|
Τῶ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς,
εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. |
Καθώς πήγαινε στο δρόμο του
ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. |
|
Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ
αὐτοῦ λέγοντες· ῾Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς
γεννηθῇ; |
Τον ρώτησαν, λοιπόν, οι
μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή
οι γονείς του;» |
|
᾿Απεκρίθη ᾿Ιησοῦς· |
Ο Ιησούς απάντησε: «Ούτε
αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθεί η
δύναμη των έργων του Θεού πάνω σ’ αυτόν. |
|
᾿Εμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα
τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ῞Οταν
ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. |
Όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει
να εκτελώ τα έργα εκείνου που μ’ έστειλε. Έρχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν
μπορεί να εργάζεται. Όσο είμαι σ’ αυτόν τον κόσμο, είμαι το φως για τον
κόσμο». |
|
Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ
ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ
τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῞Υπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται
ἀπεσταλμένος. |
Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς,
έφτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό από το φτύμα, άλειψε με τον πηλό τα μάτια του
τυφλού, και του είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ»
–που σημαίνει «απεσταλμένος από το Θεό». |
|
᾿Απῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ
ἦλθε βλέπων. |
Ξεκίνησε, λοιπόν, ο
άνθρωπος, πήγε και νίφτηκε και, όταν γύρισε πίσω, έβλεπε. |
|
Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες
αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· |
Τότε οι γείτονες κι όσοι τον
έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: |
|
Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος
καὶ προσαιτῶν; |
«Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος
που καθόταν εδώ και ζητιάνευε;» |
|
῎Αλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν·
ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. |
Μερικοί έλεγαν: «Αυτός
είναι», ενώ άλλοι έλεγαν: «Είναι κάποιος που του μοιάζει». |
|
᾿Εκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. |
Ο ίδιος όμως έλεγε: «Εγώ
είμαι». |
|
῎Ελεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν
σου οἱ ὀφθαλμοί; |
Τότε τον ρωτούσαν: «Πώς,
λοιπόν, άνοιξαν τα μάτια σου;» |
|
᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν·
῎Ανθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ
εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ
νιψάμενος ἀνέβλεψα. |
Εκείνος απάντησε: «Ένας
άνθρωπος που τον λένε Ιησού έκανε πηλό, μου άλειψε τα μάτια και μου είπε:
“πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και νίψου”· πήγα λοιπόν εκεί, νίφτηκα και
βρήκα το φως μου». |
|
Εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος;
Λέγει· Οὐκ οἶδα. |
Τον ρώτησαν, λοιπόν: «Πού
είναι ο άνθρωπος εκείνος;» «Δεν ξέρω», τους απάντησε. |
|
῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς
Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. |
Τον έφεραν τότε στους
Φαρισαίους, τον άνθρωπο που ήταν άλλοτε τυφλός. |
|
῏Ην δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν
ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. |
Η μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς
τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια ήταν Σάββατο. |
|
Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ
Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. |
Άρχισαν λοιπόν και οι
Φαρισαίοι να τον ρωτούν πάλι πώς απέκτησε το φως του. |
|
῾Ο δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ
μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. |
Αυτός τους απάντησε: «Έβαλε
πάνω στα μάτια μου πηλό, νίφτηκα και βλέπω». |
|
῎Ελεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων
τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. |
Μερικοί από τους Φαρισαίους
έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από το Θεό, γιατί δεν
τηρεί την αργία του Σαββάτου». |
|
῎Αλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος
ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. |
Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς
μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια σημεία;» Και υπήρχε διχογνωμία
ανάμεσά τους. |
|
Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ
τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; |
Ρωτούν λοιπόν πάλι τον
τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν; πώς εξηγείς ότι σου άνοιξε τα μάτια;» |
|
῾Ο δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. |
Κι εκείνος τους απάντησε:
«Είναι προφήτης». |
|
Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι
περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ
τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· |
Οι Ιουδαίοι όμως δεν
εννοούσαν να πιστέψουν πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου
κάλεσαν τους γονείς του ανθρώπου και τους ρώτησαν: |
|
Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς
λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; |
«Αυτός είναι ο γιος σας που λέτε ότι
γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;» |
|
᾿Απεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ
γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· |
Οι γονείς του τότε
αποκρίθηκαν: |
|
Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς
ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ
τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς
περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. |
«Ξέρουμε πως αυτός είναι ο
γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός· πώς όμως τώρα βλέπει, δεν το ξέρουμε,
ή ποιος του άνοιξε τα μάτια, εμείς δεν το ξέρουμε. Ρωτήστε τον ίδιο· ενήλικος
είναι, αυτός μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του». |
|
Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ,
ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις
αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. |
Αυτά είπαν οι γονείς του,
από φόβο προς τους Ιουδαίους. Γιατί, οι Ιουδαίοι άρχοντες είχαν κιόλας
συμφωνήσει να αφορίζεται από τη συναγωγή όποιος παραδεχτεί πως ο Ιησούς είναι
ο Μεσσίας. |
|
Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον
ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. |
Γι’ αυτό είπαν οι γονείς
του, «ενήλικος είναι, ρωτήστε τον ίδιο». |
|
᾿Εφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν
ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· |
Κάλεσαν, λοιπόν, για δεύτερη
φορά τον άνθρωπο που ήταν πριν τυφλός και του είπαν: |
|
Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν
ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. |
«Πες την αλήθεια ενώπιον του
Θεού· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». |
|
᾿Απεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν·
Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. |
Εκείνος τότε τους απάντησε:
«Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω· ένα ξέρω: πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα
βλέπω». |
|
Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ
σοι; Πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; |
Τον ρώτησαν πάλι: «Τι σου
έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» |
|
᾿Απεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν
ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· Τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ
μαθηταὶ γενέσθαι; |
«Σας το είπα κιόλας», τους
αποκρίθηκε, «αλλά δεν πειστήκατε· γιατί θέλετε να το ξανακούσετε; Μήπως
θέλετε κι εσείς να γίνετε μαθητές του;» |
|
᾿Ελοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον·
Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. |
Τον περιγέλασαν τότε και του
είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή· |
|
῾Ημεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ
λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. |
εμείς ξέρουμε πως ο Θεός
μίλησε στο Μωυσή, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε την προέλευσή του». |
|
᾿Απεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν
αὐτοῖς· ᾿Εν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ
μου τοὺς ὀφθαλμούς. |
Τότε απάντησε ο άνθρωπος και
τους είπε: «Εδώ είναι το παράξενο, πως εσείς δεν ξέρετε από πού είναι ο
άνθρωπος, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. |
|
Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ
Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ͺᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.
|
Ξέρουμε πως ο Θεός τούς
αμαρτωλούς δεν τους ακούει, αλλά αν κάποιος τον σέβεται και κάνει το θέλημά
του, αυτόν τον ακούει. |
|
᾿Εκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι
ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο
ποιεῖν οὐδέν. |
Από τότε που έγινε ο κόσμος
δεν ακούστηκε ν’ ανοίξει κανείς τα μάτια ενός γεννημένου τυφλού. Αν
αυτός δεν ήταν από το Θεό δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα». |
|
᾿Απεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ·
᾿Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. |
«Εσύ είσαι βουτηγμένος στην
αμαρτία από τότε που γεννήθηκες», του αποκρίθηκαν, «και κάνεις το δάσκαλο σ’
εμάς;» Και τον πέταξαν έξω. |
|
῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον
αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ; |
Ο Ιησούς έμαθε ότι τον
πέταξαν έξω και, όταν τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του
Θεού;» |
|
᾿Απεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε·
Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; |
Εκείνος αποκρίθηκε: «Και
ποιος είναι αυτός, κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» |
|
Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Καὶ ἑώρακας
αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. |
«Μα τον έχεις κιόλας δει»,
του είπε ο Ιησούς. «Αυτός που μιλάει τώρα μαζί σου, αυτός είναι». |
|
῾Ο δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε·
καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ. |
Τότε εκείνος είπε: «Πιστεύω
Κύριε», και τον προσκύνησε. |
https://drive.google.com/file/d/12f3xUScLeND7Z5v2E8GCIC5lCS6rbpVs/view?usp=sharing
https://www.ymnologia.gr/files/pentikostario/PENT6-1.pdf
https://imks.gr/wp-content/uploads/2013/02/leitoyrgia_ioannou_xrysostomou-metafrasi.pdf
.png)
.jpg)
2 σχόλια:
Απολαμβάνω την μετάφραση κάθε εβδομάδα και κατανοώ τα ιερά κείμενα.
Θα συμφωνήσω και εγώ ότι είναι μεγάλη προσφορά σας με τις μεταφράσεις του Αποστόλου και του Ευαγγελίου. Ο Θεός να ευλογεί τους κόπους σας.
Δημοσίευση σχολίου