ΠΡΩΣΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΜΕΛΕΤΙΟΥ (1980-2012)
από τον Πρεβεζάνο συγγραφέα Βασίλη Μουστάκη
«Είναι
από τους νεότερους, στην ηλικία και την ανάδειξή του, επισκόπους μας.
Προέρχεται από τη Μεσσηνία (Αλαγονία, χωριό της Καλαμάτας). Το 1954, σε ηλικία εικοσιενός χρόνων, έγινε μοναχός (Μονή Ζωοδόχου Πηγής, στη γενέτειρα επαρχία). Έβγαλε τη Θεολογία (1957) και τη Φιλολογία (1960) στην Αθήνα. Στον Κλήρο, μπήκε το 1954 (διάκονος, και από το 1959 πρεσβύτερος). Έσπερνε το θείο λόγο στη Μητρόπολη Μεσσηνίας από το 1956 ως το 1967, οπότε ανέλαβε γραμματέας της Συνόδου στον τομέα των Διεκκλησιαστικών σχέσεων κι εργάστηκε σ’ αυτή τη θέση ως την εκλογή του σ’ επίσκοπο. Αντλώντας από το βιωματικό πλούτο κι από τις θύραθεν γνώσεις του, επιδόθηκε μ’ επιτυχία και στη συγγραφή βιβλίων κι άλλων κειμένων, που τα διακρίνει σωστή λεξιθεσία και χαριτωμένη πνοή.
Δεν έχεις να ψάξεις, για να βρεις, προσόντα του. Διανοητικά και πνευματικά, της καρδιάς και της πράξης. Η προσωπογραφία του αποδίνει ένα είδος πνευματικής καλλονής από τις πιο εξαϋλωμένες στους κόλπους της ποιμαίνουσας Εκκλησίας μας. Κι από τις πιο αναμφισβήτητες κι αποδεκτές.
Ως προς τη σωματική εμφάνιση, εμπνέει την ιδέα πως έχεις να κάνεις μ’ ένα νέο, ευκίνητο άνθρωπο, που τον φωτίζει το χαμόγελο, μες από την ασκητική ειδή, όπου η μακρά κόμη και τα πυκνά γένια θυμίζουν τις βυζαντινές εικόνες του Άη Γιάννη του Βαπτιστή. Έχοντας κατά νου το βαθιά ορθόδοξο είναι του, το στερημένο εκούσια βίο του, αλαφρώνει ωστόσο την εντύπωση μια χαρά που ιριδίζει, ξεχειλίζοντας μες από το μοναχικό πένθος, η χαρά του παιδικού, θα έλεγα, εσωτερικού του κόσμου.
Είναι, πριν απ’ όλα, ένας καλόγερος. Με τη σωστή έννοια όμως. Δηλαδή απαιτητικός απέναντι του εαυτού του, αλλά όλος συγκατάβαση για σένα, όπως ακριβώς κι οι προηγούμενοι. Δεν σ’ ελέγχει με την παρουσία του, σε στηρίζει και σε προτρέπει. Τον θωρείς σαν ένα πρόσωπο με δυο εκδοχές κι έτσι σε σαγηνεύει με ακατανίκητη δύναμη. Σαν ένα «πτηνόν της ερήμου», και, παράλληλα, σαν ένας από τους μικρούς που, καθώς αναφέρει το Ευαγγέλιο, ευλόγησε ο γλυκός Ραββί και πρόβαλε προς μίμηση, ύπαρξη, λες, προερχόμενη μες από την αγκαλιά Του.
Θα
ήταν δύσκολο, γενικότερα, να τον κατατάξει κανείς, σαν κληρικό, σ’ ένα τύπο.
Δεν εξαντλείται, αν τοποθετηθεί στο χώρο της προσευχής και της θεωρίας.
Ξεφεύγει, μ’ ένα ζωηρό τόνο, επίσης και σ’ εκείνον της δράσης. Και δεν αφήνει βεβαιότητα για το πού, ο
τόπος που πιάνει, είναι περισσότερος!
Οι μέρες του, οι νύχτες του, κομποσχοίνι αδιάλειπτο εσωτερικής επικοινωνίας με το Θεό. Είτε μες από τα μονοπάτια της δοξολογίας και της ικεσίας, είτε μες από το διάβασμα και το γράψιμο.
Μα ιδιαίτερη επίδοσή του, η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Εύκολη, από φυσικό χάρισμα, αλλά κι επίμονη ως προς τη μελέτη. Έγινε τέλειος κάτοχος της ρωσικής μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα. Είχαμε την ίδια δασκάλα και το ξέρω. Εξάλλου, εντρυφώντας στους μεγάλους θεολόγους και λογοτέχνες, που εκφράστηκαν μες από τη ρωσίδα φωνή, πλούτισε με πολύτιμο υλικό τις γνώσεις του και την αίσθησή του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός από την εγκατάστασή του στην Πρέβεζα κι ο λαός μου τον αγάπησε σαν ακίβδηλο αντίτυπο του πράου και ταπεινού Ιησού. Λαός ευθύς, δοκιμασμένος δεινά από την περιπέτειά του με τον προηγούμενο μητροπολίτη, μια δεύτερη μετά την περίπτωση του Καρυωτάκη αιτία να δυσφημισθεί έμμεσα η πόλη, ανταμείφθηκε όπως του άξιζε, αποκτώντας το Μελέτιο.
Γράφω αυτές τις σελίδες, Αύγουστο του 1982, στην Πρέβεζα, όπου περνώ τις διακοπές. Όλοι μου μιλούν με τα καλύτερα λόγια για το σημερινό πνευματικό τους πατέρα.
Χτες το δειλινό, τον επισκέφτηκα στο μητροπολιτικό κατάλυμα, όπου οικουρεί. Έχει το πόδι στο γύψο, ύστερα από ένα ράισμα που έπαθε, πηδώντας από τη βάρκα στη στεριά, κατά τη μετάβασή του σ’ ένα παράλιο χωριό.
Το υπνοδωμάτιο, όπου με δέχτηκε πλαγιασμένος, θύμιζε κελλάκι. Το ξύλινο κλινάρι, απέριττο. Τα σεντόνια, από το πιο φτηνό ύφασμα. Στους τοίχους, βυζαντινά εικονίσματα, ένα κρεμαστό καντηλάκι. Και λίγα σκαμνιά, συμπληρώνουν την επίπλωση.
Πριν προλάβω να του φιλήσω το χέρι, με αγκαλιάζει, κι ανταλλάσσουμε ασπασμό. Εκδήλωσε χαρά που με είδε απρόσμενα. Είπαμε, για κάποση ώρα, μερικά απλά πράγματα. Ήταν ευγενικός, ανεπιτήδευτος.
Αν και φοβόμουν μην προσκρούσω στη σεμνότητά του, που δεν αμφιβάλλεις πως είναι, λέει, φυσική κι όχι δάμασμα του "παλαιού ανθρώπου", του μετέδωσα τι άκουσα να λένε γι’ αυτόν οι συμπατριώτες μου. Και δεν παρέλειψα, μεταξύ άλλων, μια κρίση τους που μ’ εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Πως προσέχει να τηρεί στάση άκρη στα πολιτικά θέματα, ώστε όλοι να τον αισθάνονται δικό τους, αδιάφορα προς τις ιδέες που τους χωρίζουν.
— Ναι, προσπαθώ, μου αποκρίνεται, χαμηλώνοντας τα βλέφαρα με συστολή.
Στιγμή που αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ξαναφιλήσω.
Έχει φέρει, από τη μέρα της άφιξής του, μια ομάδα μορφωμένων κι ανεπίληπτων κληρικών, νεαρών, ως επί το πλείστον. Τους διάλεξε με προσοχή, βασισμένος σ’ ευαγγελικά κριτήρια, ως προς το βίο και το φρόνημά τους.
