Ούτος ο Άγιος Θεόδωρος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου, καταγόμενος μεν από τα Ευχάϊτα, τα οποία κοινώς λέγονται Εφλεέμ, ευρισκόμενα εν τη Γαλατία, κατοικών δε εις την Ηράκλειαν, την ευρισκομένην κατά την Μαύρην Θάλασσαν. Ούτος λοιπόν υπερέβαλε τους πολλούς, τόσον κατά το κάλλος της ψυχής και την ευμορφίαν του σώματος, όσον και κατά την δύναμιν των λόγων, δια τούτο και όλοι εφιλοτιμούντο να αποκτήσουν την φιλίαν του. Δια τούτο και ο βασιλεύς Λικίνιος, πολλήν επιμέλειαν και φροντίδα είχε να συνομιλήση με αυτόν, και με όλον οπού ήκουσεν, ότι ήτον Χριστιανός, και ότι σιγχαίνεται και μισεί τους λεγομένους παρά των Ελλήνων και παρ’ αυτού του ιδίου θεούς.
Όθεν τούτου χάριν απέστειλεν από την Νικομήδειαν
επίτηδες μερικούς οφφικιάλους εδικούς του, τους οποίους επρόσταξε να φέρουν τον
Άγιον με τιμήν εις αυτόν. Επειδή δε ο Άγιος Θεόδωρος εμήνυσε με τους ιδίους
απεσταλμένους εις τον βασιλέα, ότι αυτός ο ίδιος πρέπει καλλίτερα να υπάγη εις
την Ηράκλειαν, ομού με τους μεγαλιτέρους του θεούς, και δια άλλας αιτίας, και
δια χάριν μερικών υποθέσεων δημοσίων· δια τούτο ευθύς ο βασιλεύς πέρνωντας μαζί
του τους χρυσούς και αργυρούς θεούς του, επήγεν εις την Ηράκλειαν. Ο δε Άγιος
Θεόδωρος επροθυμοποιήθη και ενεδυναμώθη εις το μαρτύριον με οπτασίας
νυκτερινάς, αι οποίαι επέμφθησαν εις αυτόν από τον Θεόν. Όθεν ευθύς οπού
ήκουσεν, ότι ο Λικίνιος επλησίασεν εις τα τείχη της πόλεως, εκάθισεν επάνω εις
άλογον, και επροϋπάντησεν αυτόν μετά τιμής, καθώς έπρεπε.
Ο δε βασιλεύς εμβαίνωντας εις την πόλιν, παρεκάλει
τον Άγιον να θυσιάση εις τους θεούς. Ο δε Μάρτυς εζήτησε να πάρη αυτούς δια να
τους λατρεύση πρώτον εις τον οίκον του. Πέρνωντας δε ο Άγιος τους θεούς, κατά
το μέσον της νυκτός ετζάκισεν αυτούς, και τους εμοίρασεν εις τους πτωχούς. Όταν
δε εξημέρωσεν, είπε Μαξέντιος ο κομενταρήσιος προς τον βασιλέα, ότι είδε το
κεφάλι της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος, οπού το εβάστα ένας πτωχός και το περιέφερεν
εις τους δρόμους. Τότε άρπασαν παρευθύς οι δορυφόροι του βασιλέως τον Άγιον
Θεόδωρον, και πρώτον μεν, εκδύνουσιν αυτόν, και τεντόνουσιν από τα τέσσαρα μέρη
του σώματος. Έπειτα δίδουσι με νεύρα βοδίων, εις μεν την ράχιν του αθλητού
ξυλίας επτακοσίας, εις δε την κοιλίαν του, ξυλίας πεντήκοντα. Τον δε λαιμόν του
Αγίου κτυπώσι με μολυβένας μπάλλας, είτα ξέουσιν αυτόν και με λαμπάδας
καίουσιν, ύστερον δε τρίβουσι τας πληγωμένας και κεκαυμένας σάρκας του με
τούβλα και κεραμίδια. Και έτζι τον ρίπτουσιν εις την φυλακήν, και σφαλίζουσι
τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον, αφίνοντες αυτόν εκεί νηστικόν επτά
ημέρας.
Μετά ταύτα, εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν, και
εκάρφωσαν τας χείρας και πόδας του εις ένα σταυρόν. Έπειτα (ω της θηριώδους
απανθρωπίας!) επέρασαν εις το παιδογόνον και κρύφιον μέλος του Μάρτυρος ένα
περόνι, το οποίον έφθασεν έως μέσα εις τα εντόσθιά του. Εστέκοντο δε και
τριγύρω παιδία, οπού εσαΐτευον τον Άγιον εις το πρόσωπον. Όθεν από τας σαΐτας
εχύθησαν αι κόραι των οφθαλμών του. Άλλοι δε κόπτοντες πλαγίως τα κεκρυμμένα
του μόρια, εξέκοψαν μαζί και τα σπερμογόνα του μέλη. Επειδή δε ο Άγιος έμεινε
την νύκτα εις τον σταυρόν, δια τούτο ενόμισεν ο Λικίνιος, ότι ήδη απέθανεν,
απατάτο όμως ο μάταιος. Διατί ο Άγιος ελύθη εκ των δεσμών από θείον Άγγελον,
και όλος έγινεν υγιής, ψάλλων και ευλογών τον Θεόν. Όταν δε εξημέρωσεν,
έστειλεν ο Λικίνιος ανθρώπους δια να πάρουν το σώμα του και να το ρίψουν εις
την θάλασσαν. Οι δε απεσταλμένοι βλέποντες τον Άγιον ζωντανόν και υγιή,
επίστευσαν εις τον Χριστόν άνθρωποι ογδοηνταπέντε, και μετά ταύτα επίστευσαν
και άλλοι τριακόσιοι, των οποίων ήτον πρώτος ο ανθύπατος Κέστης. Ούτοι γαρ
αποσταλέντες δια να θανατώσουν τους πιστεύσαντας ογδοηνταπέντε, επίστευσαν και
αυτοί.
Βλέπωντας δε ο Λικίνιος, πως ήτον η πόλις
τεταραγμένη, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν τον Άγιον. Χριστιανοί δε πολλοί εκεί
ευρισκόμενοι, εμπόδιζον τους στρατιώτας. Αλλ’ ο Άγιος μόλις καταπαύσας τους
Χριστιανούς, απεκεφαλίσθη, και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον
στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον ανεκομίσθη από την Ηράκλειαν εις τα
Ευχάϊτα, και ετέθη εις τον πατρικόν αυτού οίκον, καθώς ο Μάρτυς επρόσταξε περί
τούτου τον ταχυγράφον του Αύγαρον. Ο οποίος παρών εις το μαρτύριόν του, έγραψε
τας κατά μέρος ερωτήσεις και αποκρίσεις του Αγίου, και τα διάφορα είδη των
βασάνων οπού έλαβε, και τας παρά Θεού βοηθείας και αντιλήψεις, οπού ηξιώθη.
Άγιος Νικόδημος
Αγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου