Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Ταραχές στη Μινεάπολη και η ενθύμηση μιας ιστορικής ήττας της Ουνίας - π. Δημητρίου Τσουρού

 

Τα­ρα­χές στη Μι­νε­ά­πο­λη και η εν­θύ­μη­ση 
μι­ας ι­στο­ρι­κής ήτ­τας της Ου­νί­ας

 π. Δη­μη­τρί­ου Τσου­ρού

Πριν λί­γο και­ρό, η Μι­νε­ά­πο­λη βρέ­θη­κε στο ε­πί­κεν­τρο της ε­πι­και­ρό­τη­τας λό­γω της δρα­μα­τι­κό­τη­τας των κοι­νω­νι­κών της εν­τά­σε­ων. Ω­στό­σο, στο πα­ρελ­θόν η πό­λη αυ­τή α­πο­τέ­λε­σε το πε­δί­ο μι­ας άλ­λης, λι­γό­τε­ρο θο­ρυ­βώ­δους αλ­λά ε­ξαι­ρε­τι­κά κα­θο­ρι­στι­κής σύγ­κρου­σης. Πριν α­πό πε­ρί­που 135 χρό­νι­α, στους ί­δι­ους δρό­μους και στις ί­δι­ες συ­νοι­κί­ες, δι­α­κυ­βευ­ό­ταν ό­χι η δη­μό­σι­α τά­ξη, αλ­λά η πνευ­μα­τι­κή ταυ­τό­τη­τα ε­κα­τον­τά­δων με­τα­να­στών. Ε­κεί γεν­νή­θη­κε έ­να κί­νη­μα ε­πι­στρο­φής στην Ορ­θο­δο­ξί­α, το ο­ποί­ο έ­μελ­λε, τις ε­πό­με­νες δε­κα­ε­τί­ες, να ση­μα­δέ­ψει κα­θο­ρι­στι­κά την Ορ­θό­δο­ξη πα­ρου­σί­α στο «Νέ­ο Κό­σμο».

Η μα­ζι­κή με­τα­νά­στευ­ση των Καρ­πα­θο­ρώ­σων

Στα τέ­λη του 19ου αι­ώ­να, οι Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες υ­πο­δέ­χθη­καν μα­ζι­κά ε­κα­τομ­μύ­ρι­α με­τα­νά­στες α­πό την Κεν­τρι­κή και την Α­να­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη. Α­νά­με­σά τους συγ­κα­τα­λέ­γον­ταν πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ε­κα­τό χι­λι­ά­δες Καρ­πα­θο­ρώ­σοι (Carpatho-Rusyns), σλα­βι­κοί πλη­θυ­σμοί της Αυ­στρο­ουγ­γρι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, προ­ερ­χό­με­νοι α­πό χω­ρι­ά των Καρ­πα­θί­ων Ο­ρέ­ων και τις γύ­ρω πε­ρι­ο­χές —ε­κτά­σεις που σή­με­ρα α­νή­κουν στην Τσε­χί­α, τη Σλο­βα­κί­α, την Ουγ­γα­ρί­α, την Πο­λω­νί­α, την Ου­κρα­νί­α και τη Ρου­μα­νί­α. Οι Καρ­πα­θο­ρώ­σοι (γνω­στοί ε­πί­σης ως Ρου­θη­νοί, Ρου­σί­νοι ή Γα­λι­κι­α­νοί) μι­λού­σαν μι­α σλα­βι­κή δι­ά­λε­κτο με ι­σχυ­ρά στοι­χεί­α της πα­λαι­οσ­λα­βο­νι­κής γλώσ­σας και αρ­κε­τοί α­πό αυ­τούς αν­τι­λαμ­βά­νον­ταν τους ε­αυ­τούς τους ως μέ­λη ε­νός ευ­ρύ­τε­ρου ρω­σι­κού πο­λι­τι­σμι­κού κό­σμου, πα­ρό­τι δι­α­χρο­νι­κά βρί­σκον­ταν ε­κτός των ο­ρί­ων ρω­σι­κών κρα­τι­κών σχη­μα­τι­σμών.

Η τραυ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μι­ά της Ου­νί­ας

Οι Καρ­πα­θο­ρώ­σοι, προ­ερ­χό­με­νοι α­πό πε­ρι­ο­χές με συν­θή­κες δι­α­βί­ω­σης στα ό­ρι­α της α­νέ­χει­ας, κα­τευ­θύν­θη­καν κυ­ρί­ως στις Α­να­το­λι­κές Πο­λι­τεί­ες των ΗΠΑ, στα αν­θρα­κω­ρυ­χεί­α της Πεν­συλ­βα­νί­ας και στα ερ­γο­στά­σι­α της Μι­νε­σό­τα, α­να­ζη­τών­τας μι­α κα­λύ­τε­ρη ζω­ή. Μα­ζί τους, ω­στό­σο, με­τέ­φε­ραν και μι­α σύν­θε­τη και τραυ­μα­τι­κή εκ­κλη­σι­α­στι­κή κλη­ρο­νο­μι­ά: την Ου­νία. Α­πό τα τέ­λη του 16ου αι­ώ­να, αρ­χι­κά με τη Σύ­νο­δο του Μπρε­στ-Λι­τόβσκ (1596) και στη συ­νέ­χει­α μέ­σω άλ­λων ε­νω­τι­κών συ­νό­δων, ε­κα­τομ­μύ­ρι­α Ορ­θό­δο­ξοι Καρ­πα­θο­ρώ­σοι βρέ­θη­καν κά­τω α­πό την εκ­κλη­σι­α­στι­κή δι­και­ο­δο­σί­α της Ρώ­μης.

«Νο­μί­ζα­με ό­τι ή­μα­σταν Ορ­θό­δο­ξοι»

Με ε­ξαί­ρε­ση τον κλή­ρο, οι Καρ­πα­θο­ρώ­σοι —στην πλει­ο­νό­τη­τά τους α­ναλ­φά­βη­τοι και φο­ρείς μι­ας προ­νε­ω­τε­ρι­κής θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας— δεν δι­έ­θε­ταν σα­φή συ­νεί­δη­ση αυ­τής της εκ­κλη­σι­α­στι­κής υ­πα­γω­γής. Στα χω­ρι­ά τους δι­α­τη­ρού­σαν α­κέ­ραι­η την α­να­το­λι­κή λει­τουρ­γι­κή πα­ρά­δο­ση: το βυ­ζαν­τι­νό τυ­πι­κό, την πα­λαι­ά εκ­κλη­σι­α­στι­κή σλα­βο­νι­κή γλώσ­σα, το Ι­ου­λι­α­νό η­με­ρο­λό­γι­ο και τον θε­σμό του έγ­γα­μου κλή­ρου. Οι δογ­μα­τι­κές και εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές δι­α­φο­ρές με­τα­ξύ Ορ­θο­δο­ξί­ας και Ελ­λη­νο­κα­θο­λι­κι­σμού (Ου­νί­ας) εί­χαν γι’ αυ­τούς κυ­ρί­ως α­κα­δη­μα­ϊ­κό χα­ρα­κτή­ρα. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πί­στευ­αν ό­τι α­νή­καν σε έ­να ι­δι­αί­τε­ρο τμή­μα του ορ­θό­δο­ξου σλα­βι­κού κό­σμου.

Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πο­κα­λύ­φθη­κε με ο­δυ­νη­ρό τρό­πο στο «Νέ­ο Κό­σμο», ό­ταν οι Καρ­πα­θο­ρώ­σοι με­τα­νά­στες ήρ­θαν αν­τι­μέ­τω­ποι με τη ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή ι­ε­ραρ­χί­α. Οι ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­πί­σκο­ποι αι­σθάν­θη­καν, α­φε­νός, α­μη­χα­νί­α α­πέ­ναν­τι στη δι­α­φο­ρε­τι­κή θρη­σκευ­τι­κή τους ταυ­τό­τη­τα και, α­φε­τέ­ρου, τους αν­τι­με­τώ­πι­σαν με κα­χυ­πο­ψί­α, υ­πο­τί­μη­ση και α­πα­ξί­ω­ση. Α­πα­γό­ρευ­σαν δε στους Καρ­πα­θο­ρώ­σους ου­νί­τες κλη­ρι­κούς να τε­λούν ι­ε­ρο­πρα­ξί­ες, α­παι­τών­τας την πλή­ρη υ­πα­γω­γή κλή­ρου και λα­ού στις λα­τι­νι­κές ε­νο­ρί­ες.

Ο Α­λέ­ξι­ος Τoθ και η α­φύ­πνι­ση της εκ­κλη­σι­α­στι­κής μνή­μης

Στην κρί­σι­μη αυ­τή ι­στο­ρι­κή καμ­πή α­να­δύ­θη­κε στο εκ­κλη­σι­α­στι­κό προ­σκή­νι­ο μί­α α­πό τις πλέ­ον εμ­βλη­μα­τι­κές μορ­φές της Ορ­θο­δο­ξί­ας στην Α­με­ρι­κή: ο π. Α­λέ­ξι­ος Τοθ. Γεν­νη­μέ­νος το 1853 στο Kobylnice της ση­με­ρι­νής Α­να­το­λι­κής Σλο­βα­κί­ας, ο Τοθ υ­πήρ­ξε άν­θρω­πος υψηλής μόρ­φω­σης και λιπαράς θε­ο­λο­γι­κής παιδείας. Ως ου­νί­της κλη­ρι­κός δί­δα­ξε Κα­νο­νι­κό Δί­και­ο και δι­ατέ­λε­σε δι­ευ­θυν­τής της ου­νι­τι­κής εκ­κλη­σι­α­στι­κής σχο­λής του Πρε­σόφ. Το 1889, χή­ρος πλέ­ον, με­τα­νά­στευ­σε στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες γι­α να α­να­λά­βει την καρ­πα­θο­ρω­σι­κή ου­νι­τι­κή ε­νο­ρί­α της Α­γί­ας Σκέ­πης (St. Mary’s) στη Μι­νε­ά­πο­λη.

Η κρί­σι­μη στιγ­μή ήρ­θε με την ε­πί­σκε­ψή του στον ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κό ε­πί­σκο­πο της πε­ρι­ο­χής, Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο του Α­γί­ου Παύ­λου, Ι­ω­άν­νη Ireland. Ο Ireland, έν­θερ­μος υ­πο­στη­ρι­κτής του λε­γό­με­νου «α­με­ρι­κα­νι­σμού», ε­πε­δί­ω­κε την τα­χεί­α εν­σω­μά­τω­ση στοι­χεί­ων του α­με­ρι­κα­νι­κού πο­λι­τι­σμού στη Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α των ΗΠΑ, προ­κει­μέ­νου αυ­τή να προ­σαρ­μο­στεί ποι­μαν­τι­κά στις α­παι­τή­σεις της α­με­ρι­κα­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Στο πλαί­σι­ο αυ­τής της α­να­νε­ω­τι­κής προ­ο­πτι­κής —ό­που το α­με­ρι­κα­νι­κό στοι­χεί­ο θα εί­χε τον πρω­τεύ­ον­τα ρό­λο— η πα­ράλ­λη­λη πα­ρου­σί­α μι­ας βυ­ζαν­τι­νο­κα­θο­λι­κής (ου­νι­τι­κής) εκ­κλη­σι­α­στι­κής ον­τό­τη­τας θε­ω­ρή­θη­κε α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή.

Κα­τά τη θυ­ελ­λώ­δη συ­νάν­τη­σή του με τον Τοθ, ο Ireland αρ­νή­θη­κε να τον α­να­γνω­ρί­σει ως ι­ε­ρέ­α και αμ­φι­σβή­τη­σε το κύ­ρος της χει­ρο­το­νί­ας του. Η α­πα­ξι­ω­τι­κή του δή­λω­ση —«δεν σε θε­ω­ρώ κα­θο­λι­κό ι­ε­ρέ­α»— δεν α­πο­τέ­λε­σε α­πλώς προ­σω­πι­κή προ­σβο­λή, αλ­λά συμ­πύ­κνω­νε τον πυ­ρή­να αυ­τής της νέ­ας ποι­μαν­τι­κής νο­ο­τρο­πί­ας.

Το κί­νη­μα Τοθ

Η στά­ση του Ireland, σε συν­δυ­α­σμό με τη γε­νι­κό­τε­ρη πο­λι­τι­κή της Ρώ­μης, η ο­ποί­α α­παι­τού­σε την α­πο­χώ­ρη­ση των εγ­γά­μων ου­νι­τών ι­ε­ρέ­ων α­πό τις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες, κα­θώς και ο φό­βος της πλή­ρους α­φο­μοί­ω­σης των ου­νι­τών στις ε­νο­ρί­ες του λα­τι­νι­κού τυ­πι­κού, ό­ξυ­ναν πε­ραι­τέ­ρω το α­δι­έ­ξο­δο της καρ­πα­θο­ρω­σι­κής ου­νι­τι­κής πα­ρου­σί­ας στην Α­με­ρι­κή και λει­τούρ­γη­σαν ως θρυ­αλ­λί­δα, που θα πυροδοτούσε ρα­γδαίες ε­ξε­λί­ξεις.

Τό­τε, ε­νώ­πι­ον των εκ­κλη­σι­α­στι­κών α­δι­ε­ξό­δων, άρ­χι­σε να κερδίζει έδαφος η ι­δέ­α ε­πι­στρο­φής στην Ορ­θο­δο­ξί­α. Ο Α­λέ­ξι­ος Τοθ α­να­ζή­τη­σε τον μο­να­δι­κό Ορ­θό­δο­ξο ε­πί­σκο­πο στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες, τον ρω­σι­κής κα­τα­γω­γής Ε­πί­σκο­πο Α­λε­ου­τί­ων Νή­σων και Α­λά­σκας Βλα­δί­μη­ρο, ο ο­ποί­ος έ­δρευ­ε στην πό­λη του Α­γί­ου Φραγ­κί­σκου. Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, στις 25 Μαρ­τί­ου 1891, (Α΄ Κυ­ρι­α­κή των Νη­στει­ών της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής γι­α ε­κεί­νη τη χρο­νι­ά), η ε­νο­ρί­α της Α­γί­ας Σκέ­πης στη Μι­νε­ά­πο­λη γι­νό­ταν ε­πι­σή­μως δε­κτή στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α α­πό τον Ε­πί­σκο­πο Βλα­δί­μη­ρο. Το κομ­βι­κό αυ­τό γε­γο­νός α­πο­τέ­λε­σε την α­παρ­χή ε­νός ε­κτε­τα­μέ­νου κι­νή­μα­τος ε­πα­νέ­νω­σης των Καρ­πα­θο­ρώ­σων ου­νι­τών με­τα­να­στών με την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α.

Ο Α­λέ­ξι­ος Τοθ πε­ρι­ό­δευ­σε σε δε­κά­δες καρ­πα­θο­ρω­σι­κές κοι­νό­τη­τες. Με κη­ρύγ­μα­τα, κα­τη­χή­σεις και α­πλά αλ­λά ου­σι­α­στι­κά κεί­με­να, ό­πως το βι­βλίο «Πού να βρεί­τε την Α­λή­θει­α;», βο­ή­θη­σε χι­λι­ά­δες ου­νί­τες να ε­πι­στρέ­ψουν στην πα­τρο­γο­νι­κή τους πί­στη. Το α­πο­τέ­λε­σμα υ­πήρ­ξε εν­τυ­πω­σι­α­κό: έ­ως την κοί­μη­σή του, τον Μά­ι­ο του 1909, δε­κα­ε­πτά ου­νι­τι­κές κοι­νό­τη­τες εί­χαν ή­δη εν­τα­χθεί στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, ε­νώ έ­ως τα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 200.000 ου­νί­τες ε­πα­νε­νώ­θη­καν με αυ­τήν. Οι κοι­νό­τη­τες αυ­τές α­πο­τέ­λε­σαν έ­ναν α­πό τους βα­σι­κούς πυ­λώ­νες της Ρω­σι­κής Αρ­χι­ε­πι­σκο­πής Βο­ρεί­ου Α­με­ρι­κής —της με­τέ­πει­τα Ρω­σι­κής «Metropolia» και αρ­γό­τε­ρα της «Ορ­θό­δο­ξης Εκ­κλη­σί­ας στην Α­με­ρι­κή» (Orthodox Church in America – O.C.A.) αιμοδοτώντας την Ορ­θο­δο­ξί­α στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες με χι­λι­ά­δες νέ­α μέ­λη. Η εκ­κλη­σι­α­στι­κή αυ­τή προ­σφο­ρά του Α­λε­ξί­ου Τοθ α­να­γνω­ρί­στη­κε ε­πι­σή­μως με την α­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του α­πό την «Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α στην Α­με­ρι­κή» (Ο.C.A.) στις 29 Μα­ΐ­ου του 1994.

Α­πό το «Cum Data Fuerit» στην ί­δρυ­ση της «ACROD»

Εν­τω­με­τα­ξύ, οι τρι­βές με τη Ρώ­μη δεν πα­ρα­με­ρί­στη­καν. Με­τά α­πό πα­λι­νω­δί­ες και αμ­φί­ση­μες νο­μο­κα­νο­νι­κές ο­δη­γί­ες, το Βα­τι­κα­νό προ­χώ­ρη­σε το 1929 —με το δι­ά­ταγ­μα «Cum data fuerit» στην ο­ρι­στι­κή α­πα­γό­ρευ­ση της χει­ρο­το­νί­ας εγ­γά­μων κλη­ρι­κών, πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να σε α­σφυ­κτι­κό βαθ­μό την ή­δη πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη αυ­το­νο­μί­α που εί­χε α­να­γνω­ρι­σθεί στους ου­νί­τες με τη σύ­στα­ση δύ­ο ε­ξαρ­χι­ών το 1924. Η ε­ξέ­λι­ξη αυ­τή στά­θη­κε α­φορ­μή και γι­α την πρό­κλη­ση ε­νός δεύ­τε­ρου με­γά­λου κύ­μα­τος α­πο­χω­ρή­σε­ων α­πό την Ου­νί­α. Α­πό αυ­τή τη νέ­α «έ­ξο­δο» προ­έ­κυ­ψε, το 1938, η Ορ­θό­δο­ξη Καρ­πα­θο­ρω­σι­κή Ε­πι­σκο­πή των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ών Α­με­ρι­κής («American Carpatho-Russian Orthodox Diocese» – ACROD). Υ­πό την η­γε­σί­α του π. Ο­ρέ­στη Chornock, ο ο­ποί­ος χει­ρο­το­νή­θη­κε στην Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ε­πί­σκο­πος Α­γα­θο­νι­κεί­ας και α­νέ­λα­βε κα­θή­κον­τα βο­η­θού ε­πι­σκό­που του Αρ­χι­ε­πι­σκό­που Α­με­ρι­κής, πε­ρί­που 20.000 Καρ­πα­θο­ρώ­σοι, πρώ­ην ου­νί­τες, τέ­θη­καν υ­πό την πνευ­μα­τι­κή προ­στα­σί­α του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τρι­αρ­χεί­ου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Η πρά­ξη αυ­τή δι­α­σφά­λι­σε α­φε­νός την εκ­κλη­σι­α­στι­κή τους αυ­το­νο­μί­α και, α­φε­τέ­ρου, την α­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­τή­ρη­ση των ι­δι­αί­τε­ρων καρ­πα­θο­ρω­σι­κών τους πα­ρα­δό­σε­ων, οι ο­ποί­ες εί­χαν αρ­χί­σει στα­δι­α­κά να ευ­θυ­γραμ­μί­ζον­ται με έ­να πι­ο ε­νο­ποι­η­μέ­νο «μη­τρο­πο­λι­τι­κό» ρω­σι­κό πρό­τυ­πο στις Καρ­πα­θο­ρω­σι­κές ε­νο­ρί­ες που εί­χαν εν­τα­χθεί μέ­χρι τό­τε στη Ρω­σι­κή «Metropolia».

Μνή­μη, κρί­ση και εκ­κλη­σι­α­στι­κή μαρ­τυ­ρί­α

Η Μι­νε­ά­πο­λη βρέ­θη­κε πρό­σφα­τα στο ε­πί­κεν­τρο της ε­πι­και­ρό­τη­τας ως τό­πος δρα­μα­τι­κών κοι­νω­νι­κών αναταραχών και ζυ­μώ­σε­ων. Ω­στό­σο, η ι­στο­ρι­κή της μνή­μη υ­πεν­θυ­μί­ζει ό­τι η πό­λη αυ­τή υ­πήρ­ξε ή­δη α­πό τα τέ­λη του 19ου αι­ώ­να το ση­μεί­ο εκ­κί­νη­σης ε­νός εν­τυ­πω­σι­α­κού πνευ­μα­τι­κού α­να­σχη­μα­τι­σμού, ό­που η κρί­ση λει­τούρ­γη­σε ως α­φορ­μή α­φύ­πνι­σης. Η θαυ­μα­στή ε­πι­στρο­φή ε­κα­τον­τά­δων χι­λι­ά­δων Καρ­πα­θο­ρώ­σων —πρώ­ην Ου­νι­τών—  στην Ορ­θο­δο­ξί­α ε­πι­βε­βαι­ώ­νει ό­τι ο Θε­ός ε­νερ­γεί μέ­σα στην ι­στο­ρί­α με τρό­πους θαυ­μα­στούς και α­νε­ξι­χνί­α­στους, αρ­κεί η ποι­μαν­τι­κή μας συ­νέρ­γει­α να εί­ναι όν­τως «μαρ­τυ­ρι­κή».

Δεν υπάρχουν σχόλια: