Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Δεν ήμουν μόνος

 Όταν κοίταξα τη μαγνητική, κατάλαβα.
Δεν υπήρχε «καλή επιλογή».
Μόνο ευθύνη.
 
Σαράντα χρόνια χειρουργός.
Έμαθα να πιστεύω στη γνώση, στην ακρίβεια, στα χέρια.
Όχι στα μεγάλα λόγια.
 
Η ασθενής ήταν 27 ετών.
Γυναίκα της διπλανής πόρτας.
Δούλευε σε μικρή ταβέρνα της γειτονιάς, σε βάρδιες.
Μητέρα μόνη της.
Ζούσε μετρώντας ώρες, λογαριασμούς και αντοχές.
 
Κατέρρευσε ξαφνικά.
Στη μέση μιας πρότασης.
Στη μέση μιας ζωής ήδη βαριάς.
 
Το ανεύρυσμα ήταν τεράστιο.
Σε σημείο «απαγορευμένο».
«Δεν χειρουργείται», είπαν.
«Αν μπεις, τη χάνεις. Αν δεν μπεις, μπορεί να σπάσει».
 
Και έξω, στην αίθουσα αναμονής, η κόρη της.
Τεσσάρων, ίσως πέντε ετών.
Με ένα παλιό μπλοκ ζωγραφικής στα γόνατα.
Τα πόδια δεν έφταναν στο πάτωμα.
Δεν ρωτούσε τίποτα.
Περίμενε.
 
Εκεί κατάλαβα πως, αν αυτή η γυναίκα χανόταν,
δεν θα χανόταν μόνο μια ζωή.
Για το παιδί θα γκρεμιζόταν ολόκληρο σπίτι.
 
Δεν είμαι άνθρωπος που μιλά συχνά για πίστη.
Όμως στο συρτάρι μου υπάρχει μια μικρή εικόνα.
Όχι για επίδειξη.
Για υπενθύμιση.
 
Ότι όσο κι αν μάθεις,
όσο ψηλά κι αν φτάσεις,
υπάρχουν στιγμές που δεν κρατάς εσύ τα πάντα.
 
Ακούμπησα το χέρι μου στον φάκελό της
και είπα χαμηλόφωνα:
«Θεέ μου, εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ.
Αλλά κράτα εσύ τα χέρια μου σταθερά».
 
Στο χειρουργείο δεν έγινε θόρυβος.
Έγινε σιωπή.
Μια σιωπή γεμάτη παρουσία.
 
Τα χέρια μου δεν έτρεμαν.
Σαν να στηρίζονταν.
 
Η μητέρα έζησε.
Και το παιδί δεν έμεινε μόνο.
 
Όταν με ευχαρίστησαν, είπα μόνο:
«Δεν ήμουν μόνος».
 
Γιατί εκείνη τη μέρα, στην αίθουσα,
η επιστήμη έκανε το καθήκον της.
Αλλά η πίστη
κράτησε τα χέρια.
 
Μικρές ιστορίες. 
By web

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μακάρι να είναι αλήθεια