Είναι λοιπόν και στην πράξη αποδοτικός. Μ’ αυτή την ολιγάριθμη αδελφότητα γύρω του, που εγκαταβιώνει στο μητροπολιτικό κατάλυμα, κάνοντας και το νοικοκυριό, αποσκοπεί να επεκτείνει και να υψώσει ποιοτικά το ποιμαντικό έργο στην πόλη και την ύπαιθρο. Στην πόλη, όπως διαπίστωσα με χαρά, αξιώθηκε να βρει ένα εφημεριακό σώμα με υψηλή στάθμη κι ονόματα ακηλίδωτα.
Έχω τώρα πρόχειρα δυο απ’ αυτά τα ονόματα. Τον παπα-Δημήτρη, λειτουργό στην «Παναγία των Ξένων», την πατρογονική μου ενορία. Και τον άλλο παπα-Δημήτρη, στον καθεδρικό του Άη Χαράλαμπου. Είναι παντρεμένοι. Έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο. Δεν τους λείπει η «έξωθεν καλή μαρτυρία». Ο κόσμος τους επαινεί, έχοντάς τους ψηλά.
Η Πρέβεζα, σήμερα, είναι πολύ πιο όμορφη από άλλοτε. Σαν τοπίο, βέβαια, όπως πάντα, σμαραγδένια στη στεριά, ζαφείρι στη θάλασσα. Αλλά εξελιγμένο, με καλή αισθητική γραμμή, οικοδομικά, αστικό κέντρο. Και σαν Εκκλησία, μ’ επίπεδο, από άποψη φωτισμού κι απήχησης, αισθητά ανεβασμένη. Στολίδι της κορυφωματικό, ο Μελέτιος.»
Το παραπάνω είναι... λάφυρο που συναπεκόμισα
φεύγοντας από επίσκεψη (στις 5/2/2026) στον Νέστορα θεολόγο Γυμνασιάρχη κ.
Μιχάλη Αυδίκο, γνωστό στην πόλη μας, καθηγητή πολλών και πατέρα της γιατρού
Αικατερίνης Αυδίκου.
Σκέφτηκα ότι η επικείμενη εορτή του αγίου Μελετίου, είναι επίκαιρη αφορμή αναζωπύρησης στη μνήμη των συμπολιτών, του προσώπου του πατρός Μελετίου.
Ας τον παρακαλέσουμε να προσεύχεται στον Χριστό, για τον διάδοχό του επίσκοπό μας Χρυσόστομο, για τους κληρικούς, για τον συμφοιτητή του κ. Μιχάλη Αυδίκο και όλους τους χριστιανούς της Μητροπόλεώς.
Προέρχεται από τη Μεσσηνία (Αλαγονία, χωριό της Καλαμάτας). Το 1954, σε ηλικία εικοσιενός χρόνων, έγινε μοναχός (Μονή Ζωοδόχου Πηγής, στη γενέτειρα επαρχία). Έβγαλε τη Θεολογία (1957) και τη Φιλολογία (1960) στην Αθήνα. Στον Κλήρο, μπήκε το 1954 (διάκονος, και από το 1959 πρεσβύτερος). Έσπερνε το θείο λόγο στη Μητρόπολη Μεσσηνίας από το 1956 ως το 1967, οπότε ανέλαβε γραμματέας της Συνόδου στον τομέα των Διεκκλησιαστικών σχέσεων κι εργάστηκε σ’ αυτή τη θέση ως την εκλογή του σ’ επίσκοπο. Αντλώντας από το βιωματικό πλούτο κι από τις θύραθεν γνώσεις του, επιδόθηκε μ’ επιτυχία και στη συγγραφή βιβλίων κι άλλων κειμένων, που τα διακρίνει σωστή λεξιθεσία και χαριτωμένη πνοή.
Δεν έχεις να ψάξεις, για να βρεις, προσόντα του. Διανοητικά και πνευματικά, της καρδιάς και της πράξης. Η προσωπογραφία του αποδίνει ένα είδος πνευματικής καλλονής από τις πιο εξαϋλωμένες στους κόλπους της ποιμαίνουσας Εκκλησίας μας. Κι από τις πιο αναμφισβήτητες κι αποδεκτές.
