Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Αθηναγόρας ο Ηπειρώτης: O Πατριάρχης της ειρήνης και της καταλλαγής - Μ. Πρωτ. Γεωργίου Τσέτση


Αθηναγόρας ο Ηπειρώτης: 
O Πατριάρχης της ειρήνης και της καταλλαγής

Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο «Αθηναγόρας και Οικουμένη: 70 χρόνια από την εκλογή του Πατριάρχου Αθηναγόρα και από την ίδρυση του ΠΣΕ», που συνεκλήθη από την Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (19-20 Απριλίου 2018)

του Μ. Πρωτ. Γεωργίου Τσέτση

Προκειμένου να μπει κανείς στο νόημα του φιλειρηνικού, φιλάλληλου και μεγάθυμου εκκλησιαστικού ήθους του Πατριάρχου Αθηναγόρα καθ’όλη την διάρκεια της πεντηκονταετούς Αρχιερατείας του στην Κέρκυρα, στην Αμερική και στον Οικουμενικό Θρόνο Κωνσταντινουπόλεως,  πρέπει να κάμει μια αναδρομή στη δεκαετία του 1910, στα πρώτα χρόνια της εκκλησιαστικής του σταδιοδρομίας, όταν υπηρετούσε την Μητέρα Εκκλησία ως Αρχιδιάκονος της Ιεράς Μητροπόλεως Πελαγωνίας στο Οθωμανοκρατούμενo τότε Μοναστήρι, τα σημερινά Βιτώλια του Σκοπιανού κρατιδίου.

Ο Αθηναγόρας βρέθηκε στο Μοναστήρι σε ηλικία μόλις 24 ετών, ευθύς μετά την αποφοίτησή του από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αυτό το περιώνυμο Θεολογικό εργαστήριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου είχε την σπάνια τύχη να μαθητεύσει δίπλα σε κορυφαίους καθηγητές, και κυρίως να έχει ως Σχολάρχη τον ευρυμαθή, σοφό και εύστροφο Γερμανό Στρηνόπουλο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Θυατείρων. (Tον οποίον, ειρήσθω εν παρόδω, ο συγχωρεμένος Ιωάννης Ρωμανίδης» θεωρούσε αφελή και «μπουνταλά»!!)
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συχνά μιλούσε στους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν για τις εμπειρίες που είχε στα πρώτα βήματα της εκκλησιαστικής του διακονίας στην προαναφερθείσα ακριτική Επαρχία του Θρόνου. Μία από τις αφηγήσεις του αυτές είναι καταχωρισμένη στον μνημειώδη τόμο  «Ειρηνοποιοί» που είχε εκδώσει το 1971 ο ιστοριοδίφης και οφφικιάλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Αριστείδης Πανώτης.
Στο Μοναστήρι, έλεγε ο Πατριάρχης,  «εκτός από φοβερές εμπειρίες, είχα και ωραίες στιγμές μαθητείας στην αγάπη των απλών ανθρώπων, στον διάλογο, στις πρώτες σχέσεις με χριστιανούς της Δυτικής Εκκλησίας. Άνοιξα μια  προσωπική επικοινωνία και επαφή με τους εκεί χωρικούς για να τους έχω κάθε μέρα στο γραφείο μου. Και όταν έρχονταν και τους ερωτούσα για ποιά δουλειά ήλθαν, μου απαντούσαν στερεότυπα ʺγια να αλληλοκοιταχθούμεʺ». (Αριστείδη Πανώτη. Ειρηνοποιοί, Αθήναι 1971,  σελ. 46). Ακριβώς, από το «αλληλοκοίταγμα» αυτό είχε δημιουργηθεί στην καρδιά του Αθηναγόρα το αίσθημα να αγαπά τον διάλογο με τους ανθρώπους, διότι, καθώς έλεγε, εν τω προσώπω αυτών  έβλεπε αυτόν τον Θεό.
Πιστεύοντας πως όλοι οι λαοί είναι καλοί και ότι η ζύμη της παγκόσμιας ενότητας πρέπει να είναι η Χριστιανική ενότης, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διακήρυττε ότι η ενοποίηση της ανθρωπότητος, είναι ταυτόχρονα η έκφραση και η αναζήτηση της δικής μας τέλειας ενότητας εν Χριστώ. Θεωρούσε πως ο εικοστός αιώνας έπρεπε να είναι αιώνας αγάπης και αδελφοσύνης, όπου δεν θα είχαν πλέον θέση οι διαχριστιανικές έριδες και οι αντιδικίες του παρελθόντος. Πίστευε πως βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της ενότητας του Χριστιανισμού ήταν η εγκατάλειψη της λογικής των συγκρούσεων, της αντιπαράθεσης, της καχυποψίας, της μισαλλοδοξίας και της εξουθένωσης. Έτσι, είχε επιλέξει «τον δρόμο της ειρηνικής προσέγγισης, η οποία, χωρίς να παραβλέπει τις ουσιώδεις Θεολογικές διαφορές μεταξύ των Εκκλησιών, οδηγεί στην νέκρωση των θρησκευτικών παθών, στην καταλλαγή και στον καρποφόρο διάλογο» [Α.Νικολαϊδη, Η οικουμενική πολιτική του Πατριαρχή Αθηναγόρα, στο «Ενατενίσεις», τ. 16  2012, σελ 54]. Γι΄αυτό και συχνά παρατηρούσε ότι οι Χριστιανοί ηγέτες όφειλαν να βγούν από τα χαρακώματα της χθές, προκειμένου να αγωνισθούν για την εκπλήρωση του αιώνιου και απαραχάρακτου σχεδίου του Θεού, που είναι αγάπη, οικοδομή και ενότητα.
Είχε διαδοθεί ευρέως η φήμη ότι ο Αθηναγόρας ήταν δύσπιστος έναντι των θεολόγων και ότι κάποτε, χαριτολογών, είχε πει «κλείστε τους θεολόγους σε μια αίθουσα να διαλέγονται αλληλοσπαρασσόμενοι και αφήσατε τους ποιμένας να ποιμαίνουν τα λογικά πρόβατα που τους ενεπιστεύθη η Εκκλησία». Καθώς παρατηρούσε κάποτε ο μακαριστός Νίκος Νησιώτης, «ο Αθηναγόρας ήταν όντως δύσπιστος  ἔναντι των θεολόγων. Ποίων θεολόγων όμως; Μόνον έναντι εκείνων, των οποίων το έργον περιορίζεται εις άγονον επανάληψιν σχολαστικών διατυπώσεων, εκείνων που παραμένουν απαθείς ενώπιον των απαιτήσεων των καιρών μας, εκείνων που περιορίζονται και οχυρούνται πίσω από μονολιθικούς δογματισμούς, εκείνων που είναι  αποκομμένοι από την ζωή, άνευ σχέσεων μετά των ανθρώπων που περιμένουν από τους θεολόγους να αρθρώσουν μια σκέψη όντως ορθόδοξη». (Νίκος Νησιώτης, Ο Αθηναγόρας ήτο δι’όλους και εις όλας τας Εκκλησίας Ο Οικουμενικός Πατριάρχης,  βλ. στο «Απόστολος Τίτος», Έκτακτο τεύχος, 1972, σελ. 9).
Ο ρηξικέλευθος αυτός Πατριάρχης, είχε το αίσθημα, και το εξεδήλωνε συχνά, ότι στην εποχή μας ζούμε ένα είδος «αποκαλύψεως εν τη ιστορία», όπου οι όροι Ανατολή και Δύση λαμβάνουν ένα όλως διόλου καινούργιο νόημα. Ήταν βαθειά πληγωμένος από τα δεινά του ανθρώπου, έτσι όπως τον είχε συναντήσει  την δεκαετία του 1910 στο Μοναστήρι, όπου, λαοί φυλαί και γλώσσαι αλληλομισούνταν, αλλά, φευ, και ομόδοξα έθνη απεργάζονταν, ως μή ώφελε, το ένα την εξόντωση του άλλου. Έτσι, ο Αθηναγόρας πίστευε ότι στις αγωνίες του συγχρόνου ανθρώπου θα μπορούσε να απαντήσει μόνο ένας συμφιλιωμένος και επανενωμένος Χριστιανισμός, κραταιωμένος με την πνευματική δύναμη της Μιάς και αδιαιρέτου Εκκλησίας. Γι΄αυτό και διακήρυττε πως ο σκοπός της παρουσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, ήταν ακριβώς η φανέρωση του θησαυρού της πίστεως και του πλούτου της Παραδόσεώς της, δοθέντος ότι Πίστη και Παράδοση έχουν ως τέλος την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου. Σε μια εποχή, έλεγε, όπου αυξάνονται αντιχριστιανικές τάσεις και ρεύματα, υπάρχει ανάγκη εμφανίσεως ενός ηνωμένου Χριστιανικού κόσμου. Και προσέθετε ότι η προσέγγιση και η συνεργασία των Εκκλησιών αποτελεί «ὑποχρέωσιν ἱεράν καί καθῆκον ἅγιον, ἀπορρέον ἀπ΄αὐτῆς τῆς ἰδιότητος καί τῆς ἀποστολῆς των» [Εγκύκλιος του 1952]. Και στην προπάθεια αυτή, ο Πατριάρχης ήθελε την Ορθοδοξία στο σύνολό της να διαδραματίζει ρόλο ηγετικό.   
Εκφράζοντας τους ως άνω αφορισμούς, ο Αθηναγόρας δεν καινοτομούσε. Απλώς συνέχιζε μια μακραίωνα παραδόση της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, η οποία, ακολουθώντας την προτροπή του Μ. Βασιλείου ότι «ψυγείσης εν πολλοίς της αγάπης... το επαναγαγείν προς ένωσιν τας Εκκλησίας, τας πολυμερώς και πολυτρόπως απ΄αλλήλων διατμηθείσας» ήταν επιτακτικό καθήκον όσων «γνησίως και αληθινῶς δουλεύουσι τω Κυρίω», [Επιστολή ριδ΄ τοις εν Ταρσώ, Μigne, PG, 32, 520], ανέκαθεν είχε επιχειρήσει τον διάλογο καταλλαγής, δίνοντας το σύνθημα της καταργήσεως του μεσοτοίχου σχίσματος και της αποκαταστάσεως της χριστιανικής ενότητος στον κόσμο.
Με την μαρτυρία και την θεολογική της προσφορά η Κωνσταντινούπολις σφράγισε διά μέσου των αιώνων την ζωή της Εκκλησίας, και βρέθηκε πάντοτε στο επίκεντρο κάθε προσπάθειας η οποία απέβλεπε στην ορθοτόμηση του λόγου της αληθείας και στην αποκατάσταση της αληθείας αυτής, οσάκις διασπαστικά κινήματα έπλητταν την ενότητα της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και τούτο διότι, κατά την ρήση του Πατριάρχου Αθηναγόρα, όσο μια Εκκλησία έχει συνείδηση ότι κατέχει την αλήθεια και παραμένει πιστή στον λόγο του Χριστού, στην Παράδοση και την αποστολή της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας, τόσο οφείλει και έχει ευθύνη όπως, εν πνεύματι αγάπης, ταπεινώσεως και διακονίας, συνδιαλέγεται και συνεργάζεται με τις άλλες Εκκλησίες, για τον θρίαμβο της αληθείας και την οικοδομή του σώματος του Χριστού.
