Ο προφήτης Δανιήλ και οι Τρεις Παίδες:Πίστη χωρίς συμβιβασμό στη σύγχρονη
«βαβυλωνιακή» κοινωνία
Χριστοφόρου Χρόνη Πρωτοπρεσβυτέρου, Εφημερίου Ι. Ν. Αγίου
Χριστοφόρου ΑγρινίουΕπίκουρου Καθηγητή Ποιμαντικής Θεολογίας
και Ψυχολογίας,Θεολογική Σχολή – Τμήμα Θεολογίας, ΕΚΠΑchristchronis@theol.uoa.gr
1. Γιατί διαβάζεται το βιβλίο του Δανιήλ το Μεγάλο Σάββατο
Το
Μεγάλο Σάββατο το πρωί, κατά τον Εσπερινό της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου
Βασιλείου, η Εκκλησία αναγιγνώσκει ολόκληρο το βιβλίο του προφήτου Ιωνά
(είχαμε αναφερθεί στην περσινή εορτή) καθώς και αποσπάσματα από το τρίτο
κεφάλαιο του βιβλίου του προφήτου Δανιήλ, συγκεκριμένα τους στίχους 1–23 και
τον Ύμνο των Τριών Παίδων (στίχ. 1–33). Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία·
εντάσσεται στη βαθύτατα αναγωγική λογική της ορθόδοξης λατρείας, η οποία βλέπει
στα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης προτυπώσεις και σκιές γεγονότων που
σχετίζονται με πρόσωπα και καταστάσεις της Καινής Διαθήκης.
Η
παρουσία των Τριών Παίδων στη λατρεία της Εκκλησίας δεν περιορίζεται στο Μεγάλο
Σάββατο. Η Ζ΄ και Η΄ ωδή όλων των καταβασιών στην Ορθόδοξη υμνογραφία αντλούν
άμεσα από το ίδιο βιβλικό γεγονός: η Ζ΄ ωδή εξυμνεί την προσευχή των Παίδων
μέσα στη φωτιά και τη θαυμαστή μεταβολή της σε δροσιά, ενώ η Η΄ ωδή αναπαράγει
τον μεγαλειώδη ύμνο με τον οποίο οι ίδιοι κάλεσαν ολόκληρη την κτίση να
δοξολογήσει τον Θεό για τη σωτηρία τους.[1]
Το Μεγάλο Σάββατο είναι η ημέρα της κατάβασης του Χριστού στον Άδη, ο καιρός της «σιωπηρής» παρουσίας Του ανάμεσα στους κεκοιμημένους. Η Εκκλησία επιλέγει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να ενθυμηθεί τρεις νέους άνδρες μέσα στο πύρινο καμίνι, διότι η εικόνα αυτή αποτυπώνει τέλεια το μυστήριο της ημέρας: όπως οι Τρεις Παίδες βαδίζουν αλώβητοι μέσα στη φωτιά με έναν τέταρτο άγνωστο συνοδό, έτσι και ο Υιός του Θεού κατεβαίνει και παραμένει αλώβητος εκεί όπου δεν φαίνεται καμία ελπίδα, μέσα στο βασίλειο του θανάτου, και τον συντρίβει.
Επιπλέον, η Εκκλησία επιλέγει αυτό το ανάγνωσμα ως παρηγορία για κάθε πιστό που νοιώθει ότι βρίσκεται σε «καμίνι» δοκιμασίας. Το Μεγάλο Σάββατο είναι η ώρα της δοκιμασίας της πίστης, η ώρα που ο τάφος φαίνεται να έχει τον τελευταίο λόγο. Το παλαιοδιαθηκικό ανάγνωσμα του Δανιήλ διδάσκει ότι όταν ο Χριστός είναι δίπλα μας στις φλόγες του βίου μας, τότε αυτά που καίγονται είναι τα δεσμά, οι εξαρτήσεις, οι φοβίες και οι ελλείψεις μας. Ο Θεός δεν αποτρέπει πάντα τη δοκιμασία, αλλά επιλέγει να είναι παρών μέσα σε αυτήν. Οι δοκιμασίες δεν αποσκοπούν στην καταστροφή, αλλά στην αποκάλυψη του «ψεύτικου εαυτού» και τη σμίλευση του χαρακτήρα. Τέλος το κείμενο διδάσκει πως οι πιστοί μπορούν να διατηρήσουν την αγιότητά τους σε μια σύγχρονη «Βαβυλωνιακή» κοινωνία, χωρίς να υποκύπτουν στις αφόρητες πολιτισμικές και πολιτικές πιέσεις.
2. Ο Δανιήλ ως προτύπωση του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη
Το βιβλίο του Δανιήλ ανήκει στη μεγάλη παράδοση της τυπολογικής ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης. Ο προφήτης Δανιήλ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πλέον ευκρινείς τύπους του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη. Η προτύπωση αυτή φανερώνεται σε τρία επίπεδα. Πρώτον, ο Δανιήλ εμφανίζεται ως ο δίκαιος που υποφέρει άδικα και απορρίπτεται από την πολιτική εξουσία της εποχής του, ακριβώς όπως ο Χριστός καταδικάστηκε από τις θρησκευτικές και πολιτικές αρχές. Δεύτερον, ο Δανιήλ εισέρχεται στον λάκκο των λεόντων και εξέρχεται σώος, προτυπώνοντας την κατάβαση του Κυρίου στον Άδη και την Ανάσταση. Τρίτον, η μορφή που εμφανίζεται ως «τέταρτος» μέσα στη φλεγόμενη κάμινο ταυτίζεται από τους Πατέρες με τον προενσαρκωμένο Λόγο, τον Άγγελο του Κυρίου, που δεν είναι κτιστός άγγελος αλλά ο ίδιος ο Θεός Λόγος πριν από τη Σάρκωση. Ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας, κοιτάζοντας μέσα στη φωτιά, βλέπει έναν που «ὅμοιός ἐστιν υἱῷ Θεοῦ»,[2] ομολογία που η χριστιανική θεολογία ερμηνεύει ως την αόρατη παρουσία του Χριστού μέσα στην ιστορία των εκλεκτών Του.
3. Πίστη σε «βαβυλωνιακή»
κοινωνία: Η σύγχρονη πρόκληση
Η πόλη της Βαβυλώνας έχει έντονη σημειολογία.
Όπως η Αίγυπτος συμβολίζει την αιχμαλωσία από τους ακάθαρτους λογισμούς
(σύμφωνα με τη νηπτική θεολογία)[3]
έτσι και η Βαβυλώνα είναι ένας τρόπος οργάνωσης του κόσμου· ένα σύστημα που
απαιτεί από τον πιστό να «προσκυνήσει» αυτό που η πλειοψηφία υπαγορεύει, και να
εγκαταλείψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ιερό.
Στον 21ο αιώνα, η «βαβυλωνιακή-πολυπολιτισμική»
κοινωνία δεν χτίζει χρυσά αγάλματα στις πλατείες, αλλά θεσπίζει νόμους που
νομιμοποιούν πρακτικές ριζικά αντίθετες προς τη χριστιανική ανθρωπολογία: νόμους
που νομιμοποιούν τις αμβλώσεις ως «δικαίωμα», που επιβάλλουν τον «γάμο»
ανθρώπων ίδιου φύλου αφαιρώντας από τον γάμο τη δημιουργική και οντολογική του
διάσταση, που προωθούν ιδεολογίες ταυτότητας ασύμβατες με τη χριστιανική πίστη.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόσφατη
νομοθετική ρύθμιση που επιτρέπει την υιοθεσία τέκνων από ομόφυλα ζευγάρια. Η
ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια νομική επέκταση δικαιωμάτων· αποτελεί θεσμική
επικύρωση μιας σχετικιστικής ηθικής, καθώς αποσυνδέει θεσμικά το παιδί από την
ανθρωπολογική πραγματικότητα της πατρότητας και μητρότητας, αναιρώντας τη
βιβλική πεποίθηση ότι ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ' εικόνα» Θεού ως «ἄρσεν καὶ θῆλυ».[4]
Η Εκκλησία δεν αντιτίθεται σε αυτές τις ρυθμίσεις από εχθρότητα προς τα
πρόσωπα, αλλά από αγάπη προς το παιδί και πίστη στη θεόσδοτη φύση της
οικογένειας. Η ποιμαντική πρόκληση σήμερα δεν είναι η καταδίκη αλλά η μαρτυρία:
να κρατηθεί ζωντανή η εικόνα της χριστιανικής οικογένειας ως χώρου αγάπης,
θυσίας, αλληλοσυμπλήρωσης και πορείας προς την αγιότητα.
Εξίσου
ανησυχητική είναι η σταδιακή υποβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην
ελληνική εκπαίδευση και η εισαγωγή, παράλληλα με αυτό, ενός «μαθήματος Ηθικής»
(σαφώς φιλοσοφικής κατεύθυνσης) απαλλαγμένου από οποιαδήποτε θεολογική
θεμελίωση. Η αντικατάσταση αυτή δεν είναι ουδέτερη· αντανακλά μια επιλογή: τη
θεωρητική παραδοχή ότι η ηθική μπορεί να υπάρξει αυτόνομα, χωρίς αναφορά στον
Θεό, χωρίς σωτηριολογική και εσχατολογική διάσταση. Η ορθόδοξη παράδοση
γνωρίζει καλά ότι μια ηθική χωρίς θεολογικές ρίζες καταντά στείρος ηθικισμός, δηλαδή
κοινωνική συμμόρφωση μεταμφιεσμένη σε αρετή.
Ο
Δανιήλ και οι τρεις παίδες δεν αντιστάθηκαν στον Ναβουχοδονόσορα επειδή είχαν διδαχθεί
«ηθικές αρχές»· αντιστάθηκαν επειδή γνώριζαν Ποιον αγαπούσαν. Χωρίς αυτή την
προσωπική σχέση, καμία ηθική διδασκαλία δεν αντέχει σε κανένα «καμίνι». Η πίεση
δεν είναι απαραίτητα σωματικά βίαιη · κυρίως είναι πολιτισμική, θεσμική, νομική
και κοινωνική. Ο «Ναβουχοδονόσορας» σήμερα δεν απειλεί με καμίνι, αλλά με
κοινωνικό στιγματισμό, αποκλεισμό, ακόμα και με νομικές συνέπειες.
Η
απάντηση των Τριών Παίδων παραμένει πρότυπο ανεξάντλητης επικαιρότητας. «Εἰ ἔστιν
ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὃν ἡμεῖς σεβόμεθα, δυνατὸς ἐξελέσθαι ἡμᾶς... καὶ ἐὰν μή, γνωστόν
σοι ἔστω, βασιλεῦ, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ σεβόμεθα».[5] Αυτή
η απάντηση έχει δύο συστατικά που είναι μαζί αδιαχώριστα: βεβαιότητα για τη
δύναμη του Θεού και εμπιστοσύνη στη βουλή Του, ακόμα και όταν αυτή οδηγεί στη
θυσία. Η πίστη τους δεν ήταν συναλλακτική, «πιστεύω στον Θεό για να με
σώσει», αλλά σχεσιακή: «αγαπώ τον Θεό, άρα παραμένω πιστός, ακόμα και αν
πληρώσω το τίμημα».
Ο
σύγχρονος χριστιανός, ζώντας μέσα σε πλουραλιστικό περιβάλλον, καλείται να
διδαχθεί από τους Τρεις Παίδες τρεις αρετές. Πρώτη, τη θεολογική
ακρίβεια: να γνωρίζει τι πιστεύει η Εκκλησία και γιατί, χωρίς να συγχέει την
πολιτισμική πλειοψηφία με την αλήθεια. Δεύτερη, την ήρεμη σταθερότητα:
να αντιστέκεται χωρίς έχθρα, να αρνείται χωρίς μίσος, να μαρτυρεί χωρίς βία. Οι
Τρεις Παίδες δεν εξεγέρθηκαν ενάντια στον βασιλιά· απλώς αρνήθηκαν να
προσκυνήσουν. Τρίτη, τη διάκριση: οι Τρεις Παίδες δεν αντιστάθηκαν σε
όλα, ούτε παρέδωσαν τα πάντα. Γνώριζαν με ακρίβεια ποια ήταν η γραμμή που δεν
διαπερνάται. Σε όλα τα άλλα υπηρετούσαν πιστά τη βαβυλωνιακή αυλή. Η διάκριση,
αυτή η «μήτηρ τῶν ἀρετῶν» κατά τους Πατέρες, είναι ακριβώς η ικανότητα να
αναγνωρίζει ο πιστός πού τελειώνει ο εύλογος συμβιβασμός και πού αρχίζει η
άρνηση του Χριστού. Σήμερα, που οι κοινωνικές πιέσεις σπάνια έρχονται με ωμή
βία, αλλά συνήθως με σταδιακές υποχωρήσεις και «λογικές» αναπροσαρμογές, η διάκριση
είναι η πιο αναγκαία αρετή.
Το
μήνυμα του Δανιήλ δεν απευθύνεται σε ήρωες. Απευθύνεται σε κοινούς ανθρώπους.
Σε εκείνον που νιώθει μόνος στον χώρο εργασίας του επειδή δεν συμφωνεί με αυτά
που «όλοι» πλέον θεωρούν αυτονόητα. Σε εκείνη που μεγαλώνει παιδιά και
αναρωτιέται αν θα έχει τη δύναμη να τους μεταδώσει την πίστη σε έναν κόσμο που
την χλευάζει. Στον ιερέα που βλέπει την ενορία του να συρρικνώνεται και τους αντιχριστιανικούς
νόμους να πολλαπλασιάζονται. Σε όλους αυτούς, η Εκκλησία δεν προσφέρει
συνθήματα· προσφέρει μια εικόνα: τρεις νέοι άνδρες μέσα στη φωτιά, και έναν τέταρτο
θεϊκό συνοδοιπόρο.
Δεν
έχουμε καμία διαβεβαίωση από τον Χριστό ότι η ζωή μας θα είναι απείραστη και
ανέφελη. Η διαβεβαίωση που έχουμε είναι ότι αν τον δεχθούμε ως Κύριο, Σωτήρα
και Λυτρωτή, σηκώσουμε τον σταυρό μας και Τον ακολουθήσουμε, τότε θα
δειπνήσουμε μαζί Του στη Βασιλεία των ουρανών ως γνήσια τέκνα Του. Αυτό είναι
αρκετό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου