Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Η Συγχώρηση και η Πνευματική Ζωή στην Ορθόδοξη Παράδοση - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η Συγχώρηση και η Πνευματική Ζωή στην Ορθόδοξη Παράδοση

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Εσπερινός της Συγγνώμης, που τελείται το απόγευμα της Κυριακής της Τυρινής, αποτελεί κατεξοχήν εκκλησιαστική είσοδο στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι πιστοί, ζητώντας και προσφέροντας αμοιβαία συγχώρηση, καλούνται να αρχίσουν τον αγώνα της νηστείας «ἐν εἰρήνῃ», με καρδιά συμφιλιωμένη, ώστε η άσκηση να μην καταλήξει σε εξωτερικό τύπο αλλά να γίνει πορεία μετανοίας. Η πράξη αυτή δεν είναι απλώς μια ευγενική κίνηση· είναι έκφραση της ζωής της Εκκλησίας ως κοινωνίας αγάπης, στην οποία ο άνθρωπος θεραπεύεται και επανέρχεται στην Ευχαριστιακή ενότητα.

1. Η συγχώρηση ως εκκλησιαστικό ήθος και θεραπεία της καρδιάς

Η συγχώρηση, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν ταυτίζεται με μια απλή ψυχολογική ανακούφιση ούτε με κοινωνική «ευπρέπεια». Είναι υπακοή στην εντολή του Χριστού και καρπός της χάριτος, με την οποία ο άνθρωπος παραιτείται από την εκδικητικότητα και την εχθρότητα, αφήνοντας χώρο στην ειρήνη του Θεού. Δεν είναι μόνο εξωτερική πράξη (λόγος ή χειρονομία), αλλά κυρίως εσωτερική κίνηση μετανοίας: αναγνώριση της δικής μας πτώσης, ταπείνωση, και αποκατάσταση της κοινωνίας με τον πλησίον.

Στην Πατερική παράδοση, η ασυγχώρητη καρδιά θεωρείται εμπόδιο στην προσευχή, διότι η προσευχή προϋποθέτει κοινωνία, ενώ η μνησικακία χτίζει τείχος. Η συγχώρηση δεν σημαίνει ότι ο χριστιανός «δικαιώνει» το κακό ή ότι καταργεί την αλήθεια και τη δικαιοσύνη· σημαίνει ότι αρνείται να κρατήσει μέσα του το δηλητήριο της έχθρας και εμπιστεύεται την κρίση και την πρόνοια του Θεού. Έτσι, στον Εσπερινό της Συγγνώμης η αμοιβαία συγχώρηση γίνεται ένα πρακτικό άνοιγμα στον δρόμο της Τεσσαρακοστής: πρόσκληση σε γνήσια μετάνοια, ώστε η νηστεία, η προσευχή και η ελεημοσύνη να γίνουν «εργασία καρδίας» και όχι απλή τήρηση κανόνων.

2. Η εξομολόγηση (Μυστήριο Μετανοίας) και η άφεση των αμαρτιών

Η εξομολόγηση, ως Μυστήριο της Μετανοίας, είναι η ειλικρινής και ταπεινή ομολογία των αμαρτιών ενώπιον του Θεού, με μάρτυρα και λειτουργό τον ιερέα-Πνευματικό, ο οποίος ενεργεί εντός της Εκκλησίας και όχι ως ιδιώτης. Στην Ορθόδοξη θεώρηση, δεν πρόκειται για απλή «εκτόνωση» ούτε για μια νομική διαδικασία απαλλαγής από ενοχές. Είναι γεγονός επιστροφής: ο άνθρωπος αναγνωρίζει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ζητά το έλεος, και δέχεται τη θεραπευτική ενέργεια της χάριτος.

Η άφεση των αμαρτιών δεν κατανοείται ως μαγική πράξη· συνδέεται άρρηκτα με τη μετάνοια ως αλλαγή νου και ζωής και με την επιθυμία αποκατάστασης της κοινωνίας με τον Θεό και την Εκκλησία. Η ευαγγελική βάση της εκκλησιαστικής εξουσίας του «δεσμεῖν καὶ λύειν» δεν σημαίνει αυθαίρετη ανθρώπινη εξουσία, αλλά διακονία της συγχωρητικής αγάπης του Χριστού μέσα στο Σώμα Του. Οι Πατέρες περιγράφουν τη μετάνοια με ιατρικούς όρους: η αμαρτία τραυματίζει, δημιουργεί πάθη και σκοτισμό του νου, ενώ η εξομολόγηση φέρνει στο φως την πληγή ώστε να θεραπευθεί με την ταπείνωση, την προσευχή, την άσκηση και τη χάρη.

Η διάσταση αυτή είναι και εκκλησιολογική: η αμαρτία δεν είναι μόνο «ιδιωτικό» ζήτημα, αλλά πληγή που αφορά την κοινωνία. Γι’ αυτό και η συμφιλίωση που προσφέρει το Μυστήριο δεν είναι απλώς ατομική ανακούφιση, αλλά επαναφορά στην Ευχαριστιακή κοινωνία, στην κοινή ζωή και στο ήθος της Εκκλησίας.

3. Η πνευματική καθοδήγηση από τον Πνευματικό

Η πνευματική καθοδήγηση από τον Πνευματικό ιερέα συνδέεται με το Μυστήριο της Μετανοίας, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτό. Ο Πνευματικός δεν λειτουργεί ως «τεχνικός λύσεων» ούτε ως αντικαταστάτης της προσωπικής ευθύνης του πιστού. Είναι πατέρας και συνοδοιπόρος, που με διάκριση βοηθά τον άνθρωπο να δει καθαρότερα την κατάστασή του, να πολεμήσει τα πάθη και να καλλιεργήσει την ταπείνωση, την προσευχή και την αγάπη.

Στην Πατερική παράδοση, η διάκριση αποτελεί κεντρικό χάρισμα: άλλος χρειάζεται ενθάρρυνση και άλλος χαλιναγώγηση, άλλος να σηκωθεί από την απόγνωση και άλλος να προφυλαχθεί από την εγωιστική αυτάρκεια. Η υπακοή που προτείνεται στην Ορθοδοξία δεν είναι δουλεία, αλλά θεραπευτική στάση που κόβει το θέλημα-εγωισμό και ανοίγει τον άνθρωπο στην εμπιστοσύνη του Θεού. Σε σύγχρονες συνθήκες (μοναξιά, διάσπαση προσοχής, πνευματική αμέλεια), η σχέση με έναν σοβαρό Πνευματικό μπορεί να στηρίξει την πορεία της πίστεως, αρκεί να παραμένει μέσα στο ήθος της ελευθερίας, της ευθύνης και της εκκλησιαστικής ζωής.

4. Η εξαγόρευση λογισμών στη μοναστική παράδοση

Στα μοναστικά περιβάλλοντα, η εξαγόρευση λογισμών (η αποκάλυψη δηλαδή σκέψεων, εσωτερικών κινήσεων, πειρασμών και διαθέσεων) αποτελεί σταθερή ασκητική πράξη, συνδεδεμένη με την κάθαρση της καρδιάς και την καλλιέργεια της νήψεως. Η παράδοση αυτή δεν περιορίζεται σε εξομολόγηση πράξεων, αλλά αγγίζει τη ρίζα: τον λογισμό που γεννά την πτώση. Ό,τι μένει κρυφό, συχνά δυναμώνει· ό,τι φανερώνεται με ταπείνωση, χάνει τη δύναμή του.

Οι Πατέρες παρουσιάζουν τη φανέρωση των λογισμών ως φως που διαλύει το σκοτάδι και ως όπλο κατά της πλάνης, διότι ο άνθρωπος συχνά αυταπατάται, είτε δικαιολογώντας τον εαυτό του είτε πέφτοντας σε απόγνωση. Με την καθοδήγηση του Γέροντα, ο μοναχός μαθαίνει να διακρίνει την προέλευση των λογισμών και να μη συγκατατίθεται σε αυτούς. Παρότι πρόκειται για πρακτική αναπτυγμένη στον μοναχισμό, η βασική αρχή—η ειλικρίνεια, η αυτομεμψία, η διάκριση και η αναφορά σε πνευματικό οδηγό—μπορεί να ωφελήσει και λαϊκούς, με τρόπο συνετό και ανάλογο με την κατάστασή τους, χωρίς να συγχέεται η πνευματική καθοδήγηση με ψυχοθεραπευτικές πρακτικές.

Η συγχώρηση, η μετάνοια με την άφεση των αμαρτιών, η πνευματική καθοδήγηση και η εξαγόρευση λογισμών συγκροτούν έναν ενιαίο θεραπευτικό δρόμο μέσα στην Εκκλησία. Ο σκοπός τους δεν είναι η ηθική «βελτίωση» ως αυτοσκοπός, αλλά η αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Θεό και τον πλησίον, η κάθαρση της καρδιάς και η πορεία προς τη ζωή της Αναστάσεως. Με αυτό το πνεύμα, ο Εσπερινός της Συγγνώμης δεν εγκαινιάζει απλώς μια περίοδο νηστείας, αλλά μια ανανέωση της εκκλησιαστικής ζωής ως πορείας αγάπης, ταπείνωσης και χάριτος.

***

Forgiveness and the Spiritual Life in the Orthodox Tradition

In the Orthodox Church, the Vespers of Forgiveness, celebrated on the evening of Cheesefare Sunday, constitutes the Church’s characteristic entrance into Great Lent. By asking for and offering mutual forgiveness, the faithful are called to begin the ascetical struggle of fasting “in peace,” with a reconciled heart, so that ascetic practice may not end in external formalism but may become a path of repentance. This act is not merely a polite gesture; it is an expression of the Church’s life as a communion of love, in which the human person is healed and restored to Eucharistic unity.

1. Forgiveness as Ecclesial Ethos and the Healing of the Heart

Forgiveness, in the Orthodox tradition, is not identified with simple psychological relief nor with social “propriety.” It is obedience to Christ’s commandment and a fruit of grace, by which a person renounces vindictiveness and hostility, making room for the peace of God. It is not only an outward act (a word or gesture), but above all an inward movement of repentance: recognition of our own fall, humility, and the restoration of communion with our neighbor.

In the patristic tradition, an unforgiving heart is considered an obstacle to prayer, because prayer presupposes communion, whereas resentment builds a wall. Forgiveness does not mean that the Christian “justifies” evil or abolishes truth and justice; it means that one refuses to keep within oneself the poison of enmity and entrusts judgment and providence to God. Thus, at the Vespers of Forgiveness, mutual forgiveness becomes a practical opening onto the Lenten path: an invitation to genuine repentance, so that fasting, prayer, and almsgiving may become a “work of the heart” and not a mere observance of rules.

2. Confession (the Mystery of Repentance) and the Forgiveness of Sins

Confession, as the Mystery of Repentance, is the sincere and humble acknowledgement of sins before God, with the priest-confessor as witness and minister, who acts within the Church and not as a private individual. In the Orthodox understanding, it is not a simple “emotional venting” nor a legal procedure for the removal of guilt. It is an event of return: a person recognizes his or her estrangement from God, asks for mercy, and receives the healing energy of grace.

The forgiveness of sins is not understood as a magical act; it is inseparably linked to repentance as a change of mind and life, and to the desire to restore communion with God and the Church. The Gospel foundation of the Church’s authority to “bind and loose” does not mean arbitrary human power, but the ministry of Christ’s forgiving love within His Body. The Fathers describe repentance in medical terms: sin wounds, produces passions, and darkens the mind, while confession brings the wound into the light so that it may be healed through humility, prayer, ascetic effort, and grace.

This dimension is also ecclesiological: sin is not only a “private” matter, but a wound that concerns the community. For this reason, the reconciliation offered by the Mystery is not merely individual relief, but restoration to Eucharistic communion, to the common life, and to the ethos of the Church.

3. Spiritual Guidance by the Confessor

Spiritual guidance by the priest-confessor is connected to the Mystery of Repentance, yet it is not exhausted by it. The spiritual father does not function as a “technician of solutions,” nor as a substitute for the believer’s personal responsibility. He is a father and fellow traveler who, with discernment, helps a person see his or her condition more clearly, struggle against the passions, and cultivate humility, prayer, and love.

In the patristic tradition, discernment is a central gift: one person needs encouragement and another restraint; one needs to be raised from despair and another to be protected from self-sufficient pride. The obedience commended in Orthodoxy is not slavery, but a therapeutic stance that cuts off self-will and opens a person to trust in God. In contemporary conditions (loneliness, scattered attention, spiritual negligence), a relationship with a serious and responsible spiritual father can support the journey of faith, provided it remains within the ethos of freedom, responsibility, and ecclesial life.

4. The Disclosure of Thoughts in the Monastic Tradition

In monastic settings, the disclosure of thoughts (that is, the revealing of thoughts, inner movements, temptations, and dispositions) is a stable ascetical practice, connected with the purification of the heart and the cultivation of watchfulness (nepsis). This tradition is not limited to confessing actions, but reaches the root: the thought that gives birth to a fall. What remains hidden often grows stronger; what is revealed with humility loses its power.

The Fathers present the manifestation of thoughts as light that disperses darkness and as a weapon against delusion, because a person often falls into self-deception—either by justifying oneself or by sinking into despair. Under the guidance of the Elder, the monk learns to discern the source of thoughts and not to consent to them. Although this is a practice developed within monasticism, the basic principle—sincerity, self-reproach, discernment, and reference to a spiritual guide—can also benefit laypeople, in a prudent way suited to their condition, without confusing spiritual guidance with psychotherapeutic practices.

Forgiveness, repentance with the forgiveness of sins, spiritual guidance, and the disclosure of thoughts form a single therapeutic path within the Church. Their purpose is not moral “self-improvement” as an end in itself, but the restoration of communion with God and neighbor, the purification of the heart, and the journey toward the life of the Resurrection. In this spirit, the Vespers of Forgiveness does not simply inaugurate a period of fasting, but a renewal of ecclesial life as a path of love, humility, and grace.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: