«Η εις επήκοον ανάγνωση των ευχών της Θείας Λειτουργίας: Όρος ποιμαντικής αρτιότητας, όχι όρος σωτηρίας»
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η εμμονή στην εις επήκοον ανάγνωση των ευχών συνιστά «επιστημονισμό», δηλαδή υποκατάσταση της ασκητικής εμπειρίας από την ακαδημαϊκή έρευνα. Προβάλλουν επίσης το επιχείρημα ότι οι σύγχρονοι Όσιοι (Πορφύριος, Ιάκωβος, Εφραίμ Κατουνακιώτης, Ευμένιος, Δανιήλ Κατουνακιώτης) λειτουργούσαν διαβάζοντας μυστικά τις ευχές και αξιώθηκαν αγιασμού. Αν λοιπόν η μυστική ανάγνωση οδηγούσε σε λάθος, πώς ο Θεός αγίασε αυτούς που τη χρησιμοποίησαν; Το επιχείρημα περιέχει μια αλήθεια και μια σύγχυση που χρειάζονται διάκριση.
Η αλήθεια έγκειται στο εξής. Η αγιότητα των συγχρόνων αγίων αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι η μυστική ανάγνωση των ευχών δεν εμποδίζει τον αγιασμό. Σε επίπεδο προσωπικής σωτηρίας και αγιοπνευματικής εμπειρίας, το ζήτημα δεν είναι ουσιώδες. Ένας πιστός που εκκλησιάζεται σε ναό όπου οι ευχές διαβάζονται μυστικά, ασφαλώς μπορεί να σωθεί και να αγιάσει.
Η
σύγχυση όμως έγκειται στην ταύτιση δύο διαφορετικών επιπέδων: της προσωπικής
αγιοπνευματικής ζωής των αγίων κληρικών και της ποιμαντικής ευθύνης της
Εκκλησίας έναντι του συνόλου του ποιμνίου. Ο άγιος Πορφύριος, ας αναφερθεί ως
παράδειγμα, αξιώθηκε να αγιάσει με τον προσωπικό του πνευματικό αγώνα. Το
ποιμαντικό ερώτημα δεν αφορά αν ο π. Πορφύριος αγίασε. Αφορά αν οι χιλιάδες
απλοί πιστοί που εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή, χωρίς να διαθέτουν την σωματική
και πνευματική ασκητικότητα του αγίου Πορφυρίου, βοηθούνται περισσότερο από τη
μυστική ή την εις επήκοον ανάγνωση των ευχών. Η Εκκλησία οφείλει να σχεδιάζει
τη λειτουργική της ζωή με βάση τις ποιμαντικές ανάγκες των αδυνάτων και των
αρχαρίων, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα. Οι άγιοι βρίσκουν τον Θεό
και μέσα στις ατέλειες της εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Οι πολλοί
χρειάζονται την ποιμαντική φροντίδα.
Επομένως, το ζήτημα της εις επήκοον ανάγνωσης δεν αποτελεί όρο σωτηρίας. Αποτελεί όμως όρο ποιμαντικής αρτιότητας στις σημερινές συνθήκες αφού ο Θεός αγιάζει όπου βρίσκει ταπεινό φρόνημα. Παράλληλα, αντιμετωπίζει συγκεκριμένες ανάγκες του ποιμνίου: την κατήχηση, την ενίσχυση της προσοχής, τη συνειδητή συμμετοχή, την εμβάθυνση της προσωπικής προσευχής, την αντιμετώπιση της εκκοσμίκευσης, τη θεραπεία του θρησκευτικού σχίσματος και την ενεργοποίηση των θεραπευτικών στοιχείων της Θείας Λειτουργίας. Σε εποχή όπου τα περισσότερα από αυτά αποτελούν πραγματικά ποιμαντικά προβλήματα, η αξιοποίηση της εις επήκοον ανάγνωσης συνιστά ποιμαντική φρόνηση και όχι λειτουργική καινοτομία. Πιστεύουμε ότι οι εκκλησιαζόμενοι ωφελούνται ουσιωδώς ακούγοντας τις ευχές της Θείας Λειτουργίας. Εμπνεόμενοι από τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ἀλλ᾽ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω»,[1] καταθέτουμε πέντε πρακτικούς ποιμαντικούς λόγους υπέρ της εις επήκοον ανάγνωσης των ευχών.
1. Πέντε πρακτικοί ποιμαντικοί λόγοι
Πρώτος: Η Θεία
Λειτουργία ως ζωντανή κατήχηση. Οι ευχές της Θείας Λειτουργίας συνιστούν
συμπυκνωμένη δογματική και ευχαριστιακή θεολογία. Όταν ακούγονται, μεταδίδουν
στον πιστό τα θεμελιώδη νοήματα της πίστεως εντός του ζωντανού λειτουργικού
γεγονότος, χωρίς να απαιτείται χωριστή κατηχητική σύναξη. Σε εποχή που η
συμμετοχή σε οργανωμένη κατήχηση έχει συρρικνωθεί δραστικά, η Θεία Λειτουργία
αποτελεί για πολλούς πιστούς τη μοναδική συστηματική επαφή με τη θεολογία της
Εκκλησίας. Η εις επήκοον ανάγνωση μετατρέπει αυτή την επαφή σε γνήσια
κατηχητική εμπειρία.
Δεύτερος:
Συγκράτηση της προσοχής και αποφυγή του μετεωρισμού του νοός. Η μυστική
ανάγνωση των ευχών, σε συνδυασμό με τη μακρά παράλληλη ψαλμωδία, αφήνει τον
πιστό χωρίς σταθερό σημείο εστιάσεως. Ο νους μετεωρίζεται αναπόφευκτα,
παρασυρόμενος από εξωτερικά θέματα. Η εις επήκοον ανάγνωση των ευχών παρέχει
συνεχή πνευματικό προσανατολισμό, καθώς η ακρόαση απαιτεί ενεργό προσοχή. Αυτό
ισχύει ιδιαιτέρως για τους νέους, που έχουν συνηθίσει σε ταχύτερο ρυθμό
προσληπτικότητας και αποξενώνονται από το παρατεταμένο νοηματικό κενό.
Τρίτος: Συνειδητοποιημένο
«Αμήν» και ενεργός συμμετοχή. Το «Αμήν» του λαού στις εκφωνήσεις, και
ιδιαιτέρως στον Καθαγιασμό, χάνει το νόημά του όταν δεν ακουστεί η ευχή. Όταν
οι πιστοί ακούν την ευχή, το «Αμήν» αναδύεται από κατανόηση και όχι από τυπικό
αυτοματισμό, χωρίς θεολογικό περιεχόμενο. Όταν οι πιστοί ακούν και κατανοούν,
το «Αμήν» τους αναδύεται ως συνειδητή εκκλησιαστική πράξη, που μεταβάλλει την
παρουσία τους από παρατηρητών σε ενεργούς συλλειτουργούς.
Τέταρτος: Εμπλουτισμός
της προσωπικής προσευχητικής ζωής. Όταν οι ευχές ακούγονται, ο πιστός
μεταφέρει στην καθημερινότητά του φράσεις και νοήματα που τον τροφοδοτούν
πνευματικά. Λόγια όπως «μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ», «δὸς
ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν», «καθαρίσῃς
ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος», «ἐπισκηνῶσαι
τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτός σου τὸ ἀγαθὸν ἐφ᾿ ἡμᾶς», «σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ
εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν» και άλλα ομοίως
ευχαριστιακά, γίνονται προσευχητικό απόθεμα της ψυχής. Η Θεία Λειτουργία δεν
ολοκληρώνεται με την απόλυση. Συνεχίζεται ως «λειτουργία μετά τη Λειτουργία»,
φέρνοντας τον πιστό σε επαφή με τα νοήματα της ευχαριστιακής σύναξης μέσα στην
καθημερινότητά του
Πέμπτος: Αντιμετώπιση της λειτουργικής εκκοσμίκευσης και της μαγικής αντίληψης. Όταν η Θεία Λειτουργία εκτυλίσσεται κυρίως ως οπτικό και ηχητικό δρώμενο, χωρίς νοηματική πρόσληψη από το ποίμνιο, υπάρχει ο κίνδυνος να εκληφθεί από κάποιους πιστούς ως μαγική τελετουργία ή ως αισθητική θρησκευτική εμπειρία. Η εις επήκοον ανάγνωση επανατοποθετεί τη Θεία Λειτουργία ως συνειδητή προσευχητική σύναξη, όπου ο πιστός γνωρίζει τι λέει και τι του λέγεται. Έτσι θεραπεύεται μία από τις βαθύτερες λειτουργικές παθολογίες της σύγχρονης ενοριακής ζωής.
2. Δύο ψυχολογικοί λόγοι
Στο παραπάνω
κεφάλαιο της Α΄ Κορ., ο Απόστολος Παύλος θεμελιώνει τη λειτουργική προσευχή στη
διπλή ενέργεια πνεύματος και νοός: «Προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ
καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοΐ».[2] Κατ᾽
αναλογίαν προς αυτή τη διπλή απαίτηση, καταθέτουμε και δύο ψυχολογικούς λόγους
υπέρ της εις επήκοον ανάγνωσης των ευχών της Θείας Λειτουργίας.
Πρώτος: Θεραπεία
του θρησκευτικού «σχίσματος» της προσωπικότητας. Όταν η λειτουργική πράξη
του ιερέα παραμένει γνωσιακά απρόσιτη στον πιστό, αναπτύσσεται ασυνείδητη
ψυχική διχοτόμηση. Η Θεία Λειτουργία βιώνεται ως κάτι που τελείται κάπου αλλού
(στο Ιερό Βήμα), όχι ως κάτι στο οποίο ο πιστός συμμετέχει με όλη του την ύπαρξη.
Αυτή η εσωτερική διάσπαση δυσχεραίνει την ολοκλήρωση της θρησκευτικής
ταυτότητας και αναπαράγει τον δυϊσμό ιερού και κοσμικού. Η εις επήκοον ανάγνωση
γεφυρώνει τον «ιερατικό» με τον «λαϊκό» χώρο, ευνοώντας την ενσωμάτωση της
πίστης στην προσωπικότητα. Ψυχολογικά, ο πιστός παύει να νιώθει αποξενωμένος
παρατηρητής και αναγνωρίζει την προσωπική του εμπλοκή στο ευχαριστιακό γεγονός.
Δεύτερος: Ενεργοποίηση των θεραπευτικών στοιχείων των ευχών. Πολλές ευχές της Θείας Λειτουργίας περιέχουν περιεχόμενο που η σύγχρονη ψυχολογία αναγνωρίζει ως θεραπευτικό: αιτήματα συγχώρεσης, ειρήνης, απελευθέρωσης από τις βιοτικές μέριμνες, καταλλαγής με τους εχθρούς. Όταν αυτές οι φράσεις ακούγονται, ο θεραπευτικός λόγος εισέρχεται στη συνείδηση του πιστού ακροατή και ενεργοποιεί εσωτερικές διεργασίες παραμυθίας και ελπίδας. Η σιωπηρή ανάγνωση αδρανοποιεί αυτή τη δυναμική. Η Εκκλησία ως «πνευματικό θεραπευτήριο» λειτουργεί πληρέστερα όταν τα θεραπευτικά της λόγια ακούγονται από τους θεραπευόμενους.
3. Μετοχή, όχι παρακολούθηση
Η
προσωπική πρακτική εμπειρία της εφημεριακής διακονίας επιβεβαιώνει ότι η εις
επήκοον ανάγνωση των ευχών γίνεται εγκάρδια αποδεκτή από τους πιστούς,
ιδιαιτέρως όταν συνοδεύεται από κατάλληλη κατήχηση. Η αρχική επιφύλαξη υποχωρεί
όταν οι ίδιοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη θεολογική πληρότητα όσων μέχρι
τότε αγνοούσαν. Πολλοί από τους πιστούς εκφράζουν την έκπληξή τους όταν
συνειδητοποιούν ότι οι ευχές της Θείας Λειτουργίας περιέχουν την Ευχαριστιακή
Θεολογία της Εκκλησίας μας. Η μυσταγωγική αυτή ανακάλυψη ενεργοποιεί την
κατήχηση και ενισχύει την αίσθηση της εκκλησιαστικής σύναξης.


5 σχόλια:
Σας ευχαριστούμε πολύ γι' αυτό το άρθρο, π. Χριστοφόρε!
Εύλογα είναι αυτά τα επιχειρήματα, αλλα λογαριαστε και το κέρδος της σιωπής που παρεμβαλλεται αναμεσα σε εκφωνήσεις και ψαλσιματα...Η συνεχής ροή των εκφωνομενων λόγων δεν οδηγεί πάντα σε επιγνωση, αλλα και σε συνήθεια... Η διακοπή της σε συγκεκριμένα σημεία ισα-ισα ενδέχεται να φέρει εις καλύτερη επίγνωση τους ακροατές. Απο την άλλη μεριά, αλλη είναι η στάση των ιερέων που ενεργοποιουνται συνεχώς στη Θεία Λειτουργία, κινούμενοι και ομιλούντες και αλλη των λειτουργημενων λαϊκών που κάθονται ακίνητοι επι ώρα...Νομίζω ότι σε αυτούς, τους ακινήτους..., πρέπει να δώσουμε προσοχή...
Ορθότατες οι σκέψεις που τονίσουν την ποιμαντική διάσταση του ζητήματος. Με ικανοποιήσαν οι διατυπώσεις των πρακτικών ποιμαντικών λόγων που αναφέρει ο συντάκτης.
Αυτός ο διάλογος επί του πάντα φλέγοντος θέματος των ευχών μας ικανοποίει. Η αρχή έγινε απόν κ. Κοτταδάκη, πήρε την σκυτάλη ο π. Θερμός, και τώρα ο π. Χρόνης. Αυτά τα κείμενα τα κρατώ, διότι λέγουν πολλά σε ένα ζήτημα που όλο και το επαναφέρουν ορισμένοι αδελφοί. Θέλω να σας ευχαριστήσω διότι με στήριξαν σε κάποιες αμφιβολίες μου.
π. Γ. Ρ.
Πατέρα Χριστοφόρε Χριστός Ανέστη! Πολύ σπουδαία η συμβολή του άρθρου σας.
Δημοσίευση σχολίου