Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Ιωάννη Φουντούλη - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ

Ιωάννη Φουντούλη
Καθηγητή Λειτουργικής Α.Π.Θ.
 
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ 553
τόμ. Ε΄, σελ. 187-203
έκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2003 Αθήνα
 


Ποια είναι η έννοια της μυστικής αναγνώσεως των ευχών; Αν το περιεχόμενό τους είναι, κατά κάποιο τρόπο, απόρρητο, τότε γιατί επιτρέπεται και συνιστάται η χρήση «Εγκολπίων της θείας λειτουργίας» και επιτρέπεται η έκδοση και κυκλοφορία «Ιερατικών»;

Το θέμα της «μυστικώς» ή «εκφώνως» αναγνώσεως των ευχών της θείας λειτουργίας, έχει προκαλέσει κατά τα νεώτερα χρόνια αντιδικίες και πολώσεις, που δεν ευνοούν την επιβαλλομένη απροκατάληπτη και με αντικειμενική κρίση και σοβαρότητα αντιμετώπισή του. Κατά κακή και αυτό τύχη έχει εμπλακεί στις συνήθεις μας μικροαντιπαραθέσεις και παίζουμε και μ’ αυτό «εν ου παικτοίς». Κατωτέρω θα προσπαθήσουμε να μελετήσουμε, μέσα στα πλαίσια που κινούνται οι απαντήσεις αυτές, το επίμαχο θέμα με τον επιβαλλόμενο σεβασμό προς τις εκατέρωθεν θέσεις. Είναι πάντως παρήγορο το γεγονός ότι αυτός ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσφάτως υπογράμμισε την αναγκαιότητα μελέτης του θέματος. Δεν είναι δηλαδή, όπως νομίζεται συνήθως, θέμα «κλειστό» και δεν συναρτάται προς οποιεσδήποτέ προτιμήσεις ή θρησκευτικές τοποθετήσεις μας. Και για να αρχίσουμε από το τελευταίο αυτό, μιλώντας έντιμα και καθαρά. Το ότι η «εκφώνως» ανάγνωση των ευχών υιοθετήθηκε στον τόπο μας από κληρικούς ανήκοντες ή προσκειμένους σε θρησκευτικές οργανώσεις, που εμφανίσθηκαν στον τόπο μας και έξω αυτού κατά τον αιώνα μας, από μια άποψη, μάλλον έβλαψε την όλη υπόθεση. Προκάλεσε δηλαδή, αρνητικές τοποθετήσεις άλλων, με μόνο τον λόγο ότι ο τρόπος αυτός της απαγγελίας των ευχών ήταν ίδιο των θρησκευτικών οργανώσεων.

Ας μην επαναλάβουμε όσα γράψαμε για το θέμα της γονυκλισίας όσον αφορά στην προσπάθεια αναρριπίσεως της λειτουργικής ζωής, που έγινε στα νεώτερα χρόνια από κληρικούς, ιεροκήρυκες και θεολόγους. Ένα στοιχείο αυτής της προσπάθειας ήταν και η «εκφώνως» ανάγνωση των ευχών, καθώς και η προώθηση στα χέρια του λαού «Εγκολπίων» και ερμηνειών της θείας λειτουργίας. Ο σκοπός και εδώ προφανής και ιερός. Να μετέχει, δηλαδή, ο λαός στα τελούμενα, προσεγγίζοντας άμεσα το ιερό κείμενο των ευχών, είτε ακροώμενος είτε διαβάζοντας τα κείμενα από κατάλληλα βοηθητικά βιβλία. Το ότι κληρικοί μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής κινήσεως, που ήταν ουσιαστικά η μόνη υπάρχουσα κατά το πρώτο μισό του αιώνα μας, υιοθέτησαν τον τρόπο αυτό, είναι εντελώς συμπτωματικό. Τα ίδια αίτια προκάλεσαν τα ίδια αποτελέσματα προς διάφορες κατευθύνσεις. Από σποραδικές μαρτυρίες, που σώθηκαν, φαίνεται πώς ήδη οι Κολλυβάδες, αν και μοναχοί του Αγίου Όρους, μελετώντας τους Πατέρες και προσπαθώντας να αναζωογονήσουν την λειτουργική ευσέβεια των πιστών, έφθασαν στο να διαβάζουν δυνατά τις ευχές της θείας λειτουργίας για να είναι ακουστές από τον λαό. Το ίδιο έκανε και ένας μακαριστός ρέκτης ιεράρχης, τότε Μητροπολίτης Καρυστίας και Σκύρου, καθώς και άλλοι σεβάσμιοι κληρικοί, κάθε άλλο παρά προσκείμενοι ή επηρεαζόμενοι από τις οργανώσεις. Συγκεκριμένως, ο κατόπιν καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών αείμνηστος Παναγιώτης Τρεμπέλας, βαθύς μελετητής της ιστορίας και της θεολογίας της θείας λατρείας, είχε εγκύψει στην σπουδή του θέματος αυτού και διά της θρησκευτικής οργανώσεως, της όποιας ήταν ιδρυτικό μέλος και δυναμικό στέλεχος, προσπάθησε να επηρεάσει τα λειτουργικά μας πράγματα με στόχο την καλλιτέρα συμμετοχή του λαού στη θεία λατρεία, που ήταν εξ άλλου και στο θεματολόγιο της μελλούσης να συνέλθει Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αυτό δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο, όταν ήταν αργότερα καθηγητής, και αυτό εφάρμοσε στις πρότυπες λειτουργίες του Πανεπιστημιακού ναού κατά τις φοιτητικές λατρευτικές συνάξεις. Στη σύγχρονή μας εποχή αρκετοί επίσκοποι και ιερείς ακολούθησαν την ίδια πρακτική, γιατί οδηγήθηκαν σ’ αυτή από τις προσωπικές τους λειτουργικές μελέτες και από την ποιμαντική τους μέριμνα για την συμμετοχή του πιστού λαού στα τελεσιουργούμενα, χωρίς να έχουν καμιά σχέση ή επίδραση από θρησκευτικές οργανώσεις. Ένας μάλιστα από τους λογιότερους συγχρόνους επισκόπους μας όχι μόνο θεωρητικά υποστήριξε και στην πράξη εφάρμοσε την «εις επήκοον» του λαού ανάγνωση των ευχών, αλλά και σε εκδόσεις λειτουργικών κειμένων εισήγαγε τον όρο «χαμηλοφώνως» αντί του παραδοσιακού όρου «μυστικώς», λόγω των παρερμηνειών που δίδονται σ’ αυτόν.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να ιδούμε το θέμα της «μυστικώς» ή «εκφώνως» αναγνώσεως των ευχών κάπως συστηματικότερα. Και το πρώτο που πρέπει να αποσαφηνισθεί είναι η έννοια των δύο αυτών όρων.

Ο πρώτος, το «μυστικώς», είναι παλαιός όρος, που απαντά ήδη στα πρώτα σωζόμενα λειτουργικά χειρόγραφα, προς δήλωση των ευχών που διαβάζονται σε ύφος αναγνώσεως και σε χαμηλό τόνο. Δεν σημαίνει κάτι το «μυστικό» με την σύγ-χρονη έννοια του όρου, το απόρρητο, το μη λεγόμενο ή το μη επιτρεπόμενο να ακουσθεί. Είναι ταυτόσημος με έναν άλλο παράλληλο όρο που απαντά σπανιότερα- «κατά το σεσιωπημένον». Πρόκειται για μια καθαρά τεχνική και όχι θεολογική ορολογία. Βρίσκεται σε αντίθεση προς τον όρο «εκφώνως» που προτάσσεται, από παλαιοτάτη ομοίως εποχή, των μελωδικών δοξολογικών καταλήξεων των ευχών, οι όποιες, κατά την διάταξη αυτή, ορίζεται να λέγονται «εκφωνητικώς», σε υψηλότερο από τις ευχές τόνο και με απλή εμμελή απαγγελία. Ορισμένες ευχές λέγονταν «εκφωνητικώς», «μεγάλη» ή «λαμπρά τη φωνή», όπως οι ευχές του αγιασμού των Θεοφανείων και του άγιου Βαπτίσματος. Άλλες χωρίς να ακούονται από τον λαό, όχι γιατί είχαν κάτι που δεν έπρεπε να ακούεται απ’ αυτόν, γιατί ήταν απόκρυφο, αλλά γιατί αφορούσε στον ιερέα προσωπικά και όχι στην κοινότητα. Τέτοιες είναι στην μεν θεία λειτουργία η «ευχή του χερουβικού ύμνου» στον βυζαντινό τύπο («Ουδείς άξιος...») ή η ευχή «Ο εύσπλαγχνος και ελεήμων Θεός...» και «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ο μονογενής Υιός...» του άγιου βαπτίσματος και του μεγάλου αγιασμού αντίστοιχα. Αυτές έλεγε ο λειτουργός «καθ’ εαυτόν», ή «καθ’ εαυτόν εν εαυτώ», κατά την τυπική διάταξη της λειτουργίας του αγίου Ιακώβου, δηλώνοντας και μ’ αυτόν τον τρόπο πως η χάρις του Θεού διά της ιερωσύνης επιτελεί τα μυστήρια, άσχετα από το αν και κατά πόσον ο ιερεύς είναι άξιος ή μη άξιος για το έργο αυτό. Για το θέμα αυτό γράψαμε παλαιότερα εξ αφορμής της φράσεως «και μη διά τας εμάς (του λειτουργού) αμαρτίας κωλύσης την χάριν του άγιου Πνεύματος από των προκειμένων δώρων» της λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου (ερώτηση υπ’ αριθμ. 411). Οι λοιπές ευχές που αφορούν στην κοινότητα είτε είναι τελεστικές μυστηρίων ή ευχές σε διάφορες περιστάσεις ή και αυτές της συνάξεως και της θείας λειτουργίας, ελέγοντο πάντοτε εις επήκοον του λαού. Όχι «εκφώνως» με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω, δηλαδή μελωδικώς, όπως οι καταλήξεις των ευχών. Η σύγχυση στους όρους προκαλεί ή είναι αποτέλεσμα συγχύσεως και στα πράγματα. Άλλο το «εκφώνως» κι άλλο το «εις επήκοον». «Εκφώνως» θα ειπεί «μελωδικά»· «εις επήκοον» σημαίνει «ακουστό», ώστε να ακούονται από τους πιστούς. Αυτό έχει σημασία. Όταν βρίσκουμε τον όρο «εκφώνως» ή «εκφώνησις» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το κείμενο της ευχής δεν ήταν ακουστό. Μπορούσε να είναι ακουστό και να μην είναι. Αντίθετα με τον όρο, «μυστικώς», όταν προτάσσεται της ευχής, έχουμε μια σαφή ένδειξη ότι η ευχή διαβαζόταν από τον ιερέα σε χαμηλό τόνο, χωρίς να ακούεται από τους πιστούς.

Χρησιμοποιήσαμε πιο πάνω τη λέξη «πάντοτε» με την έννοια του γενετικά, αφετηριακά, μέχρις ότου επεκράτησε μια διαφορετική πρακτική, το να λέγονται οι ευχές χωρίς να ακούονται από τον περιεστώτα λαό. Πρόκειται για ένα αρκετά παλαιό έθος. Η πρώτη γι’ αυτό μαρτυρία φθάνει στους χρόνους του Ιουστινιανού (ΣΤ΄ αιώνας) και φαίνεται πως γρήγορα γενικεύθηκε. Σ’ αυτό θα επανέλθουμε, αφού πρώτα προσπαθήσουμε να ιδούμε την αρχική παράδοση και τάξη και να ερμηνεύσουμε τους λόγους που οδήγησαν στην αλλαγή.

Ο μακαριστός καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σε σχετική μελέτη του εξ αφορμής της «λειτουργικής κινήσεως» στην Δυτική Εκκλησία, επισημαίνοντας τις εκτροπές στις όποιες έφθασε αυτή κατά τον μεσαίωνα και στην προσπάθεια επιστροφής στην πράξη της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας, που κατά βάσιν διασώθηκε στην λατρεία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, καθώς και σε άλλη ειδική μελέτη του, συγκέντρωσε όλο το σχετικό υλικό και τις αναφερόμενες στο θέμα αυτό μαρτυρίες. Είναι σαφές ότι και πριν γραφούν ακόμη οι ευχές της λειτουργίας και μετά από την καταγραφή τους λέγονταν πάντοτε εις επήκοον του λαού. Θα πήγαινε σε μάκρος η απαρίθμηση όλων αυτών των μαρτυριών. Και μόνο η ευχή της αναφοράς, το καίριο αυτό στοιχείο της λειτουργίας, αποτελεί το σοβαρότερο επιχείρημα. Είναι εκτενέστατη, έχει διαλογική μορφή μεταξύ λειτουργού και λαού, επ’ ουδενί είναι δυνατή η κάλυψή της από τις απαντήσεις του λαού, που είναι σύντομες και προϋποθέτουν την ιερατική ευχή, όπως και η συνέχεια της ιερατικής ευχής προϋποθέτει την απάντηση του λαού. Αυτό ισχύει και για τις βυζαντινές λειτουργίες, πολύ όμως περισσότερο για τις λειτουργίες των άλλων τύπων της Ανατολής, Ιακώβου, Μάρκου κ.λπ. Θεωρητικά δε, δεν νοείται τέλεση της θείας λειτουργίας ή των άλλων μυστηρίων και ιεροπραξιών και αναφορά ευχών χωρίς αυτές να είναι κατανοητές από τον λαό, από την Εκκλησία του Θεού, εκ μέρους και για χάρη της όποιας, αναπέμπονται. Ο ιερεύς είναι το στόμα, όχι μιας βωβής εκκλησίας, αλλά του λαού του Θεού που μετά παρρησίας απευθύνεται προς τον Θεό Πατέρα διά του ιερέως και συμμερίζεται τα λεγάμενα από αυτόν. Αυτό κατά βάσιν είναι το αίτημα της «λογικής» εν Χριστώ λατρείας, της «εν Πνεύματι και αληθεία» προσκυνήσεως. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος προτιμά τους «πέντε λόγους» που είναι καταληπτοί από τον λαό, που συμμερίζεται με το «Αμήν» την ευχαριστία του προεστώτος, παρά τους «μυρίους» ακαταλήπτους λόγους εκείνων που είχαν το επίζηλο χάρισμα του άγιου Πνεύματος, το χάρισμα της γλωσσολαλίας (Α΄ Κορ. ιδ΄ 1-33). Και σήμερα «ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου» λέγει το «Αμήν», αλλά όταν η ευχή λέγεται μυστικώς, δεν γνωρίζει τι λέγει ο λειτουργός. Και αυτός μεν «καλώς ευχαριστεί, αλλ’ ο έτερος ούκ οικοδομείται». Το «Αμήν» δεν αφορά πια στην ευχή, αλλά σε μια σειρά δοξολογικών εκφωνήσεων, που αιτιολογούν το περιεχόμενο μιας ευχής που δεν ακούσθηκε. Το κεφάλαιο αυτό της Α' προς Κορινθίους θα έπρεπε ιδιαίτερα να μάς προβληματίσει και σήμερα. Έχει αιώνιο κύρος.

Πριν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει την αίτια που προκάλεσε την μυστικώς ανάγνωση των ευχών θα ήταν εύκαιρο και πολύ συντελεστικό για την ευξεύρεση μιας ορθής λύσεως να κάνει, τρόπον τινά, μια αναγνώριση του εδάφους. «Μυστικώς», ως γνωστόν, λέγονται σήμερα όλες οι ευχές της θείας λειτουργίας εκτός από την οπισθάμβωνο. Ομοίως μυστικώς λέγονται  οι ευχές του λυχνικού και του όρθρου κατά τον προοιμιακό και τον εξάψαλμο αντιστοίχως, καθώς και οι ευχές της κεφαλοκλισίας των ακολουθιών αυτών. Είναι άξιο προσοχής ότι όλες αυτές οι ευχές λέγονται στο άγιο βήμα και προ της άγιας τραπέζης. Αντιθέτως όλες οι ευχές που λέγονται εκτός του άγιου βήματος, όπως η οπισθάμβωνος της θείας λειτουργίας, λέγονται εις επήκοον του λαοϋ. Αυτό πρέπει να μας προβληματίσει. Η λύση ίσως δεν βρίσκεται εκεί που υποψιαζόμαστε, δηλαδή στο ύψος του μυστηρίου, αλλά προς άλλη κατεύθυνση. Αν ο λόγος της μυστικώς αναγνώσεως ήταν ο πρώτος, τότε θα δικαιολογούσε την μυστικώς ανάγνωση της ευχής της αναφοράς, παρά το ότι αυτό το διαλογικό σχήμα και η έκτασή της αντιλέγουν. Αλλ’ εν πάση περιπτώσει αυτή η ευχή είναι το καίριο μέρος της θείας λειτουργίας, άρα βαστάζει το βάρος του μυστηρίου της αναμνήσεως και της μεταβολής των δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού. Με την ίδια όμως λογική και οι καθαγιαστικές εύχές των άλλων μυστηρίων και ιερών τελετών θα έπρεπε να λέγονται «μυστικώς». Και όμως· οι ευχές του άγιου βαπτίσματος, του γάμου, των αγιασμών, του ευχελαίου, των εγκαινίων, οι περιστατικές, οι νεκρώσιμες, οι ευχές της γονυκλισίας της Πεντηκοστής κ.λπ. λέγονται εις επήκοον του λαού. Ομοίως οι ευχές των χειροθεσιών λέγονται εις επήκοον και των χειροτονιών μυστικώς. Οι πρώτες εκτός του βήματος, των χειροτονιών όμως εντός. Στο σημείο ίσως αυτό βρίσκεται η λύση του αινίγματος.

Όταν ένα κείμενο αναγινώσκεται εμμελώς, όπως τα αναγνώσματα και οι εκφωνήσεις των ευχών, είναι πρακτικώς δυνατό να είναι ακουστό στις μεγάλες συνάξεις. Όταν διαβάζεται σε ύφος αναγνώσεως είναι δύσκολα ακουστό, αν μάλιστα εκείνος που το διαβάζει είναι ηλικιωμένος ή ισχνόφωνος. Πολύ περισσότερο αν δεν είναι εστραμμένος προς τον λαό, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπως επικράτησε κάποτε στη θεία λατρεία να γίνεται, και όταν οι συνάξεις δεν είναι μικρές, αλλά πολυάνθρωπες και γίνονται μάλιστα σε μεγάλων διαστάσεων χώρους λατρείας. Είναι πολύ πιθανόν ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στην επικράτηση της μυστικώς αναγνώσεως. Η ανάγκη έγινε φιλοτιμία και, όπως συνήθως συμβαίνει στα λατρευτικά πράγματα, ζήτησε να καλυφθεί κάτω από το ιερό ένδυμα της θεολογίας και των συμβολισμών.

Να πώς το ερμηνεύει και αιτιολογεί την μυστικώς ανάγνωση των ευχών ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων στην ερμηνευτική στη θεία λειτουργία πραγματεία του «Προθεωρία κεφαλαιώδης περί των εν τη θεία λειτουργία γινομένων συμβόλων και μυστηρίων», εξ αφορμής της εις επήκοον του λαού αναγνώσεως της οπισθαμβώνου ευχής: «Η δ’ οπισθάμβωνος ευχή οιονεί σφραγίς εστι πάντων των αιτημάτων και ανακεφαλαίωσις τακτική, πρέπουσα τοις πρώτοις και τιμιωτέροις επιλόγοις... Επειδή γάρ τινες των έξω του θυσιαστηρίου εστώτων εις απορίαν πολλάκις χωρούσι, γνωσιμαχούντες και λέγοντες· Τις άρα ο σκοπός και η των παρά του αρχιερέως υποψιθυριζομένων ευχών έννοιά τε και δύναμις και εφίενταί τινα είδησιν και τούτων λαβείν, κατά τούτο οι θείοι πατέρες ως ανακεφαλαίωσιν πάντων των διά των ευχών αιτουμένων τον χαρακτήρα ταύτης εποιήσαντο, διδάσκοντες τους επιζητούντας εκ του κρασπέδου το ύφασμα» (κεφ. λη΄).

Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας στο έργο του «Εις την θείαν λειτουργίαν», πάλι εξ άφορμής της οπισθαμβώνου ευχής και του τρόπου και του τόπου απαγγελίας της, δίδει μια θεολογικοτέρα ερμηνεία. Την αναφορά των ευχών της θείας λειτουργίας «ένδον του θυσιαστηρίου» και «μηδενός ακούοντος» από τον ιερέα «εφ’ εαυτού», αντιδιαστέλλει προς την έξω του ιερού, στο μέσον του λαού και «πάντων ακουόντων» ανάγνωση της οπισθαμβώνου. Το πρώτο εκφράζει την «μετά του Θεού συνουσίαν» του λειτουργού, το δεύτερο την κατάβαση από του «ύφους εκείνου» «εις την των ανθρώπων ομιλίαν». Φαίνεται ο ιερεύς «καταβαίνων, και τούτο ιεροπρεπώς. Και γάρ ευχόμενος τούτο ποιεί. Και ο τρόπος της ευχής και ο τόπος δείκνυσιν αυτόν καταβαίνοντα» (κεφ. νδ΄). Η αιτιολογία είναι εμφανώς ασθενής. Οι ευχές του όρθρου και του εσπερινού, καθώς και οι πρώτες ευχές της θείας λειτουργίας μέχρι και την ευχή υπέρ των κατηχουμένων είναι ταυτόσημες προς την οπισθάμβωνο!!! Αναφέρονται σε κοινά αιτήματα, που δεν έχουν άμεση σχέση προς το μυστήριο. Η δευτέρα μάλιστα ευχή του όρθρου και η ευχή του β' αντιφώνου της θείας λειτουργίας αναφέρουν τα ίδια αιτήματα με την οπισθάμβωνο «Ο ευλογών τους ευλογούντας...», με τις ίδιες μάλιστα λέξεις και φράσεις. Όλες εξ άλλου είναι συντεταγμένες σε πληθυντικό αριθμό ως λόγος προς τον Θεό όχι μόνο του μεσιτεύοντος ιερέως, αλλά ολοκλήρου της ιεράς συνάξεως, όλης της Εκκλησίας. Οι περισσότερες εξ άλλου από αυτές αναπλάθουν σε μορφή ευχής και αναφέρουν προς τον Θεό αιτήματα και ευχαριστίες που περιέχονται στους ψαλμούς που έψαλλε μετά από αυτές ο λαός κατά το σύστημα των ασματικών αντιφώνων του αρχαίου ενοριακού τυπικού. Δεν έχουν τελεστικό χαρακτήρα, που έστω να δικαιολογεί κάπως την μη εις επήκοον απαγγελία τους. Τέτοιες, επί παραδείγματι, είναι οι ευχές των σταθερών αντιφώνων του ασματικού όρθρου (α΄, β΄, γ΄, ι΄, ια΄ και ιβ΄ εωθινή ευχή) και του ασματικού εσπερινού (α΄, β΄ και η ευχή του λυχνικού - η σημερινή ευχή της εισόδου του μοναχικού εσπερινού).

Σε εμφανή αντίθεση προς τις απλές ευχές των συνάξεων, που αναφέραμε ανωτέρω, που, κατά την παρατήρησή μας, ενώ δεν είναι τελεστικές ευχές λέγονται μυστικώς, επειδή η τάξη προβλέπει να λέγονται μέσα στο άγιο βήμα και δεν ήταν δυνατό να ακουσθούν έξω, βρίσκεται μια άλλη σειρά ευχών. Πρόκειται για τις ευχές των καιρών της προσευχής, μεσονυκτικού Α΄, Γ΄, ΣΤ΄ και Θ΄ ώρας, αποδείπνου, καθώς και τις ιδιωτικές ευχές προ και μετά την θεία μετάληψη. Δεν είναι μεν και αυτές τελεστικές -οι οποίες, όπως είναι φυσικό, λέγονται μόνο από τον τελεσιουργό, τον ιερέα-, αλλά είναι οι περισσότερες από αυτές κείμενα ευχολογικά υψίστης σπουδαιότητας και θαυμαστής εμπνεύσεως και δομής. Οι ευχές αυτές λέγονται από τον προεστώτα ή τον αναγνώστη, πάντοτε εις επήκοον, προφανώς γιατί λέγονται εκτός βήματος.

Μήπως όμως και τα, περισσότερα τουλάχιστον, τροπάρια δεν έχουν παρόμοιο με τις ευχές χαρακτήρα; Δεν αναφέρονται και αυτά προς τον Θεό ως προσευχή της κοινότητος και δεν υπομνηματίζουν με θαυμάσιο ποιητικό τρόπο τα μυστήρια της πίστεως και της λατρευτικής πράξεως της Εκκλησίας; Αυτά πάντοτε λέγονται και ψάλλονται από τον λαό και κανείς ποτέ δεν διανοήθηκε να τα χαρακτηρίσει ως, τρόπον τινά, απόρρητα ή να εισηγηθεί την μυστικώς απαγγελία τους. Μερικά μάλιστα από αυτά, κατά την νεωτέρα συνήθεια, λέγονται κατά την ώρα της θείας λειτουργίας από τον ιερέα κατά τον ίδιο τρόπο που λέγονται και οι ευχές, δηλαδή «μυστικώς», χωρίς να ακούονται από τον λαό. Εδώ είναι εμφανέστατο ότι η μυστικώς απαγγελία τους δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συσχετισθεί με την απόκρυψη των μυστηρίων από την προσευχομένη κοινότητα. Γιατί και αυτό ελέχθη ως αιτιολογία της μη εις επήκοον του λαού αναγνώσεως των ευχών.

Η παλαιοτάτη πράξη της «αποκρύψεως των μυστηρίων» δεν έχει καμία σχέση με την μυστικώς ανάγνωση των ευχών. Αυτή αφορούσε και αφορά τους μη μεμυημένους, τους μη χριστιανούς δηλαδή, έστω και αν αυτοί ανήκαν ήδη στην τάξη των «ακροωμένων», των «κατηχουμένων» ή ακόμη και των «προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων». Για τους πιστούς δεν υπάρχουν μυστικά ούτε απόκρυφα. Η αποκάλυψη είναι πλήρης και κοινή για όλα τα βαπτισμένα εν Χριστώ μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Ούτε υπάρχει άλλη θεολογική διδασκαλία για τον λαό και άλλη για τον κλήρο. Η εκκαθάριση γίνεται μετά την ευχή υπέρ των κατηχουμένων και οι πιστοί που παραμένουν στην σύναξη καλούνται να δεηθούν, να ευχαριστήσουν τω Κυρίω, να παραστούν στην τέλεση του μυστηρίου και να υποδεχθούν διά της κοινωνίας τον βασιλέα των όλων. Γι’ αυτό και η Εκκλησία με το κήρυγμα, με τα αναγνώσματα, με τη μυσταγωγική κατήχηση και με όλα τα πνευματικά της μέσα προσπαθεί να κατηχήσει τους χριστιανούς για την πληρέστερη συμμετοχή στα μυστήρια της πίστεως και της λατρείας της. Θα ήταν αντιφατικό και αδιανόητο να γίνονται όλα αυτά και να κυκλοφορούν σε χιλιάδες αντίτυπα τα λειτουργικά κείμενα, και να ισχυριζόμαστε ότι οι ευχές διαβάζονται μυστικώς, γιατί πρέπει να αποκρύπτονται τα μυστήρια από τους πιστούς. «Μυστήριο» για τους πιστούς, κλήρο και λαό, δεν σημαίνει το απόρρητο, αλλά εκείνο που ο νους του ανθρώπου δεν χωρεί. Όχι ότι δεν γνωρίζουν ότι ο άρτος και ο οίνος της προσφοράς μας διά της επικλήσεως του άγιου Πνεύματος μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα Χριστού ή το νερό κατά το άγιο βάπτισμα μεταστοιχειώνεται διά των ευχών σε «ύδωρ αναγεννήσεως», αλλά ότι είναι ακατάληπτος ο τρόπος της ενεργείας του αγίου Πνεύματος. Κάποτε, κατά τους σκοτεινούς χρόνους του μεσαίωνος, στη Δύση ελέγετο και αυτό και ετίθετο θέμα αν τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας επιτρέπεται να διαβάζουν τα λειτουργικά κείμενα και να ακούουν τις ευχές της θείας ευχαριστίας. Να προέρχεται άραγε από τον χώρο και τις εποχές εκείνες το έθος της μυστικής αναγνώσεως των ευχών; Χωρίς να ακολουθούμε τον εύκολο δρόμο της αποδόσεως όλων των κακών στην Δύση, τίποτε δεν αποκλείει μια τέτοια επίδραση. Το είδαμε και στο θέμα της γονυκλισίας. Και η μεν Δυτική Εκκλησία προχώρησε βαθμηδόν και με μεγάλη προσπάθεια στην τελική κάθαρση στη λατρεία της από τις παραχαράξεις του μεσαίωνα. Δημιούργησαν όμως νέα παράδοση σ’ εμάς;

Είπαμε ότι η πρακτική για την «μυστικώς» ή «κατά το σεσιωπημένον» ανάγνωση των ευχών μαρτυρείται για πρώτη φορά ήδη κατά τον ΣΤ΄ αιώνα. Πρόκειται για την 139, VI Νεαρά του Ιουστινιανού που εξεδόθη το έτος 565. Κείμενο σπουδαιότατο, που το παραθέτουμε αυτούσιο:

«Mαζί με όλα αυτά, διατάσομε όλους τους επισκόπους και πρεσβυτέρους την Θεία Ευχαριστία και το μυστήριο της Βαπτίσεως να τα τελούν, όχι σιωπηλά και χωρίς να ακούονται, αλλά με έντονη φωνή, ώστε να ακούει όλος ο λαός, και εξ αυτού (του ότι δηλαδή θα τα ακούνε όλα) οι ψυχές όλων να ωφελούνται και να έρχονται σε μεγαλύτερη κατάνυξη και να επιθυμούν εντονότερα την δοξολογία του δεσπότου Χριστού.

Έτσι διδάσκει και ο άγιος απόστολος Παύλος στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «όταν λοιπόν προσεύχεσαι σιωπηλά (με ενδιάθετο λόγο) αυτός που είναι απλοϊκός άνθρωπος χωρίς χαρίσματα πώς θα συμφωνήσει λέγοντας αμήν στην προσευχή προς τον Θεό, αφού δεν κατάλαβε τι λες; Συ λοιπόν καλά προσεύχεσαι, αλλά ο αδελφός δεν ωφελείται». Και πάλι στην προς Ρωμαίους επιστολή λέει: «Με την καρδιά πιστεύει κανείς για να δικαιωθεί και με το στόμα ομολογεί την σωτηρία».

Για όλα αυτά λοιπόν πρέπει τις ευχές για την αγία Προσκομιδή (αναφορά – ευχαριστία) και τις άλλες προσευχές, με δυνατή φωνή να τις προσφέρουν στον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό οι οσιώτατοι Επίσκοποι και Πρεσβύτεροι. Και να ξέρουν, ότι αν κάτι από αυτά το παραβλέψουν θα απολογηθούν οπωσδήποτε γι’ αυτό την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, αλλά και εμείς (ο αυτοκράτορας) αν το μάθουμε, δεν θα αδιαφορήσουμε ούτε θα το αφήσουμε ανεξέταστο.

Διατάσσουμε και τους άρχοντες των επαρχιών, όταν θα δουν κάτι από αυτά που νομοθετούμε να αμελείται, πρώτον να πιέζουν τους Μητροπολίτες και όλους τους επισκόπους να «συνέρχονται» στις κανονισμένες συνεδριάσεις - Συνόδους και να τηρούν όσα έχουμε διατάξει γι’ αυτές τις συνόδους, με τον νόμο αυτόν εδώ. Αν όμως τους δουν να αναβάλλουν, αμέσως να μας πληροφορούν, ώστε να επιβάλλεται από εμάς η πρέπουσα διόρθωση. Ας μάθουν και οι άρχοντες και οι λοιποί υπήκοοι ότι αν δεν τηρήσουν όλα τα προηγούμενα θα τιμωρηθούν με πολύ σκληρό τρόπο»!!».

Δεν πρέπει να μας ξενίζει ότι ένα θέμα που αφορά στα ενδότερα της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας γίνεται νόμος του κράτους, αυτοκρατορική δηλαδή Νεαρά. Ακόμη και οι αποφάνσεις των Οικουμενικών Συνόδων εξεδίδοντο μ’ αυτόν τον τύπο και διά του τρόπου αυτού η Εκκλησία θεσμοθετούσε και δημοσίευε τις αποφάσεις της. Πρόκειται για ένα ρωμαλαίο θεολογικό κείμενο, που με βιβλικά και δογματικά επιχειρήματα κατοχυρώνει την λειτουργική δεοντολογία και με αυστηρότητα προσπαθεί να περιστείλει τις τάσεις της «κατά το σεσιωπημένον» απαγγελίας των ευχών της θείας λειτουργίας («προσκομιδής») και του αγίου βαπτίσματος. Η έκφραση «τω πιστοτάτω λαώ» και η όλη επιχειρηματολογία αφήνουν να νοηθεί ότι οι υποστηρικτές του νέου έθους της μυστικώς δηλαδή αναγνώσεως των ευχών, προσπαθούσαν να καλυφθούν πίσω από θεολογικά επιχειρήματα, ανάλογα μ’ εκείνα που συναντήσαμε ήδη.

Ένα θαυμάσιο εκτενέστατο υπομνηματισμό στην ανωτέρω, Νεαρά έχει εκπονήσει ο λόγιος μοναχός Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης (ΙΗ΄ αιώνας) και περιλαμβάνεται στον ογκωδέστατο «Νομοκάνονά» του, που παραμένει ακόμη ανέκδοτος. Δεν είναι δυνατό να παραθέσουμε το κείμενο αυτό λόγω της εκτάσεώς του, αλλά διαβάζοντάς το θαυμάζει κανείς την βιβλική, πατερική και θεολογική σοφία του συγγραφέα και τον φωτεινό τρόπο με τον όποιον οι θεοφώτιστοι αυτοί διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας και του Γένους, οι Κολλυβάδες, κατανοούσαν και προέβαλλαν την αληθινή και αρχαία παράδοση της Εκκλησίας. Αντλούσαν απ’ ευθείας από τις πηγές και προβληματίζονταν υπό το φως της πατερικής διδασκαλίας για το τι είναι ορθό και τι μη ορθό στην σύγχρονη εκκλησιαστική μας ζωή. Έδιναν δηλαδή μια δυναμική έννοια στην παράδοση, που την θεωρούσαν, όπως και είναι, αείποτε ζωντανή και ζωογόνο κι όχι στατική και απολιθωμένη.

Όπως όμως και αν έχει το πράγμα, η μυστικώς ανάγνωση των ευχών δεν έπαυσε με την Νεαρά του Ιουστινιανού, τουλάχιστον ως προς την θεία λειτουργία. Οι «θεολογικοί» λόγοι αντιμετωπίσθηκαν από την Εκκλησία με την Νεαρά αυτή, αλλά δεν εξέλιπαν οι πρακτικοί λόγοι που προκάλεσαν την μυστικώς ανάγνωση. Ότι αυτοί έπαιξαν βασικό ρόλο φαίνεται από την έκβαση της πράξεως. Οι ευχές του άγιου βαπτίσματος λέγονταν στο βαπτιστήριο ή στο μέσον του ναού και ήταν δυνατόν να ακούονται. Για τις ευχές όμως της θείας λειτουργίας υπήρχε εγγενής δυσκολία και η ανάγνωση τους εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να είναι ακουστή από τον λαό. Έτσι περιέπεσαν πάλι στο «μυστικώς». Σ’ αυτό συνέβαλαν και νέοι παράγοντες, η βαθμιαία δηλαδή ανύψωση του τέμπλου, ίσως και η τέλεση της θείας λειτουργίας από μόνο τον ιερέα χωρίς τη συμμετοχή διακόνου, που με την πάροδο των χρόνων γινόταν όλο και πιο συχνή. Οι συνέπειες ήταν και είναι σήμερα εμφανείς. Η παρατεταμένη σιγή, κατά τις μεγάλες ιδίως συνάξεις για την αναφορά των ευχών από τον ιερέα, προκάλεσε την ανάγκη μεταθέσεως των ευχών κατά τα αντίφωνα, κατά το τρισάγιο, κατά τις διακονικές συναπτές, κατά το αλληλουάριο ή, αργότερα, κατά το ανάγνωσμα του αποστόλου, κατά την απαγγελία του Συμβόλου ή κατά το κοινωνικό. Έτσι δημιουργήθηκε το πρωθύστερο της αναγνώσεως της ευχής μετά την εκφώνησή της ή της αποδεσμεύσεως από αυτήν. Οι εκφωνήσεις, ως ισχυρότερα στοιχεία, έμειναν στην θέση τους. Οι ευχές, ως ασθενέστερες πρακτικώς αν και σπουδαιότερες ουσιαστικώς, υπέστησαν όλες τις συνέπειες της φθοράς. Ο ευχόμενος δε ιερεύς, κατά κάποιο τρόπο, αποσπάσθηκε και ανεξαρτητοποιήθηκε από την λατρεύουσα κοινότητα, αφού κατά την ώρα των διακονικών ή της ψαλμωδίας των αντιφώνων και του τρισάγιου διαβάζει τις ευχές, δεν μετέχει στην απαγγελία του ιερού συμβόλου και της Κυριακής προσευχής και απασχολείται με αλλότρια έργα κατά την ανάγνωση του αποστολικού κειμένου. Βέβαια επινοήθηκε η λύση να απαγγέλλει ιδιαιτέρως το τρισάγιο και το ιερό Σύμβολο και το «Πάτερ ημών», και να συνεχίζει ή να προτάσσει τις ευχές, που κατ’ ανάγκην παρέλειψε, λέγοντάς τες, στην καλλιτέρα περίπτωση, επιτροχάδην. Επί πλέον η από τον χορό καταβαλλομένη προσπάθεια καλύψεως του κενού με την έντεχνη ψαλμωδία των λειτουργικών, όχι μόνο αλλοίωσε την παράδοση της απαντητικής λιτής απαγγελίας τους, αλλά και μετατόπισε το κέντρο του βάρους από τον ιερέα στον ψάλτη, χωρίς και πάλι να είναι δυνατή η κάλυψη της ανάγνώσεως της ευχής με ένα, όσο και μακρόσυρτο και αν είναι, «Σοι, Κύριε». Αυτό είναι εμφανές και στη λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου, εμφανέστερο όμως είναι στην λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου με τις μακρότατες και θεολογικές ευχές της. Πολλές φορές είναι να απορεί κανείς πότε και πώς πρόλαβε ο ιερεύς να τις αναγνώσει, όταν ούτε, κατά το λεγόμενο, «με το μάτι» δεν είναι δυνατό να τις διατρέξει κανείς σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

Πέρα όμως από την απαράδεκτη και, ας μου επιτραπεί να την χαρακτηρίσω, ασεβή αυτή ακαταστασία, το σοβαρότερο επακόλουθο της μυστικώς αναγνώσεως των ευχών είναι η μετατροπή της θείας λειτουργίας σε μια σειρά δοξολογικών εκφωνήσεων, που αιτιολογούν κείμενο μη ακουόμενο, ψαλμωδημάτων και πράξεων, που δεν έχουν αυτοτελές νόημα χωρίς τις ευχές. Έτσι η ανάμνηση του Κυρίου και του απολυτρωτικού του έργου, που είναι ο σκοπός της τελέσεως της θείας λειτουργίας κατά την Κυριακή επιταγή, «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ΄ 19. Α΄ Κορ. ια΄ 24-25), εντοπίσθηκε στο «Λάβετε, φάγετε...» και στο «Πίετε εξ αυτού πάντες...» και στο ιερό θέαμα και τις συμβολικές ερμηνείες του. Έτσι ο πιστός καλείται να ιδεί στην είσοδο του Ευαγγελίου τον Χριστό ερχόμενο στον κόσμο, στην μεγάλη είσοδο την θριαμβευτική είσοδό του στα Ιεροσόλυμα ή την εκφορά του ως νεκρού ή την δευτέρα παρουσία του, στο «Μετά φόβου Θεού...» την ανάστασή του, στο «Πάντοτε νυν και αεί...» την ανάληψή του, κατά τους ποικίλους συμβολισμούς, και τα όμοια.

Σήμερα, χάρη στην ευρυτάτη διάδοση και χρήση των τεχνικών μέσων, είναι δυνατή η ακρόαση κειμένων που διαβάζονται σε ύφος αναγνώσεως, έστω και αν συντρέχουν όλοι οι δυσμενείς όροι, που έκαναν παλαιότερα το πράγμα αδύνατο. Έχουν από καιρό εισαχθεί και στους ναούς μας μικρόφωνα και μεγάφωνα, που, αν δεν γίνεται κατάχρηση, διευκολύνουν την συμμετοχή του λαού σημαντικά. Έχει όμως δημιουργηθεί ήδη από αιώνων παράδοση ως προς τη μυστικώς ανάγνωση των ευχών και αυτή σήμερα είναι η γενικώς κρατούσα σ’ όλη την Ορθόδοξο Εκκλησία τάξη. Έστω και αν αποδειχθεί θεωρητικά η πράξη αυτή ότι έχει ανάγκη αναθεωρήσεως και διορθώσεως, πρακτικώς προσκρούει, όχι μόνο στον φόβο ενδεχομένων αντιδράσεων, αλλά και στην αδυναμία γενικής και πανορθοδόξου αντιμετωπίσεως του θέματος, ούτως ώστε να αποφευχθεί η ανεπιθύμητη διάσπαση στην λατρευτική πρακτική των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Εκεί βρίσκεται η σοβαρή και ιδιαιτέρως υπολογίσιμη ένσταση, και όχι στο στερούμενο σοβαρότητας δήθεν επιχείρημα ότι θα δυσκολεύονται στην ανάγνωση των ευχών οι ιερείς. Και σε εποχές ακόμη αμαθείας η λειτουργική δεοντολογία επέβαλλε στους λειτουργούς να διαβάζουν εις επήκοον του λαού δυσκολώτατα κείμενα, όπως τις ευχές του μεγάλου αγιασμού και της γονυκλισίας της Πεντηκοστής, που λέγονται μάλιστα μια φορά τον χρόνο ενώ η θεία λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου τελείται καθημερινά και του Μεγάλου Βασιλείου αρκετά συχνά. Εξ άλλου η μορφωτική στάθμη όχι μόνο του λαού, αλλά και του ιερού κλήρου, έχει αισθητά βελτιωθεί.

Είναι πάντως δυνατό, εφαρμόζοντας μια συνετή τακτική, να αποφευχθούν και να διορθωθούν πολλές από τις, τρόπον τινά, «παρενέργειες» της μη εις επήκοον του λαού αναγνώσεως των ευχών. Δεν λέγω μόνο για την συστηματική λειτουργική κατήχηση και ερμηνεία των ευχών της θείας λειτουργίας στα κηρύγματα, σε ομιλίες και διαλέξεις και κατά την προσφορά της κατηχήσεως στα κατηχητικά και στα άλλα σχολεία. Αυτό είναι απαραίτητο και αυτονόητο, είτε οι ευχές διαβάζονται μυστικώς είτε εις επήκοον. Ομοίως πολύ βοηθητική είναι και η χρήση εγκολπίων εκτός της λειτουργίας και κατά τη διάρκειά της, με μετάφραση ή με μόνο το κείμενο. Τέτοια υπάρχουν πάρα πολλά διαφόρων τύπων και εκδόσεων και γίνεται ήδη ευρεία χρήση τους στους ναούς. Αρκεί να είναι μεταβατική η χρήση τους για να μπορέσουν κάποτε οι πιστοί να αποδεσμευθούν από αυτά, για να μη μεταβάλλεται ο χώρος του ναού σε αναγνωστήριο και απομονώνονται αντί να ενώνονται οι χριστιανοί κατά την ώρα της θείας λατρείας. Όλα αυτά είναι σοβαρά μεν μέτρα, αλλ’ ουσιαστικώς είναι ημίμετρα, εφ’ όσον οι ευχές εξακολουθούν να λέγονται μυστικώς. Ένα σοβαρό βήμα βελτιώσεως είναι το να λέγονται οι ευχές στη θέση τους, δηλαδή, όπως ήδη είπαμε, προ της εκφωνήσεώς τους. Στις νεώτερες εκδόσεις των «Ιερατικών» έχει γίνει ήδη αυτό το βήμα, ενώ σε παλαιότερες υπήρχαν αρκετές τέτοιες μεταθέσεις. Να διαβάζονται δε οι ευχές με τη δέουσα προσοχή και κανονικό ρυθμό, χωρίς να καταλαμβάνεται ο ιερεύς από σπουδή, αν καλύπτεται ή αν δεν καλύπτεται από τον ψάλτη. Πολλοί καλοί λειτουργοί το εφαρμόζουν αυτό με επιτυχία. Διαβάζουν την ευχή σε χαμηλότερο τόνο και υψώνουν λίγο τη φωνή τους όταν τελειώσει ο ψάλτης, έτσι ώστε να μη δημιουργείται χασμωδία και να ακούονται οι λόγοι της ευχής. Εννοείται πώς με κανένα τρόπο δεν επιτρέπεται να παραλείπονται οι ευχές, ούτε να λέγονται επιτροχάδην, ούτε να λέγονται κατά τον απόστολο ή κατά το Σύμβολο της πίστεως ή κατά την Κυριακή προσευχή ή κατά το κοινωνικό. Η ασεβής αυτή ακαταστασία είναι καταστρεπτική για την ευσχήμονα και εύτακτο τέλεση της θείας λατρείας. Χωρίς σπασμωδικές και αμελέτητες ενέργειες, απαγορεύσεις ή ενθαρρύνσεις, η παράδοση θα βρει βαθμηδόν τον δρόμο της. Επί του παρόντος περνούμε μια περίοδο μεταβατικών καταστάσεων και αναζητήσεων.

* * *

Αυτά πίστευε και δίδασκε ο μακαρίτης Καθηγητής της Θεολογικής του Α.Π.Θ. κ. Ιωάννης Φουντούλης. Καταστάλαγμα γνώσεως, πείρας και ευλαβείας. Σε μας μένει η συνειδητοποίηση και η προσπάθεια «η περίοδος των μεταβατικών καταστάσεων και αναζητήσεων» να μικρύνει και να τελειώσει, παρακαλώντας τον Χριστόν ευαγγελικά, κατά την υπόδειξή Του, να «κολοβώσει τάς ἡμέρας» (Ματθ. 24, 21-23).

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Δηλαδή, η έκφωνη προήλθε από τις εκκλησιαστικές οργανώσεις;

vasileios thermos είπε...

Βλεπετε, αδελφοι; Συνεχιζουμε τις ιδιες εσφαλμενες και παραπλανητικες διατυπωσεις ΣΑΝ ΝΑ ΜΗ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΙΠΟΤΕ ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ! Εκφωνη ειναι μονο η εμμελης απαγγελια των καταληξεων. Το να ακουγονται οι ευχες λεγεται "ΕΙΣ ΕΠΗΚΟΟΝ".
Ναι, οι οργανωσεις δεν το αρχισαν, αλλα το ξαναζωντανεψαν. Τους ειμαστε ευγνωμονες γι αυτο!

Αθανάσιος Κοταδάκης είπε...

Εμπεριστατωμένη συνέχεια και ολοκλήρωση της 26.5.26 «Εκκλησιαστική Αλλοίωση», π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου, ενισχυμένη με ισχυρό φορτίο ιερατικής λειτουργικής εμπειρίας και σύνεσης. Λέω να περιμένω να δω οι τι θα αντιτάξουν οι διάφοροι ανώνυμοι και ψευδώνυμοι εδώ. Για την ώρα όμως μένω στην επισήμανση αυτού «Έχει αιώνιο κύρος και θα έπρεπε να μας προβληματίσει σήμερα που ο Απ. Παύλος προτιμά τους «πέντε λόγους» που είναι κατανοητοί από το λαό που συμμερίζεται με το «Αμήν» την ευχαριστία του Προεστώτος, παρά τους μύριους ακατάληπτους λόγους εκείνων που είχαν το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, της γλωσσολαλίας 1Κο.14, 1-33. Δες, Αθαν. Κοτταδάκη Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου «Ομιλιών μικρή Φιλοκαλία» 3ζ «Κριτήριο των χαρισμάτων το πνευματικό όφελος των πιστών» σ.149κε, Εκδόσεις «Ταώς». Και από τούτο την προμετωπίδα-επιγραφή της σημερινής ανάρτησης. «Ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν του Κυρίου κατοπτριζόμενοι …», αν είναι βέβαια να κάνουμε ορθόδοξη θεολογία, «όχι κατά το γράμμα που αποκτείνει, αλλά κατά το πνεύμα που ζωοποιεί»-2Κο.3,6. Αθαν. Κοτταδάκης