Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας; (Δ΄ μέρος) - π. Βασίλειος Θερμός

Τι διδάσκουν οι Πατέρες σχετικά με την απαγγελία των ευχών της Λειτουργίας;  

Δ΄ μέρος

π. Βασίλειος Θερμός

5. Οι αντιρρησίες δεν κατανοούν τις πηγές - Παρά τις προθέσεις τους, ταυτίζονται με αιρετικούς και ρωμαιοκαθολικούς


Όπως έπραξα και στις προηγούμενες συνέχειες, αρχίζω από τα σχόλια. Ένα από αυτά διερωτάται γιατί επικαλούμαστε τον «ψευδοδιονύσιο».

Η θεολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι συγγραφέας των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων δεν είναι ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Προσωπικά εγώ δεν τον αποκάλεσα ποτέ ψευδοδιονύσιο, αλλά παραπέμπω ενίοτε στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα. Αποτελούν πηγή πολύτιμων πληροφοριών. Συγκεκριμένα, είναι εντυπωσιακό πώς ένα κείμενο του 5ου αιώνα ονομάζει τους πιστούς «πανίερους»! Λόγω του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, βέβαια. Αυτό το στοιχείο δίνει ισχυρό ράπισμα στον κληρικαλισμό που μας έχει κατακλύσει και που εμποδίζει τους πανίερους ακούν τα ιερατικά λόγια.

Θεωρώ πονηρές και απαράδεκτες τις βολές κατά του Τρεμπέλα. Είναι πασίγνωστο ότι δεν είχε κατανοήσει ορθά τον Ορθόδοξο μοναχισμό, όπως εν γένει οι οργανώσεις τότε. Αυτή η αδυναμία του είναι παντελώς άσχετη με τα ορθά του συμπεράσματα από τα χειρόγραφα. Τουλάχιστον γνώριζε ανάγνωση! Το να τον βγάζουμε άχρηστο σε όλα εκθέτει μόνο τους κατήγορους για απόγνωση λόγω φτώχειας επιχειρημάτων.

Άλλος ερωτά γιατί ο Βαρβερινός κώδικας (τέλη 8ου αιώνα, αρχές 9ου) περιέχει την οδηγία «μυστικώς» για τον ιερέα.

Διέτρεξα το αρχαίο αυτό χειρόγραφο (στην έκδοση των Parenti και Velkovska, 1995) και διαπίστωσα πως η περίπτωσή του ενισχύει ακόμη περισσότερο τα επιχειρήματά μου. Συγκεκριμένα παρατηρούμε τα εξής:

Α) Στην Λειτουργία του Μ. Βασιλείου από τις 17 ευχές μόνο σε 1 αναφέρεται η ένδειξη «μυστικώς». Στην Λειτουργία του Αγ. Χρυσοστόμου από τις 16 η λέξη υπάρχει μόνο στις 6. Στην κατάληξη όλων αναγράφεται η ένδειξη «εκφώνησις», το οποίο σημαίνει εντονότερη και εμμελή φωνή.

Β) Στις ευχές του Εσπερινού και του Όρθρου δεν αναφέρεται πουθενά η οδηγία «μυστικώς». Και όμως όλοι γνωρίζουμε ότι σήμερα αυτές δεν ακούγονται εις επήκοον αλλά διαβάζονται από μόνο τον ιερέα. Η ένδειξη δεν υπάρχει ούτε στην ευχή της κεφαλοκλισίας (!), η οποία δυστυχώς σήμερα από τους περισσότερους ιερείς αποσιωπάται.

Γ) Σε αμφότερες τις Λειτουργίες η ένδειξη «μυστικώς» δεν αναφέρεται ούτε στην ευχή του Χερουβικού ύμνου την οποία ο λειτουργός διαβάζει «υπέρ εαυτού»! Όλοι γνωρίζουμε, βέβαια, ότι ορθά αυτή διαβάζεται σιωπηρά και δεν την ακούει το εκκλησίασμα.

Δ) Σε αμφότερες τις Λειτουργίες ο Χερουβικός ύμνος ονομάζεται «μυστικός» ύμνος!

Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο Βαρβερινός κώδικας εναρμονίζεται με την προ αυτού παράδοση και νοοτροπία, κατά την οποία το «μυστικώς» δεν αναφέρεται στον τρόπο απαγγελίας. Όπως είχα γράψει και στο α’ μέρος, ο όρος δηλώνει έναν μυσταγωγικό τρόπο απαγγελίας – εδώ, μάλιστα έχουμε και αντίστοιχη προτροπή για μυσταγωγική μελώδηση του Χερουβικού.

Τόσο οι πατερικές όσο και οι χειρόγραφες μαρτυρίες κομίζουν ένα εντελώς άλλο νόημα από εκείνο το οποίο οι αντιρρησίες εκλαμβάνουν. Μάλιστα ο καθηγητής Γ. Φίλιας αναφέρει και ένα χειρόγραφο στο οποίο υπάρχει η ένδειξη «εκφωνεί μυστικώς»![1] Αν το «μυστικώς» σήμαινε «σιωπηρώς» θα υπήρχε πλήρης σύγχυση και αντίφαση.

Καταλήγω: Οι αντιρρησίες, ή θα βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στην κατανόηση κειμένου, ή θα αρχίσουν από αύριο να απαγγέλλουν σιωπηλά όσες ευχές φέρουν το «μυστικώς» και εις επήκοον όλες τις υπόλοιπες, περιλαμβανομένου Όρθρου και Εσπερινού, αν θέλουν να είναι συνεπείς προς εαυτούς!

Το συμπέρασμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι από σήμερα κιόλας πρέπει να σταματήσει η χρήση της λέξης «μυστικώς» για να δηλώσει ό,τι δεν ακούγεται. Καιρός είναι να αποτινάξουμε από πάνω μας το δυσβάστακτο και παραπλανητικό αυτό βάρος και να αντικατασταθή από το «σιωπηρώς». Έτσι το σκηνικό στην Λειτουργία, στον Εσπερινό, και στον Όρθρο τροποποιείται ως εξής: «χαμηλοφώνως» εις επήκοον (συνεργούντος και του μικροφώνου) και «εκφώνως» οι δοξολογικές καταλήξεις τους.

                                                 *

Η μεγαλύτερη χαρά των αντιρρησιών έγκειται στο να αισθάνονται ακραιφνείς Ορθόδοξοι, ρίπτοντας τους αντίθετους στον καιάδα που φιλοξενεί νεωτεριστές, μοντέρνους, εκκοσμικευμένους κτλ. Ήλθε λοιπόν η ώρα να φανερωθή η πραγματικότητα…

Παράλληλα πρός τούς πρακτικούς λόγους πού ἀναφέραμε ἤδη, οι οποίοι οδήγησαν σε διωγμό των ευχών, υφίσταται και μια άλλη επίδραση που αλλοίωσε την υγιά πρακτική. Βαθμιαῖα ἀρχίζει ἀπό τη βορειοανατολική Συρία ἡ σιωπηρή ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν – μάλιστα, ο Νεστοριανός συγγραφέας Ναρσής (+502 ἤ 503) γίνεται λεπτομερής και σαφής:

«Ο ιερέας λειτουργεί κατ’ ιδίαν εντός του θυσιαστηρίου… Ο λαός επισφραγίζει τις ευχές του ιερέως με το ‘Αμήν’ [σημ= τουλάχιστον αυτό το διατήρησε ακόμη και αυτός!] και μετέχει με τις ευχές δια μέσου της λέξεως αυτής… Ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα παρακολουθεί με σιωπή και όλοι προσεύχονται ενθέρμως, αλλά ενδομύχως… Όποιος προσεύχεται, ας προσεύχεται με την καρδιά και όχι με τα χείλη, ας ζητά το έλεος του Θεού με το νου και όχι με τη γλώσσα… Ο ιερεύς ανοίγει το στόμα του και λέγει μυστικώς τα ακόλουθα στον Θεό ως συνήθως [σημ= ακολουθεί η ευχή της Αναφοράς!]».[2]

Ο συριακός όρος beraza σημαίνει ιδιωτικά: ο ιερέας αναγινώσκει την ευχή κατά τρόπο προσωπικό. Η Νεστοριανική αυτή τακτική επεκράτησε και στην υπόλοιπη Συρία και φαίνεται να επηρέασε και Ορθοδόξους, αφού η Νεαρά του Ιουστινιανού ήλθε  σύντομα μετά τον θάνατο του Ναρσή.

Αλλά δεν πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση αλλόδοξων επιδράσεων. Δια μέσου των αιώνων στην μεσαιωνική Δύση μετά το σχίσμα αναπτύχθηκε μια λατρεία η οποία προέτρεπε προς αναδίπλωση του πιστού καθ’ εαυτόν. Σταδιακά (και εδώ είναι προφανές ότι διαδραμάτισε καίρια σημασία ο ρωμαιοκαθολικός κληρικαλισμός) σχηματίσθηκε η εικόνα ότι ο λειτουργός προφέρει τα λόγια και προσφέρει τη θυσία, ενώ ο λαϊκός καλείται να προσεύχεται ενδόμυχα.

Ο Τρεμπέλας υπήρξε λίαν διαφωτιστικός επ’ αυτού:

«Ἡ εὐσέβεια ἐξ ἄλλου [ρωμαιοκαθολικών] λειτουργῶν τινων, σπουδαζόντων ἵνα καθ’ ἑκάστην προσφέρωσι τήν θείαν εὐχαριστίαν, καί εὑρισκομένων διά τοῦτο ὑπό περιστάσεις τοιαύτας ὥστε μόνοι ἄνευ ἄλλου τινός συνοδοῦ ἤ συμμετέχοντος νά λειτουργῶσι, διηκόλυνε τήν ἐπικράτησιν τῶν λεγομένων μυστικῶν ἤ χαμηλῇ τῇ φωνῇ τελουμένων λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι παρέμειναν ὅλως ἄγνωστοι εἰς τήν ἀνατολικήν ἐκκλησίαν... Αἱ μυστικαί αὗται λειτουργίαι κατέστησαν σύν τῷ χρόνῳ προσφιλεῖς εἰς τόν θρησκεύοντα λαόν, οὐ μόνον διά τήν συντομίαν αὐτῶν, ἀλλά καί διότι παρεῖχον τήν δυνατότητα εἰς τούς παρισταμένους κατ’ αὐτήν πιστούς να αὐτοσυγκεντρωθῶσιν ἐν ἀφοσιώσει, μεμονωμένως εἷς ἕκαστος χρησιμοποιῶν διά τῆς διανοίας εἰς τήν ἰδίαν αὐτοῦ γλῶσσαν συντεταγμένας προσευχάς, δι’ ὧν ἤδη εἶχον ἀντικαταστήσει εἰς βιβλία προσευχῶν τάς εἰς τήν λατινικήν ἀκατανοήτους εὐχάς τῆς λειτουργίας, και προσφέρων οὕτω κατ’ ἰδίαν τήν προσωπικήν λατρείαν αὐτοῦ πρός τόν Κύριον».[3]

Με άλλα λόγια, η ἀναδίπλωση στόν ἑαυτό θεωρήθηκε περισσότερο εὐλαβής στάση ἀπό τήν ενεργό συμμετοχή στην κοινή Λατρεία. Κάτι γνώριμο μᾶς θυμίζει αὐτό!

«Ἡ παλαιά συσσωματωμένη λατρεία, ἡ ὑπό τοῦ ὅλου σώματος τῆς ἐκκλησίας προσφερομένη, μετέπεσεν εἰς ἁπλῆν ἑστίαν συγκεντρώσεως δι’ ὑποκειμενικήν ἀφοσίωσιν ἑκάστου ἐπί μέρους λάτρου ἐν τῇ μονώσει τῆς διανοίας αὐτοῦ. Αὐτή δέ ἡ κατ’ ἰδίαν καί ἐν μονώσει λατρευτική πρᾶξις ἤρχισε νά φαίνεται εἰς τούς θρησκεύοντας ὡς σπουδαιοτέρα τῆς κοινῆς και ἐν σώματι λατρείας, τῆς ἐν συμφωνίᾳ πάντων τῶν πιστῶν, “ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ” δοξαζόντων “το πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομα” τοῦ Κυρίου προσφερομένης... Τό μέρος ὅπερ οἱ λαϊκοί ἐλάμβανον εἰς τήν ὁμαδικήν ταύτην λατρείαν τῆς ἐκκλησίας κατ’ ἀρχάς, ἀπό τοῦ τελεῖν καί ποιεῖν περιωρίσθη εἰς το βλέπειν μόνον καί ἀκούειν τήν εὐχαριστίαν, εἶτα δε κατέληξεν εἰς τό περισυλλέγεσθαι εἰς ἑαυτόν καί μελετᾶν καί συναισθάνεσθαι. Κατήντησε μάλιστα νά νομίζουν, ὅτι τό ὑπέρ ἐκ περισσοῦ βλέπειν (τό τελετουργικόν) καί ἀκούειν (τό μουσικόν μέρος τῆς λατρείας) καθίσταντο ἐμπόδια εἰς τήν περισυλλογήν καί εἰς το νοερῶς προσεύχεσθαι καί εἰς κατάνυξιν ἄγεσθαι».[4]

Βλέπουμε πανηγυρικά ενώπιόν μας την σύγκλιση των πλανών, Νεστοριανών, Ρωμαιοκαθολικών, και τινων εμμονικών Ορθοδόξων. Δεν συμπλέουν απλώς – είναι το σκεπτικό τους που ταυτίζεται! Ίσως αυτά τα στοιχεία να πείσουν τους καλοπροαίρετους πως οι αντιρρησίες έχουν εισέλθει σε αποκλίνουσες και επικίνδυνες ατραπούς…

                                                                *

Ἐν τῷ μεταξύ ἡ νόσος εἶναι πάντοτε δύσκολο νά διαγνωσθῆ ἄν ἔχη περιβληθῆ τό ἔνδυμα τῆς εὐσεβείας. Τότε επιστρατεύεται ένα συναισθηματικό λεξιλόγιο προκειμένου να στοχεύσει στο θυμικό των αναγνωστών.

Ἡ εὐσέβεια περί την Λατρεία, ἄν εἶναι «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν», μᾶς στερεῖ την διαύγεια νά διακρίνουμε ὅτι βιώνουμε σοβαρή ἐκκλησιολογική κρίση γιά τήν ὁποία ἀπαιτεῖται συλλογική μετάνοια καί δράση μέ περίσκεψη. Προφητικά ο Σμέμαν έγραφε εδώ: «Αὐτό πού χρειάζεται δέν εἶναι μόνο λειτουργική εὐσέβεια. Ἀντίθετα, ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἐχθρούς τῆς Λειτουργίας εἶναι ἡ λειτουργική εὐσέβεια. Ἡ Λειτουργία δέν εἶναι γιά νά θεωρῆται ὡς μια αἰσθητική ἐμπειρία ἤ μιά θεραπευτική ἄσκηση. Ἡ μοναδική λειτουργικότητά της εἶναι νά ἀποκαλύπτη τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ».[5]

Κάθε εκκλησιολογική κρίση αντανακλάται και γίνεται φανερή και στον τρόπο της Λατρείας. Λογικό: η Εκκλησία συγκροτείται ως Σώμα στην Λατρεία της. Αποτελεί χρέος να διορθώσουν τη Λατρεία για να συμβάλουν στην συν τω χρόνω αποκατάσταση της ορθής εκκλησιολογίας στις συνειδήσεις. Αυτό όμως απαιτεί θάρρος και αποφασιστικότητα – θα πραγματοποιηθή μόνο «ἄν οἱ ἔχοντες τήν εὐθύνη τῆς λειτουργικῆς τάξεως στήν Ἐκκλησία (ἀλλά καί τήν γνώση γιά νά καταδεικνύουν αὐτή τήν τάξη) ἀποφασίσουν νά ὑποστοῦν τήν ὀξύτητα τῶν γνωστῶν εὐσεβοφανῶν καί ἐξ ἡμιμαθείας προερχομένων ἀντιδράσεων».[6]

                                               *

Καιρός επίσης να πάρει τέλος το παραμύθι περί οργανωσιακής τακτικής. Η τότε «Ζωή» (μετέπειτα και ο «Σωτήρ») κατέληξε στην απαγγελία ευχών εις επήκοον επειδή συνέβη να περιλαμβάνει στους κόλπους της τον Τρεμπέλα, ερευνητή χειρογράφων πηγών. Ενδεχομένως να έχουμε διάφορα αρνητικά να τους καταμαρτυρήσουμε, αλλά το λατρευτικό σκεπτικό τους δεν έχει καμία σχέση με τα ευσεβιστικά χαρακτηριστικά τους – αντλούσε από την αναβάθμιση της θέσης των λαϊκών την οποία εν γένει πρέσβευαν. Τα σωστά και τα λάθη δεν ανήκουν μονόπλευρα σε μία μόνο πλευρά, αλλά κατανέμονται ποικίλως. Δυστυχώς η άγνοια, αλλά και η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του σύγχρονου μοναχισμού, συνετέλεσαν στο να διαδίδουν την αποσιώπηση των ευχών υπό το ένδυμα της δήθεν Ορθοδοξίας. Βαρύτατη σύγχυση επικρατεί. Πολλά μοναστήρια μας αποπνέουν χειρότερη οργανωσιακή αντίληψη από την παλιά, δυσίατη πλέον αφού βαυκαλίζονται ότι εκφράζουν την ακραιφνή Ορθοδοξία…

Γράφει ο Φουντούλης επ’ αυτού: «(Οἱ Κολλυβάδες) μοναχοί αὐτοί καί ἀσκητές, θρεμμένοι καί ζυμωμένοι μέσα στήν ἀείποτε ζωντανή μοναχική παράδοση καί τάξη, σημείωσαν τήν ἀφετηρία ἀνανεωτικῆς προσπαθείας στήν λατρευτική μας παράδοση, πού οἱ διαστάσεις της δέν ἔχουν ἀκόμη ἀποτιμηθῆ... τῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ... Καί ὅλα αὐτά ὄχι ὡς γεννήματα ἀλλοτρίων προβληματισμῶν ἤ τῆς λειτουργικῆς κινήσεως τῆς Δύσεως ἤ τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ, ἀλλά ὡς ἀπαύγασμα λιπαρᾶς μελέτης τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί μετοχῆς στή ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὡς ἐκ τούτου ἔντονης ἀγωνίας περί τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος τῆς λειτουργικῆς μας πράξεως καί παραδόσεως... Καί ἡμεῖς σήμερα τούς ἀναγνωρίζουμε και τούς τιμοῦμε ὡς πρωτοπόρους τῆς λειτουργικῆς ἀνανεώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὄχι μόνον γιά το τί ἔκαναν καί τί ἐπέτυχαν, ἀλλά προπαντός γιά τό πῶς τό θεμελίωσαν, στηρίζοντας τήν προσπάθειά τους στήν ἀκλόνητη βάση καί πηγή τῆς μελέτης ἀξιοποιήσεως τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ὅπως ἐκφράζεται στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας καί ὅπως γνήσια βιώθηκε στή λατρευτική ζωή καί πρᾶξη τῆς Ἐκκλησίας».[7]

Και προχωρεί προτάσεις, εκφράζοντας το αυτονόητο αίτημα να μην καταστή η Εκκλησία όμηρος των ανίδεων και των φανατικών:

«Νά κινῆται (ἡ Ἐκκλησία) μέ περίσκεψη και βραδύτητα καί τοῦτο ἀπό φόβο σκανδαλισμοῦ τῶν ἀσθενεστέρων μελῶν της, τά ὁποῖα εἶναι ἰδιαιτέρως εὐαίσθητα στά θέματα τῶν λειτουργικῶν ἀλλαγῶν. Ὁ φόβος τοῦ μείζονος κακοῦ ἀπό τήν ὠφέλεια πού θα προκύψη εἶναι ἀσφαλῶς ὑπολογίσιμος, δέν εἶναι ὅμως νοητό νά ἀποβῆ ἀνασταλτικός παράγων κάθε προόδου στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας... Ἡ ἐλπίδα δεν ἀπολείπει ὅτι τά πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας θά μάθουν νά σέβωνται τήν Ἐκκλησία καί τά πιστά και ὑπεύθυνα ὄργανά της καί νά μή θέτουν τούς ἑαυτούς των κριτήριο Ὀρθοδοξίας ὑπερκείμενο πάσης ἀρχῆς καί ἐξουσίας καί αὐτῶν τῶν πατέρων καί τῶν συνόδων, ἤ νά οἰκοδομοῦν τήν ὑποκειμενική τους ὀρθοδοξία ἐπισημαίνοντας τίς αἱρέσεις καί τά ἀτοπήματα τῶν «λοιπῶν ἀνθρώπων», κατά τόν τύπο τῶν εὐσεβῶν Ἰουδαίων τοῦ Εὐαγγελίου».[8]

Και καταλήγει, χωρίς να «μασάει» τα λόγια του:

«Οι βαρύγδουπες και ευσεβοφανείς εκφράσεις περί αναλλοιώτων λειτουργικών μορφών, στατικών και αμετακινήτων, δεν μας καλύπτουν… Υπάρχουν περιπτώσεις στη λειτουργική μας τάξη απομακρύνσεως από την αληθινή παράδοση ή και αντιστροφής των όρων – η μη παράδοση να θεωρείται παράδοση και η παράδοση να θεωρείται μη παράδοση. Το νέο, και ενίοτε νόθο και εσφαλμένο, να εκλαμβάνεται ως αρχαίο και παραδοσιακό και το αρχαίο και ορθό να αντιμετωπίζεται ως εσφαλμένο και απορριπτέο».[9]

Επ’ αυτού μας καθοδηγεί και ο Φίλιας:

«Η εκκλησιαστική γνησιότητα υπόκειται – σε κάποιες εποχές – σε αλλοίωση. Η ανανέωση της παραδόσεως, επομένως, αποτελεί κίνηση επιστροφής προς την εκκλησιαστική αυθεντικότητα και αποκατάσταση της συνέχειάς της… Η Εκκλησία επιζητεί την ανανέωση όχι υπό την παράμετρο του χρόνου, αλλά υπό την παράμετρο της αυτοσυνειδησίας της. Δεν αναδεικνύει την ανάγκη ανανεώσεως διότι έχει διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρώτη ισχύ της παραδόσεώς της, αλλά όταν συνειδητοποιεί ότι διασπάστηκε η ιστορική συνέχεια της γνησιότητας των επιμέρους πτυχών της παραδόσεως. Υπό την έννοια αυτή, το ‘νέο’ το οποίο επιφέρει η όποια ανανέωση, αποτελεί στην ουσία κατάφαση του παλαιού».[10]

                                                              *

Εδώ έλαβε τέλος η σύντομη αυτή περιδιάβαση στην παράδοσή μας. Στο βιβλίο Το ξεχασμένο Μυστήριο υπάρχει πλήθος άλλων αναφορών, καθώς και πατερικού υλικού το οποίο δικαιώνει την συμψαλμωδία και συναπαγγελία όλου του πληρώματος.

Ζητώ συγγνώμη από όσους ενδεχομένως ενοχλήθηκαν από κάποιες εκφράσεις μου. Η κούραση και ενόχληση που έδειξα σε κάποια σημεία οφείλεται, από τη μια στην εκτεταμένη άγνοια, και από την άλλη στην αποκαρδιωτική ελαφρότητα με την οποία εκφράζονται οι προσωπικές γνώμες. Προφανώς, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να διαβάζει συγκεκριμένα βιβλία. Στην περίπτωση αυτή, όμως, δεν δικαιούται να λαμβάνει θέση δημοσίως.

Εγώ δεν είμαι λειτουργιολόγος αλλά και οι αντιρρησίες και εγώ απαιτείται να σεβόμαστε τον μόχθο ανθρώπων που ανάλωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για να φέρουν στο φως την καταχωσμένη από τα μπάζα των αιώνων αλήθεια. Αποτελεί, το λιγότερο, ασέβεια, και προς τους Πατέρες και προς τους σύγχρονους ερευνητές να αποφαινόμαστε για θέματα που δεν κατανοούμε, με βιαστικές, επιφανειακές, και τελικά καφενειακού τύπου δηλώσεις. Είτε εκφράζοντας αυθαίρετα μια προσωπική γνώμη είτε αρπάζοντας μια λέξη ή φράση για να στηρίξουμε επ’ αυτής την προτίμηση ή την προκατάληψή μας.

Αδελφικά θα συμβούλευα τους πιο επιφυλακτικούς πιστούς να αποβάλουν την στεγνή και νομική στάση τους, η οποία τους ωθεί να αρπάζουν ένα μεμονωμένο στοιχείο, το οποίο δεν κατανοούν ορθά, κραδαίνοντάς το κατόπιν ως λάφυρο. «Μέτρησα περισσότερες παραπομπές σε σύγχρονους και λιγότερες σε Πατέρες», λέει ο ένας. «Οικουμενική Σύνοδος επικύρωσε τους κανόνες της εν Λαοδικεία συνόδου» επαναλαμβάνει ο άλλος μονότονα, παραμένοντας «ωσεί κωφοί» προς οτιδήποτε επιχείρημα προβάλλεται. Εν ολίγοις, παραμένουμε στο τσόφλι και αποστρέφουμε το βλέμμα από το περιεχόμενο.

Είναι απλό - η εν Λαοδικεία σύνοδος δεν θέσπισε τίποτε ως προς τον τρόπο απαγγελίας των ευχών και δεν ανέπτυξε σκεπτικό, το γιατί. Περιγράφει άγνωστο σε εμάς τύπο Λειτουργίας, οπότε αγνοούμε ποια ήταν η ευχή η οποία απαγγελλόταν σιωπηρά. Υπόθεσή μου: ίσως να ήταν η αντίστοιχη ευχή με την σύγχρονη του Χερουβικού ύμνου, την οποία ο λειτουργός διάβαζε καθ εαυτόν. Και εν πάση περιπτώσει, όσοι θέλουν να παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτή, ας λέγουν όλες τις ευχές, πλην μιας, εις επήκοον!

                                                         *

Η αποσιώπηση των ευχών δημιουργεί επικάλυψη των λόγων. Αλλά δεν είναι νοητό να εκφέρονται παράλληλα λόγια στη Λατρεία ταυτόχρονα. Ό,τι λέει ο ένας, λειτουργός ή ψάλτης, αφορά σε όλους και ακούγεται από όλους. Ο μέγας Χρυσόστομος, ο οποίος συνδύασε εκκλησιολογικό και ευχαριστιακό φρόνημα, μας αφήνει παρακαταθήκη:

«Μία φωνή πρέπει να ακούγεται πάντοτε στην Εκκλησία, αφού είναι ένα σώμα. Γι’ αυτό και μόνο εκείνος που αναγινώσκει ομιλεί. Και αυτός ακόμη που είναι επίσκοπος υπομένει και κάθεται σωπαίνοντας».[11]

Αυτή είναι η Εκκλησία. Όσοι πιστοί, προσέλθωμεν!


Α. μέρος εδώ
Β. μέρος εδώ
Γ. μέρος  εδώ



[1] Γεωργίου Φίλια, Ὁ τρόπος ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν στή λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Γρηγόρη, 1997, σ. 84.
[2] Ό.π., σ. 52-54.
[3] Παναγιώτου Τρεμπέλα, Ἡ Ρωμαϊκή λειτουργική κίνησις καί ἡ πρᾶξις τῆς Ἀνατολῆς, Ἀθῆναι, 1949, σ. 16-17.
[4] Ό.π., σ. 18.
[5] πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ λειτουργική ἀναγέννηση καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εκδ. Σηματωρός, 1989, σ. 130.
[6] Γεωργίου Φίλια, Ἡ εὐχαριστιακή ἀναφορά, «Μελέτες ἱστορίας καί θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας», ἔκδ. Γρηγόρη, 2002, σ. 137.
[7] Ἰωάννου Φουντούλη, Ἡ λειτουργική ἀνανέωση στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία: δυνατότητες καί ἐμπόδια, «Κληρονομία», 1989, τ. 21, σ. 325-334.
[8] Ό.π.
[9] Ἰωάννου Φουντούλη, Τελετουργική προσέγγιση της Θείας Λειτουργίας, «Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Πρακτικά Γ’ Πανελληνίου Λειτουργικού Συμποσίου 2001», εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2004, 153-178. Αναλυτική και εμπεριστατωμένη πραγμάτευση του επίμαχου ζητήματος βρίσκεται στο βιβλίο του αείμνηστου καθηγητή Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τόμος Ε΄, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2003, σ. 187-203. Σταχυολογώ από αυτό την εντυπωσιακά ξεκάθαρη θέση: «Για τους πιστούς δεν υπάρχουν μυστικά ούτε απόκρυφα. Η αποκάλυψη είναι πλήρης και κοινή  για όλα τα βαπτισμένα εν Χριστώ μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Ούτε υπάρχει άλλη θεολογική διδασκαλία για το λαό και άλλη για τον κλήρο».
[10] Γεωργίου Φίλια, Παράδοση και εξέλιξη στη λατρεία της Εκκλησίας, εκδ. Γρηγόρη, 2006, σ. 44. Πρόκειται για πολύ σημαντικό βιβλίο, κατάλληλο και για μη ειδικούς.
[11] Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία 36 εις την Α’ προς Κορινθίους, 7, ΕΠΕ 18Α, 523.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Π. Βασιλειε, ευχαριστούμε ΠΟΛΥ!

Ανώνυμος είπε...

Σεβαστέ π. Βασίλειε άξιζε τον κόπο η θυσία την οποία κάνατε να γράψετε αυτά τα τέσσερα άρθρα, οποία μας φώτισαν, μας ενίσχυσαν, και μας δίδαξαν. Θα σας παρακαλέσω να συνεχίσετε την προσφορά σας... σε όλους μας.
π. Χρήστος Αβραμόπουλος