Ως προς τη σωματική εμφάνιση, εμπνέει την ιδέα πως έχεις να κάνεις μ’ ένα νέο, ευκίνητο άνθρωπο, που τον φωτίζει το χαμόγελο, μες από την ασκητική ειδή, όπου η μακρά κόμη και τα πυκνά γένια θυμίζουν τις βυζαντινές εικόνες του Άη Γιάννη του Βαπτιστή. Έχοντας κατά νου το βαθιά ορθόδοξο είναι του, το στερημένο εκούσια βίο του, αλαφρώνει ωστόσο την εντύπωση μια χαρά που ιριδίζει, ξεχειλίζοντας μες από το μοναχικό πένθος, η χαρά του παιδικού, θα έλεγα, εσωτερικού του κόσμου.
Είναι, πριν απ’ όλα, ένας καλόγερος. Με τη σωστή έννοια όμως. Δηλαδή απαιτητικός απέναντι του εαυτού του, αλλά όλος συγκατάβαση για σένα, όπως ακριβώς κι οι προηγούμενοι. Δεν σ’ ελέγχει με την παρουσία του, σε στηρίζει και σε προτρέπει. Τον θωρείς σαν ένα πρόσωπο με δυο εκδοχές κι έτσι σε σαγηνεύει με ακατανίκητη δύναμη. Σαν ένα «πτηνόν της ερήμου», και, παράλληλα, σαν ένας από τους μικρούς που, καθώς αναφέρει το Ευαγγέλιο, ευλόγησε ο γλυκός Ραββί και πρόβαλε προς μίμηση, ύπαρξη, λες, προερχόμενη μες από την αγκαλιά Του.
Οι μέρες του, οι νύχτες του, κομποσχοίνι αδιάλειπτο εσωτερικής επικοινωνίας με το Θεό. Είτε μες από τα μονοπάτια της δοξολογίας και της ικεσίας, είτε μες από το διάβασμα και το γράψιμο.
Μα ιδιαίτερη επίδοσή του, η εκμάθηση ξένων γλωσσών. Εύκολη, από φυσικό χάρισμα, αλλά κι επίμονη ως προς τη μελέτη. Έγινε τέλειος κάτοχος της ρωσικής μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα. Είχαμε την ίδια δασκάλα και το ξέρω. Εξάλλου, εντρυφώντας στους μεγάλους θεολόγους και λογοτέχνες, που εκφράστηκαν μες από τη ρωσίδα φωνή, πλούτισε με πολύτιμο υλικό τις γνώσεις του και την αίσθησή του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός από την εγκατάστασή του στην Πρέβεζα κι ο λαός μου τον αγάπησε σαν ακίβδηλο αντίτυπο του πράου και ταπεινού Ιησού. Λαός ευθύς, δοκιμασμένος δεινά από την περιπέτειά του με τον προηγούμενο μητροπολίτη, μια δεύτερη μετά την περίπτωση του Καρυωτάκη αιτία να δυσφημισθεί έμμεσα η πόλη, ανταμείφθηκε όπως του άξιζε, αποκτώντας το Μελέτιο.
Γράφω αυτές τις σελίδες, Αύγουστο του 1982, στην Πρέβεζα, όπου περνώ τις διακοπές. Όλοι μου μιλούν με τα καλύτερα λόγια για το σημερινό πνευματικό τους πατέρα.
Χτες το δειλινό, τον επισκέφτηκα στο μητροπολιτικό κατάλυμα, όπου οικουρεί. Έχει το πόδι στο γύψο, ύστερα από ένα ράισμα που έπαθε, πηδώντας από τη βάρκα στη στεριά, κατά τη μετάβασή του σ’ ένα παράλιο χωριό.
Το υπνοδωμάτιο, όπου με δέχτηκε πλαγιασμένος, θύμιζε κελλάκι. Το ξύλινο κλινάρι, απέριττο. Τα σεντόνια, από το πιο φτηνό ύφασμα. Στους τοίχους, βυζαντινά εικονίσματα, ένα κρεμαστό καντηλάκι. Και λίγα σκαμνιά, συμπληρώνουν την επίπλωση.
Πριν προλάβω να του φιλήσω το χέρι, με αγκαλιάζει, κι ανταλλάσσουμε ασπασμό. Εκδήλωσε χαρά που με είδε απρόσμενα. Είπαμε, για κάποση ώρα, μερικά απλά πράγματα. Ήταν ευγενικός, ανεπιτήδευτος.
Αν και φοβόμουν μην προσκρούσω στη σεμνότητά του, που δεν αμφιβάλλεις πως είναι, λέει, φυσική κι όχι δάμασμα του "παλαιού ανθρώπου", του μετέδωσα τι άκουσα να λένε γι’ αυτόν οι συμπατριώτες μου. Και δεν παρέλειψα, μεταξύ άλλων, μια κρίση τους που μ’ εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Πως προσέχει να τηρεί στάση άκρη στα πολιτικά θέματα, ώστε όλοι να τον αισθάνονται δικό τους, αδιάφορα προς τις ιδέες που τους χωρίζουν.
— Ναι, προσπαθώ, μου αποκρίνεται, χαμηλώνοντας τα βλέφαρα με συστολή.
Στιγμή που αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ξαναφιλήσω.
Έχει φέρει, από τη μέρα της άφιξής του, μια ομάδα μορφωμένων κι ανεπίληπτων κληρικών, νεαρών, ως επί το πλείστον. Τους διάλεξε με προσοχή, βασισμένος σ’ ευαγγελικά κριτήρια, ως προς το βίο και το φρόνημά τους.
Είναι λοιπόν και στην πράξη αποδοτικός. Μ’ αυτή την ολιγάριθμη αδελφότητα γύρω του, που εγκαταβιώνει στο μητροπολιτικό κατάλυμα, κάνοντας και το νοικοκυριό, αποσκοπεί να επεκτείνει και να υψώσει ποιοτικά το ποιμαντικό έργο στην πόλη και την ύπαιθρο. Στην πόλη, όπως διαπίστωσα με χαρά, αξιώθηκε να βρει ένα εφημεριακό σώμα με υψηλή στάθμη κι ονόματα ακηλίδωτα.
Έχω τώρα πρόχειρα δυο απ’ αυτά τα ονόματα. Τον παπα-Δημήτρη, λειτουργό στην «Παναγία των Ξένων», την πατρογονική μου ενορία. Και τον άλλο παπα-Δημήτρη, στον καθεδρικό του Άη Χαράλαμπου. Είναι παντρεμένοι. Έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο. Δεν τους λείπει η «έξωθεν καλή μαρτυρία». Ο κόσμος τους επαινεί, έχοντάς τους ψηλά.
Η Πρέβεζα, σήμερα, είναι πολύ πιο όμορφη από άλλοτε. Σαν τοπίο, βέβαια, όπως πάντα, σμαραγδένια στη στεριά, ζαφείρι στη θάλασσα. Αλλά εξελιγμένο, με καλή αισθητική γραμμή, οικοδομικά, αστικό κέντρο. Και σαν Εκκλησία, μ’ επίπεδο, από άποψη φωτισμού κι απήχησης, αισθητά ανεβασμένη. Στολίδι της κορυφωματικό, ο Μελέτιος.»
Β.
Μουστάκη, «Η καρδιά μου γυμνή»
Εκδ.
Αρμός, σελ. 272-273
Σκέφτηκα ότι η επικείμενη εορτή του αγίου Μελετίου, είναι επίκαιρη αφορμή αναζωπύρησης στη μνήμη των συμπολιτών, του προσώπου του πατρός Μελετίου.
Ας τον παρακαλέσουμε να προσεύχεται στον Χριστό, για τον διάδοχό του επίσκοπό μας Χρυσόστομο, για τους κληρικούς, για τον συμφοιτητή του κ. Μιχάλη Αυδίκο και όλους τους χριστιανούς της Μητροπόλεώς.
Την ευχή του να έχουμε
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου