδαίας αρετής
της ταπεινώσεως. Η αληθινή ταπείνωση συνιστά νομίζουμε το πλέον δραστικό
αντίδοτο απέναντι στον υφέρποντα εγωισμό, στην αυτάρκεια, αλλά και στην
αυτοειδωλοποίηση από την άκριτη απολυτοποίηση και αναγωγή της γνώσης σε
μεταφυσικό μέγεθος, καθώς θα τους διασφαλίσει την πνευματική τους ισορροπία,
ώστε, όπως παρατηρεί ο όσιος Πορφύριος, να καταφέρουν να συνειδητοποιήσουν την αληθινή
πραγματικότητα και να αποκτήσουν πραγματική αυτογνωσία, για να απαλλαγούν και από
την τόσο διαδεδομένη στις μέρες μας ασθένεια της άγνοιας ή της ψευδαίσθησης
εαυτού. «Το φάρμακο και το μεγάλο μυστικό
για την πρόοδο των παιδιών [αναφέρει στους γονείς ο όσιος] είναι η ταπείνωση. Η εμπιστοσύνη στο Θεό
δίνει απόλυτη ασφάλεια. Τίποτε δεν θα κάνουμε κι εμείς και τα παιδιά χωρίς την
ταπείνωση. Θέλει προσοχή, όταν ενθαρρύνετε τα παιδιά. Στο παιδί δεν πρέπει να
λέτε: «Εσύ θα τα καταφέρεις, εσύ είσαι σπουδαίος, είσαι νέος, είσαι ανδρείος,
είσαι τέλειος!...». Δεν το ωφελείτε έτσι το παιδί. Μπορείτε όμως να του πείτε
να κάνει προσευχή. Να του πείτε: «Παιδί μου, τα χαρίσματα πού έχεις ό Θεός σου
τα έδωσε. Προσευχήσου να σου δώσει ό Θεός δυνάμεις, για να τα καλλιεργήσεις και
να πετύχεις. Να σου δώσει ό Θεός τη Χάρη Του». Με τον τρόπο αυτό πρέπει να
καθοδηγούνται, συνεχίζει, και τα «παιδιά
του σχολείου. Αυτή είναι η αλήθεια. Αλλιώς γίνονται απροσάρμοστα. Δεν ξέρουν τι
κάνουν και πού βαδίζουν και αιτία είμαστε εμείς που τα κάναμε έτσι. Δεν τα
οδηγήσαμε στην αλήθεια, στην ταπείνωση, στην αγάπη του Θεού. Τα κάναμε εγωιστές
και να το αποτέλεσμα!», εφόσον, «όταν,…,
εμείς δημιουργούμε στο παιδί με τους άκριτους επαίνους το «υπερεγώ», του
φουσκώνουμε τον εγωισμό και του κάνουμε μεγάλο κακό. Έτσι, μεγαλώνοντάς το, τό
απομακρύνουμε από όλες τις αξίες της ζωής».
Γι’
αυτό και προκειμένου να αποφευχθούν οι παραπάνω οδυνηρές επιπτώσεις, η αγάπη
του δασκάλου ως παιδαγωγού απέναντί στους μαθητές και τις μαθήτριές του, εκτός
από ανυπόκριτα αληθινή, θα πρέπει να διαπνέεται και από πραγματική δικαιοσύνη. Εφαρμόζοντας όμως τη δικαιοσύνη ο
εκπαιδευτικός είναι βέβαιο πως δεν θα είναι για τους διδασκόμενους πάντοτε
αποδεκτός και ευχάριστος στην αρχή. Οφείλει ωστόσο να επιδείξει σταθερότητα και
υπομονή, έχοντας ως παρηγοριά τη σοφή παρατήρηση του απ. Παύλου, ότι δηλαδή
η ορθή και αληθινή διαπαιδαγώγηση, παρόλο που στην αρχή δεν φαίνεται να
προξενεί χαρά στους διδασκόμενους, αλλά λύπη, αργότερα όμως τους καλλιεργεί την
ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Για τον λόγο αυτό και δεν θα πρέπει να πτοείται στο
έργο του, αλλά να επικεντρώνεται στο να στηρίζει τους διδασκόμενους με σύνεση, ευθύτητα, ειλικρίνεια και καθαρότητα, τα
οποία θα συνδυάζει οπωσδήποτε με πολλή
διάκριση και πνεύμα επιείκειας,
αποσκοπώντας στη σταδιακή καλλιέργεια της αυτογνωσίας,
της ενσυναίσθησης και της αυτοαντίληψης τους, ώστε, ενισχύοντας το
φιλότιμό τους, ενθαρρύνοντάς τους, αλλά και επαινώντας σύμμετρα την επιτυχία τους,
να τους συνδράμει για να επιτύχουν την αυτορρύθμισή
τους, καθώς, όπως συμβουλεύει ο όσιος Παΐσιος, οι δάσκαλοι πρέπει να ενεργούν
«πάντα με το καλό, με επιείκεια, με αγάπη
να φέρονται στα παιδιά. Να προσπαθούν να ξυπνάνε το φιλότιμό τους. Το παιδί
θέλει αγάπη, ζεστασιά. Πολλά παιδιά την στερούνται τελείως στο σπίτι. Αν οι
δάσκαλοι αγαπήσουν τα παιδιά, τότε κι εκείνα θα τους αγαπήσουν, και τότε θα
κάνουν πιο εύκολα το έργο τους».
Για να καταφέρει όμως ο ορθόδοξος δάσκαλος να εργαστεί με γνώμονα της παιδαγωγικής του αγάπης την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, θα πρέπει επίσης να είναι έτοιμος και διαθέσιμος για διαρκή και έντιμο διάλογο με τους διδασκόμενους, τον οποίο θα διακρίνει η ειλικρίνεια, η απόλυτη εχεμύθεια, η διάκριση, η νηφαλιότητα και η υπομονή, αλλά και η διαρκής επιδίωξή του ως παιδαγωγού να είναι τις περισσότερες φορές και τον περισσότερο χρόνο καλός ακροατής, επιδιώκοντας κυρίως να ακούει με προσοχή, ενδιαφέρον, προσευχητική σιωπή και υπομονή τους μαθητές και τις μαθήτριές του, ώστε να αποβαίνει κατόπιν καλός σύμβουλος, να τους ενθαρρύνει με μέτρο και να τους επαινεί ανάλογα με τον βαθμό της επιτυχίας τους, αλλά και να τους επισημαίνει διακριτικά, όμως σταθερά, τα όριά τους, ώστε να γίνεται καταδεκτικός και φιλόξενος, πράγμα που σημαίνει ότι θα τους αποδέχεται χωρίς εξαίρεση και διάκριση, αλλά και θα τους δεξιώνεται στην καρδιά του με πηγαία αγάπη, που θα τη στολίζει όμως η αλήθεια και η δικαιοσύνη, παρά τις όποιες διαφωνίες και τις διαφορές που θα υφίστανται ή θα ανακύπτουν μεταξύ τους, εφαρμόζοντας διαρκώς την επιείκεια και συμβάλλοντας αποφασιστικά στη λειτουργία του σχολείου ως κοινωνίας προσώπων. Και αυτό διότι, αν οι διδασκόμενοι εκπαιδευτούν ορθά και αρμονικά, συνδυάζοντας ισόρροπα στη ζωή τους την αληθινή γνώση από την ανακάλυψη του επιστητού με την πρόσληψη της σχολικής ύλης στο σύνολό της, τότε και με την θεληματική και χωρίς εξωτερική επιβολή, πλήρωση της καρδιάς τους, μέσω του παραδείγματος του δασκάλου τους, από τον αποκαλυφθέντα Χριστό, που είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή», θα καταφέρουν να βαδίσουν απρόσκοπτα και δημιουργικά την οδό της αληθείας και της δικαιοσύνης στην ενήλικη ζωή τους, αφού θα έχουν οικοδομήσει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα και θα διατηρούν σταθερά, κατά τον Όσιο πατέρα μας Γερβάσιο τον σοφό παιδαγωγό των Πατρών, «θάρρος γνώμης, ἄνευ αὐθαδείας· φρόνημα σταθερόν μέ ἀξιοπρέπειαν χριστιανικήν· χείλη εἰλικρινή, ὁμολογοῦντα [με τη ζωή τους] τήν μόνην ἀλήθειαν : τήν ἀλήθειαν τῆς πίστεως εἰς ἕναν Θεόν καί εἰς ὅν ἀπέστειλε Σωτῆρα καί Λυτρωτήν, τόν Χριστόν Ἰησοῦν».
4. Ο Εκπαιδευτικός ως Δάσκαλος, ο Σύλλογος Διδασκόντων και η Διεύθυνση στο Σχολείο ως Κοινωνία Προσώπων
Αναφορικά με τη στάση του δασκάλου ως ορθόδοξου παιδαγωγού απέναντι στους άλλους εκπαιδευτικούς και τη διεύθυνση του σχολείου ως κοινωνίας προσώπων, ο όσιος Παΐσιος τονίζει ότι «θέλει πολλή διάκριση και φωτισμό στην εποχή μας, για να κινηθεί σωστά ο καθένας (εκπαιδευτικός) ανάμεσα στους συναδέλφους του. Για την κάθε περίπτωση χρειάζεται πολλή σύνεση και θείος φωτισμός. Ακόμη και να μη δείχνει μερικές φορές ότι πιστεύει. Να κινείται αθόρυβα και πιο πολύ να τους μιλάει με τη σωστή ορθόδοξη ζωή του. Έτσι θα βοηθήσει, χωρίς να ερεθίσει». Ο εκπαιδευτικός δηλαδή, οφείλει να προσπαθεί: 1. να δημιουργεί και να διατηρεί διακριτικές σχέσεις αγάπης, σεβασμού, αποδοχής, συνεργατικότητας, συναδελφικότητας, ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης με όλους τους συναδέλφους του και τη διεύθυνση του σχολείου του. 2. Να συμμετέχει σε κοινές πρωτοβουλίες ή δράσεις διδακτικού, κοινωνικού ή φιλανθρωπικού χαρακτήρα. 3. Να εργάζεται για τη διατήρηση θετικού και φιλικού κλίματος μεταξύ των συναδέλφων, πράγμα που θα του επιτρέπει να διαλέγεται και να ανταλλάσει απόψεις σχετικά με την επίδοση ή τη συμπεριφορά των μαθητών και των μαθητριών, αλλά και να επωφελείται από την πείρα των παλαιότερων, ώστε να τιθασεύει τη χίμαιρα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας που παραμονεύει για να τον παραπλανήσει, 4. Να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση του ωραρίου, να προσέρχεται έγκαιρα στο μάθημά του, να σέβεται το χρόνο του διαλείμματος με την ορθή διαχείριση του διδακτικού χρόνου, αλλά και να είναι συνεπής στις εφημερίες, 5. Να φροντίζει να γνωρίσει πολύ καλά την εκπαιδευτική νομοθεσία και να την εφαρμόζει στο ακέραιο, εκτός και αν προσκρούει καρυγαλέα στο θέλημα του Θεού, 6. Να αναλαμβάνει με προθυμία τις εξωδιδακτικές εργασίες που του αναλογούν, τις οποίες θα επιτελεί με ευσυνειδησία μαζί με τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά του καθήκοντα. 7. Ως μέλος του συλλόγου διδασκόντων να διακρίνεται από υπευθυνότητα, σοβαρότητα και συνεργατικότητα κατά τις συνεδριάσεις του, στις οποίες θα επιδιώκει συνθέσεις και θα προτείνει ρεαλιστικές λύσεις, θα αποτρέπει διχασμούς και θα σέβεται τις απόψεις κάθε συναδέλφου χωρίς απαραίτητα να συμφωνεί και 8. σε ιδιαίτερες περιπτώσεις συναδέλφων ή διευθυντών που κατά κοινή ομολογία οι σχέσεις μαζί τους θα είναι δύσκολες, μεγάλη διέξοδο αποτελεί η συμβουλευτική του πνευματικού, των άλλων συναδέλφων, η υπομονή, η σιωπή, η προσευχή, η διάκριση και η προσοχή, ενώ σε περιπτώσεις ακραίων καταστάσεων οφείλει να καταφεύγει στην προϊσταμένη του αρχή, με σκοπό την ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος και όχι την τιμωρία του προσώπου που δημιουργεί το πρόβλημα.
5. Ο Εκπαιδευτικός ως Παιδαγωγός σε σχέση με τους Γονείς και τις Οικογένειες των μαθητών και των μαθητριών του Σχολείου ως Κοινωνίας Προσώπων
Όσον αφορά, τέλος, στις σχέσεις του δασκάλου
ως παιδαγωγού και συμβούλου με τους γονείς και τις οικογένειες των μαθητών και
των μαθητριών του, είναι βέβαιο πως θα πρέπει να λειτουργεί ως γεφυροποιός, εφόσον
και για να υλοποιήσει με επιτυχία το υποστηρικτικό του έργο οφείλει να εργαστεί
για να καλλιεργήσει ειλικρινείς προσωπικές σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και
συνεργασίας μαζί τους, δεδομένου ότι οι γονείς και οι οικογένειες γενικότερα των
διδασκομένων αποτελούν πολυσήμαντο παράγοντα για την ευόδωση του εκπαιδευτικού του
έργου και τη λειτουργία του σχολείου ως κοινωνίας προσώπων.
Οι σχέσεις
του εκπαιδευτικού με τους γονείς των μαθητών και των μαθητριών ωστόσο, θα
πρέπει να κινούνται παράλληλα και στο πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας, αλλά και
να είναι διακριτικά φιλικές, εποικοδομητικές και με συμβουλευτικό και
υποστηρικτικό χαρακτήρα, ενώ και η επικοινωνία του μαζί τους οφείλει να είναι τακτική
και σε υπηρεσιακό επίπεδο, η συχνότητα της οποίας θα εξαρτάται από τις ανάγκες
του κάθε μαθητή ή μαθήτριας, αλλά και η όλη του συναναστροφή μαζί τους θα πρέπει
να είναι ειλικρινής και τίμια, ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να
διαλέγεται έντιμα, ειλικρινά και αληθινά μαζί τους, εφόσον θα χρειαστεί ίσως να
λειτουργήσει συμπληρωματικά ενίοτε και με τη δική τους συγκατάθεση στο
ακραιφνώς γονεϊκό τους έργο. Γι’ αυτό και όπως παρατηρεί ο όσιος Παίσιος. «ο δάσκαλος πρέπει να προσπαθήσει να κάνει
την διακονία του με χαρά και να βοηθάει τα παιδιά για την πνευματική τους
αναγέννηση, πράγμα που δεν έχουν τη δυνατότητα όλοι οι γονείς να κάνουν, έστω
κι αν έχουν καλή διάθεση. Να φροντίσει παράλληλα με τα γράμματα που μαθαίνουν
τα παιδιά να γίνουν και σωστοί άνθρωποι. Διαφορετικά τι θα τους ωφελήσουν τα
γράμματα; Η κοινωνία έχει ανάγκη από σωστούς ανθρώπους».
Στο πλαίσιο αυτό ο εκπαιδευτικός οφείλει να ενημερώνει τακτικά τους γονείς για την πρόοδο των παιδιών τους, βοηθώντας τους να αποκτήσουν ρεαλιστική εικόνα γι’ αυτά, με σκοπό να μπορέσουν να κατανοήσουν τις πραγματικές τους ανάγκες και να αποδεχθούν τα όποια προβλήματά τους. Αυτό σημαίνει ότι, λειτουργώντας ως αληθινός παιδαγωγός, μπορεί να τους συνδράμει για να συνειδητοποιήσουν κατά το δυνατόν καλύτερα το γνωστικό επίπεδο και την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των παιδιών τους, να τους συμβουλεύει με σαφήνεια για το πώς θα μπορούσαν να εργαστούν αποτελεσματικότερα για την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους, αλλά και για να αναγνωρίζουν τις όποιες ελλείψεις τους, προτείνοντάς τους τρόπους βελτίωσης και θεραπείας. Τέλος, συνιστά νομίζουμε υποχρέωση του δασκάλου ως παιδαγωγού να αληθεύει πάντοτε απέναντί τους και να τους παρουσιάζει αντικειμενικά και απροκατάληπτα την πραγματική εικόνα του παιδιού τους στο σχολείο, χωρίς να το υπερτιμά ή να το υποτιμά, ενώ θα πρέπει επίσης και οι κρίσεις του να είναι τεκμηριωμένες και συνοδευόμενες από προτεινόμενες λύσεις, αλλά και δεν θα πρέπει να διστάζει να διατυπώνει με λεπτότητα τις αντιρρήσεις του απέναντι σε συγκεκριμένες στάσεις τους, χωρίς ωστόσο να τους απαξιώνει ή να τους προσβάλλει.
6. Επιλογικά
Συνοψίζοντας τα παραπάνω θα τονίζαμε και πάλι ότι, αν ο κάθε δάσκαλος ως παιδαγωγός, εργαστεί με φιλότιμο, αγάπη, ειλικρίνεια και θυσιαστικότητα, είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει να συνδράμει στην ομαλή, αβίαστη και μέσα σε κλίμα εν Χριστώ καταλαγής, ειρηνική και εν ελευθερία λειτουργία της σχολικής μονάδας που εργάζεται ως κοινωνίας λογικών, ελεύθερων και δημιουργικά αλληλεπιδρώντων προσώπων, τα οποία θα καλλιεργούν και θα οικοδομούν αρμονικές και αυθεντικές σχέσεις αγάπης, αλληλεγγύης και προσφοράς, ώστε να πραγματώνεται αδιαλείπτως ο ουσιαστικός ρόλος και σκοπός του σχολείου ως κοινωνίας μάθησης, χώρου παιδείας, κοινωνικής αγωγής και πνευματικής ωρίμανσης για τα μέλη του.





1 σχόλιο:
Σέ πολλούς εκκλησιαστικούς καί φιλανθρωπικούς τομείς υπήρξε αναντικατάστατος. Ήταν ταπεινός και κυρίως απλός και όχι εγωϊστής κληρικός πού με όλους συζητούσε.
Δέν διαχώριζε τούς ενορίτες του όπως κάποιοι άλλοι ( να μή λέμε τώρα καί ονόματα...) πού περνάνε δίπλα σου και δεν καταδέχονται να κάνουν ούτε ένα νεύμα χαιρετισμού αν δεν είσαι δικός τους.
Πού βλέπουν παντού γύρω τους "εγωϊστές, υπερήφανους , καί συκοφάντες" καί δεν κοιτάζουν καί "κάπου αλλού.." μέσα στην φωλιά τους, εκεί πού πρέπει δηλαδή να κοιτάξουν...
Του πατρός Ερμολάου άς είναι αιωνία η μνήμη αυτού !
Νικηφόρος Γ.
7.3.26
Δημοσίευση σχολίου