Την προσπάθεια του Αθηναγόρα να προωθήσει την καταλλαγή και το διάλογο, αλλά και το «άνοιγμα» της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως προς την ετερόδοξη Δύση, είχε ερμηνεύσει ως άριστα, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος. Όταν διαλεγόμαστε, έλεγε ο ευαίσθητος αυτός και σοφός Φαναριώτης Ιεράρχης, «τό ʺἐγώʺ συναντᾶται μέ τό ʺσύʺ καί γινόμεθα ʺἡμεῖςʺ. Ἡ ἐλευθερία ἡ ἀνθρώπινη γεννιέται στή συνάντησιν τοῦ ʺἐγώʺ μέ τό ʺσύʺ. Δέν μπορεῖ νά ἐννοηθῇ ἡ ἐλευθερία μόνη της, μόνο στήν ὕπαρξί μας, καί στήν ὁρμή τῆς ὑπάρξεώς μας πρός τό μέλλον...Ἴδιον τῆς ἐλευθερίας εἶναι νά αὐξάνῃ, καί αὐξάνει μονάχα στήν ἐπαφή μέ τόν ἄλλον... Γιά νά ἀναπτύσσεται ἡ ἐλευθερία, πρέπει νά ὑπάρχῃ δοχή. Γι΄αυτό πρέπει νά περιμένωμε καί ἀπό τόν ἄλλον νά μᾶς δώσῃ ὅ,τι ἔχει. Αὐτό θά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν στειρότητα, ἀπό τήν σκληρότητα » [Δωροθέου Πριγκηποννήσων, «Η Συνάντησις», Αθήναι 1960, σελ. 5 και 6]. 
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, με πειστικά, αλλά συχνάκις παρεξηγημένα, λόγια, προσπάθησε να διερμηνεύσει την οικουμενική ιδέα του Θρόνου τον οποίο λάμπρυνε επί εικοσιτέσσερα συναπτά έτη. Σήμερα, έλεγε, βρισκόμαστε ή ενώπιον του πειρασμού να αρκεσθούμε στα επιτεύγματά μας και να οδηγήσουμε τον διαχριστιανικό διάλογο σε μια στατικότητα, ή μπροστά σε μια ευκαιρία να δώσουμε στον διάλογο αυτό μια νέα δυναμική ενέργεια, η οποία θα μας οδηγούσε προς μια ανακαίνιση. Ανακαίνιση που αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την συνάντηση των Εκκλησιών στον δρόμο της ενότητος. Ο επανευαγγελισμός του Χριστιανισμού, παρατηρούσε, είναι αδυσώπητο αίτημα του καιρού μας, προσθέτοντας ότι το ιδεώδες της χριστιανικής ενότητος, βρισκόταν πέραν δογματισμών και εγωϊστικών μεγαλαυχιών [Δημητρίου Τσάκωνα, Αθηναγόρας, ο Πατριάρχης των Νέων Ιδεών, Αθήναι, 1976, σελ.139]. Δεν έπαυε να λέγει πως η ένωση των Εκκλησιών είναι θέλημα του Αναστάντος Χριστού, πόθος και ελπίδα των Χριστιανικών λαών, χρέος και τιμή των υπευθύνων.
Η εκλογή του Πατριάρχου Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο τον Νοέμβριο του 1948, συνέπιπτε χρονικά με την επίσημη ίδρυση του ΠΣΕ, που είχε πραγματοποιηθεί τρεις μήνες νωρίτερα στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Ανερχόμενος, λοιπόν, στον Θρόνο Kωνσταντινουπόλεως, ο Αθηναγόρας εύρισκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη μέλος, ιδρυτικό μάλιστα, του Διαχριστιανικού αυτού Οργανισμού, βλέποντας έτσι την υλοποίηση εκείνου που είχε οραματισθεί και προτείνει το Φανάρι, με την Συνοδική Εγκύκλιο του 1920, τουτέστι την δημιουργία μιάς «Κοινωνίας των Εκκλησιών». «Κοινωνίας» με την έννοια του «συνασπισμού», της «λίγκας», και όχι, βέβαια, με εκείνη της «κοινωνίας εν τη πίστει και τοις μυστηρίοις». 
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στον ενθρονιστήριο λόγο του είχε απευθύνει, κατά την παράδοση, τον ειθισμένο ειρηνικό χαιρετισμό στους Ορθοδόξους Προκαθημένους, μη λησμονώντας, όμως, τους ηγέτες άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, «χεῖρα ὀρέγων καί αὐτοῖς εἰς συνεργασίαν ἀπέναντι τῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας κινδύνων» [ Βλ. Ορθοδοξία,  1949 σ. 41]. Τοιουτοτρόπως, στον τομέα των διαχριστιανικών σχέσεων εμφανιζόταν, από την πρώτη ήδη μέρα της Πατριαρχίας του, ως συνεχιστής της διαχρονικής οικουμενικής διακονίας του Φαναρίου και της γραμμής που είχαν χαράξει διάσημοι προκάτοχοί του, κυρίως ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄. Να μη λησμονηθεί ότι, Ιωακείμ ο Γ΄, με τις Εγκυκλίους των ετών 1902 και 1904, έθιγε μεν το καίριο θέμα της σύμπνοιας και ενότητος της ταλαιπωρούμενης τότε από διενέξεις και σχίσματα Ορθοδόξου Εκκλησίας, ταυτοχρόνως όμως έθετε υπ΄όψη των Ορθοδόξων Προκαθημένων και το ζήτημα «τῶν σχέσεων ἡμῶν μετά τῶν δύο μεγάλων, τοῦ χριστιανισμοῦ ἀναδενδράδων, τῆς Δυτικῆς δηλονοῦν καί τῆς τῶν Διαμαρτυρομένων Ἐκκλησίας», συνηγορώντας υπέρ της εξευρέσεως τρόπων «φιλικῆς ἀμοιβαίας προσπελάσεως» αυτών, δοθέντος ότι, καθώς τόνιζε, «τῇ Παναγίᾳ Τριάδι καί αὐτοί πιστεύοντες καί τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ σεμνυνόμενοι, τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ σωθῆναι ἐλπίζουσιν» [Εγκύκλιος του 1902],  
Την προσπέλαση, λοιπόν, του Δυτικού χριστιανισμού, περί της οποίας μιλούσε Ιωακείμ ο Γ΄, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας την μεθόδευσε εντάσσοντας το ζήτημα αυτό στην ημερησία διάταξη της Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως την οποία είχε συγκαλέσει στη Ρόδο το 1961. Η οποία, με την σειρά της, συμπεριέλαβε στο ευρύτατο πινάκιο θεμάτων της προγραμματιζόμενης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και ζητήματα αναφερόμενα στις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον ετερόδοξο χριστιανισμό, ειδικώτερα δε, με την Οικουμενική Κίνηση και την συμμετοχή της Ορθοδοξίας σ΄αυτήν, εν τω πνεύματι της Εγκυκλίου του 1920 [Βλ. Μονογραφηθέντα Πρακτικά της εν Ρόδω Πανορθοδόξου Διασκέψεως, στο «Ορθοδοξία», τόμος 37, 1962,  σελ 83]. 
Η ιδιαιτερότητα της συμβολής του Αθηναγόρα στην γενικώτερη οικουμενική διακονία του Φαναρίου, είτε στα πλαίσια του ΠΣΕ είτε σε εκείνα των διμερών σχέσεων με ετερόδοξες Εκκλησίες, έγκειται στην αταλάντευτη βούλησή του να προωθήσει τον διάλογο της αγάπης και της αληθείας, παρά τις συνεχείς αντιδράσεις που συναντούσε στην υλοποίηση των οραματισμών του για χριστιανική καταλλαγή και συνεργασία, εκ μέρους εκείνων που πίστευαν (και υπάρχουν πολλοί που συνεχίζουν να πιστεύουν ακόμη), ότι το όνομα του Χριστού δοξάζεται μόνο με μιασαλλόδοξες συγκρούσεις, με κατάρες και αναθεματισμούς.
Ομιλώντας ενώπιον Αγιορειτών πατέρων, κατά την ιστορική επίσκεψή του στον Άθω το 1963, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έλεγε τα εξής: «Τονίζω μέ ὅλη μου τήν δύναμη, ὅτι δέν ὑπάρχει γλυκύτερον πρᾶγμα εἰς τόν ἄνθρωπον ἀπό τό νά ἔχει διάλογον μέ τόν ἄλλον. Καί δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία εἰς τόν ἄνθρωπον ἀπό τό νά μήν εἶναι εἰς διάλογον μέ τόν ἄλλον...Έάν σήμερα εἶναι διηρημένος ὁ κόσμος, τοῦτο ὀφείλεται στήν ἔλλειψη διαλόγου μεταξύ τῶν ἀνθρώπων» [Α. Πανώτη, όπ.π.].
Ως γνωστόν, κατά την τελευταία δεκαετία της μακράς Ποιμαντορίας του, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχε στραφεί με ιδιαίτερη προσοχή προς τη Ρώμη, πεπεισμένος πως η ρωγμή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως έπρεπε πρώτα να επανορθωθεί μεταξύ των δύο «πρωταγωνιστών» της, δηλ. της Ρώμης και της Κωνσταντινουπόλεως. Γνώμη του ακράδαντη ήταν ότι Ανατολή και Δύση έχουν κοινές ρίζες και κοινή κληρονομιά, και ότι για την εξάλειψη του μίσους που φώλιαζε μέσα μας, έπρεπε «να γίνει μια κάθαρση της μνήμης μας από το φοβερό παρελθόν» [Οlivier Clément, Dialogues avec le Patriarche Athénagoras, Fayard, σελ 391]. 
Προσφωνώντας τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄, όταν αυτός είχε επισκεφθεί το Φανάρι τον Ιούνιο του 1967, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας δεν μπορούσε να είναι σαφέστερος όταν έθιγε με ευθύτητα και ρεαλισμό το καίριο θέμα της Χριστιανικής ενότητος. «Δέν παραγνωρίζομεν», ἔλεγε, «οὔτε τόν ἀριθμόν, οὔτε τήν σοβαρότητα τῶν ἐνώπιον ἡμῶν προβλημάτων. Ἐν τῇ ἀποκαταστάσει ὅμως τῆς ἀγάπης, ἐξουδετεροῦντες τήν ἀποξένωσιν καί γεφυροῦντες τήν ἀπόστασιν, ὑπό νέον ὅλως φῶς ἐκτιμῶμεν τάς διαφοράς, καί ἐγγύς πλέον ἀλλήλων ἱστάμενοι, ἀναζητοῦμεν τήν ἀρίστην ὁδόν πρός τήν αὔριον, τήν ὑπισχνουμένην τήν ἐπανόρθωσιν τοῦ παρελθόντος καί τήν ἀποκατάστασιν τοῦ ἀρχαίου κάλλους τῆς Μιᾶς καί Ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας»..... Λοιπόν, «χωρήσωμεν πρόσσω καί ἄρωμεν τά ἐμπόδια» ἔλεγε. «Οἱ Χριστιανοί καί σύμπας ὁ κόσμος μετ΄ἐλπίδων προσβλέπουσιν, ἀναμένοντες ἀφ΄ἡμῶν τό ἱερόν σύνθημα τῆς καταργήσεως τοῦ μεσοτοίχου σχίσματος καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς» [Τόμος αγάπης, Rome-Istanbul, 1971,  σελ. 204 και 206].
Είναι αλήθεια ότι οι κάπως θεαματικές, αλλά βαθειές σε νόημα, συναντήσεις του Πατριάρχου Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα, στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, αλλά και η εκατέρωθεν άρση των αναθεμάτων τον Δεκέμβριο του 1965, είχαν δώσει την εντύπωση ότι τα οικουμενιστικά ενδιαφέροντα του Αθηναγόρα είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Την εντύπωση αυτή ήρθε να περιστείλει ο ίδιος ο Πατριάρχης τον Νοέμβριο του 1967, όταν, μετά την συνάντηση του με τον Πάπα στο Βατικανό, επισκέφθηκε την έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη. 
 Ο Αθηναγόρας απευθυνόμενος σ΄ένα πυκνό ακροατήριο και ομιλώντας για το νόημα της Ορθοδόξου συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση και ειδικώτερα στο ΠΣΕ, επιβεβαίωνε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμενε θερμός κήρυξ του ακραιφνούς οικουμενικού διαλόγου «προς κάθε κατεύθυνση». «Ἐντεῦθεν», ἔλεγε, «ἡ ἐν εἰλικρινεῖ συνεργασία μετά τοῦ Ἁγιωτάτου Πάπα Ρώμης Παύλου ΣΤ΄ ἀνοιγεῖσα νέα ἐποχή σχέσεων μεταξύ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν ἡ καλλιέργεια καί προώθησις διμερῶν σχέσεων μετ΄ Ἐκκλησιῶν-μελῶν τοῦ ΠΣΕ, ὡς ἡ Ἀγγλικανική, ἡ Παλαιοκαθολική, αἱ Μεταχαλκηδόνιοι Ἐκκλησίαι καί ἡ Λουθηρανική. Τό καθ΄ ἡμᾶς Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον», τόνιζε ὁ Πατριάρχης, «ἐργαζόμενον πρός τάς κατευθύνσεις αὐτάς, ἐνεργεῖ ἐν τῇ σταθερᾷ πεποιθήσει ὅτι συγχρόνως προάγει τό ἔργον τοῦ ΠΣΕ». [Γεωργίου Τσέτση, H Συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, Τέρτιος, 1988, σελ.131]. 
Θα ήθελα να κατακλείσω την σύντομη αυτή ομιλία παραθέτοντας μερικά στοχαστικά λόγια, ερανισμένα από τον Επικήδειο που είχε εκφωνήσει ο φίλος Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος κατά την εξόδιο ακολουθία. «Αθηναγόρας ο Α΄ (έλεγε ο Πέργης) απεκάλυψεν ότι ήτο ″Πατριάρχης″, είτε περιβεβλημένος τον Σάκκον τής Τιβεριάδος, είτε το απλούν μοναχικόν τριβώνιον. Το σχήμα του και η μορφή του ενέπνεον προσευχήν, όπως και ο ίδιος προσηύχετο εν εκάστῃ καταπαύσει του έργου». Όντως, αγαπητοί, προσευχόταν διαρκώς ο Αθηναγόρας υπέρ της Ι. Μονής του Αγίου Γεωργίου της οποίας ήταν Ηγούμενος˙ υπέρ της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας την οποία οιακοστροφούσε˙ υπέρ της Πόλεως της οποίας ήταν Αρχιεπίσκοπος˙ προσευχόταν υπέρ πάσης πόλεως και χώρας. Εκεί, όμως, όπου εστρέφετο διηνεκώς η προσευχή του, μαρτυρεί ο επί πολλά έτη Αρχιδιάκονός του Μητροπολίτης Πέργης, «ήτο ο πόθος ″υπέρ της των πάντων ενώσεως″. Ήτο η πορεία πρός Εμμαούς». Ένα μέγιστο μέρος της λάμψης των κεριών που άναβε ο Αθηναγόρας κάθε βράδυ στον Νάρθηκα του Πατριαρχικού Ναού, λέγει ο άγιος Πέργης, φώτιζαν αυτό ακριβώς το όραμά του, το όραμα της Πανορθοδόξου Αδελφότητος και το όραμα της Παγχριστιανικής Ενότητος (Πέργης Ευαγγέλου, Επικήδειος εις τον Πατριάρχην Αθηναγόραν, βλ. «Στάχυς» τεύχος 28-29 , σελ. 290). 
Υπεύθυνος ηγέτης ηγέτιδος Εκκλησίας, υπάκουος στο θέλημα του Θεού, αλλά και άκρως ευαίσθητος στο να συλλαμβάνει τα μηνύματα του λαού, Αθηναγόρας ο Ηπειρώτης, καθ΄όλη τη διάρκεια της μακράς του Πατριαρχίας, δεν είχε παύσει να κηρύττει αγάπη και κατανόηση και να προσεύχεται για μια αναγεννημένη μέσα στην Αποστολική Παραδόση Εκκλησία, η οποία, αναδυόμενη από το σημερινό Εκκλησιαστικό χάος, θα επέτρεπε μια μέρα σύμπαντα τον Χριστιανικό κόσμο να συναντηθεί εν Χριστώ, μέσα στο Κοινό Ποτήριο.
Πότε θα εισακουσθεί η προσευχή του ειρηνοποιού αυτού Πατριάρχου; Κύριος οίδε εκλεκτή και σεβαστή ομήγυρης. Κύριος οίδε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: