Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Σάββατο της Πρώτης Εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Σάββατο της Πρώτης Εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Μάρκος 2:23-28 & 3:1-5)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα του Σαββάτου της Πρώτης Εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Μκ 2:23-28 και 3:1-5) θέτει από την αρχή της νηστείας έναν καθαρό προσανατολισμό: η πνευματική ζωή δεν είναι «κανονισμός» που συνθλίβει τον άνθρωπο, αλλά θεραπεία που τον ανασταίνει. Γι’ αυτό και ο Κύριος μιλά για το Σάββατο και αμέσως μετά θεραπεύει ασθενή την ημέρα του Σαββάτου, αποκαλύπτοντας τι σημαίνει αληθινή ευσέβεια.

Στο πρώτο επεισόδιο οι μαθητές, περνώντας από τα σπαρτά, κόβουν στάχυα. Δεν πρόκειται για ασωτία ή περιφρόνηση του Νόμου, αλλά για μια φυσική κίνηση ανθρώπων που πεινούν. Η αντίδραση, όμως, είναι κατηγορία: «Γιατί κάνουν ό,τι δεν επιτρέπεται το Σάββατο;». Η απάντηση του Χριστού πηγαίνει βαθύτερα από μια απλή ερμηνευτική διευκρίνιση. Φέρνει το παράδειγμα του Δαβίδ που, σε ώρα ανάγκης, έφαγε από τους άρτους της Προθέσεως. Η ερμηνευτική παράδοση βλέπει εδώ μια αρχή πνευματικής διάκρισης: ο Θεός δεν θέλει να θυσιάζεται ο άνθρωπος στον τύπο, αλλά να φωτίζεται ο τύπος από τον σκοπό του, που είναι η ζωή. Ο νόμος παιδαγωγεί, δεν φυλακίζει. Όταν ο κανόνας παύει να υπηρετεί την αγάπη, τότε έχει ήδη αλλοιωθεί.

Έπειτα έρχεται η κεντρική φράση: «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο». Αυτό δεν καταργεί την ιερότητα της ημέρας, αλλά την αποκαθιστά. Το Σάββατο δεν είναι βάρος, είναι ανάπαυση∙ όχι χαλάρωση χωρίς Θεό, αλλά ανάσα μέσα στον Θεό. Και ο Χριστός, λέγοντας ότι «ο Υιός του Ανθρώπου είναι Κύριος και του Σαββάτου», φανερώνει ότι ο Ιησούς είναι το κλειδί της Γραφής: η εντολή βρίσκει το αληθινό της νόημα όταν οδηγεί στη συνάντηση με Αυτόν.

Στο δεύτερο επεισόδιο η σύγκρουση οξύνεται. Στη συναγωγή υπάρχει άνθρωπος με ξηραμένο χέρι. Όλοι παρατηρούν έτοιμοι να κατηγορήσουν. Τότε ο Χριστός θέτει το ερώτημα που ξεσκεπάζει την καρδιά: «Επιτρέπεται το Σάββατο να κάνεις καλό ή κακό; να σώσεις ζωή ή να σκοτώσεις;». Η σιωπή των κατηγόρων δεν είναι ουδετερότητα ή άγνοια· είναι σκληρότητα. Υπάρχει σιωπή που γεννιέται από ευλάβεια και σιωπή που γεννιέται από πώρωση. Εδώ πρόκειται για τη δεύτερη: μια θρησκευτικότητα που προτιμά να μείνει «σωστή» παρά να γίνει σπλαγχνική.

Ο Ευαγγελιστής σημειώνει ότι ο Χριστός «περιβλεψάμενος… μετ᾿ ὀργῆς, συλλυπούμενος» θεραπεύει τον άνθρωπο. Η οργή Του δεν είναι πάθος εκδίκησης, αλλά ιερή αντίδραση απέναντι στη βία που ασκεί η καρδιά όταν αδιαφορεί για τον πόνο του άλλου. Μαζί υπάρχει και λύπη, γιατί ο πωρωμένος άνθρωπος αρνείται την ευκαιρία της σωτηρίας. Ο λόγος «ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου» γίνεται εικόνα της συνεργίας: ο Θεός θεραπεύει, αλλά ζητά από τον πληγωμένο να εμπιστευθεί, να κινηθεί, να βγει από την ακινησία του φόβου. Το ξερό χέρι, που δεν μπορεί να εργαστεί ούτε να αγκαλιάσει, θυμίζει την ψυχή που έχει χάσει τη δυνατότητα της προσφοράς. Η θεραπεία αποκαθιστά τον άνθρωπο στην κοινωνία και στην αγάπη.

Γι’ αυτό το ανάγνωσμα ταιριάζει απόλυτα με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η νηστεία ξεκινά με μια διόρθωση προτεραιοτήτων: δεν είναι επίδειξη εγκράτειας, ούτε «τελειότητα» που μετριέται με επιτυχίες. Είναι πορεία ελευθερίας, όπου οι εντολές γίνονται φως και όχι ζυγός. Αν η νηστεία δεν γεννά πραότητα, έλεος και ευαισθησία προς τον αδύναμο, κινδυνεύει να γίνει η ίδια ένα «Σάββατο» που απαιτεί να υπηρετηθεί. Αν όμως γίνεται με μετάνοια, τότε θεραπεύει τα «ξηραμένα χέρια» μας: την αδυναμία να προσευχηθούμε, να συγχωρήσουμε, να αγαπήσουμε χωρίς όρους.

Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής, λοιπόν, μας θυμίζει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να μας κάνει αυστηρούς φύλακες θρησκευτικών τύπων, αλλά ζωντανούς ανθρώπους. Και η αληθινή τήρηση των εντολών Του είναι να αφήνουμε τον Κύριο να κάνει μέσα μας αυτό που έκανε στη συναγωγή: να δίνει κίνηση εκεί που υπήρχε ακινησία, να δίνει καρδιά εκεί που υπήρχε πώρωση, να δίνει ζωή εκεί που ο φόβος είχε επιβάλει σιωπή.

***

Saturday of the First Week of Great Lent (Mark 2:23–28 & 3:1–5)

The Gospel reading for the Saturday of the First Week of Great Lent (Mk 2:23–28 and 3:1–5) sets, from the very beginning of the fast, a clear direction: spiritual life is not a “rulebook” that crushes the human person, but a healing that raises him up. That is why the Lord speaks about the Sabbath and immediately afterwards heals a sick man on the Sabbath day, revealing what true reverence really means.

In the first episode, the disciples, passing through the grainfields, pluck heads of grain. This is not self-indulgence or contempt for the Law, but a natural act by people who are hungry. The reaction, however, is an accusation: “Why are they doing what is not lawful on the Sabbath?” Christ’s answer goes deeper than a simple interpretive clarification. He brings forward the example of David, who, in a time of need, ate the bread of the Presence. The tradition of interpretation sees here a principle of spiritual discernment: God does not want the human person to be sacrificed to the external form, but for the form to be illumined by its purpose, which is life. The law educates; it does not imprison. When a rule ceases to serve love, it has already been distorted.

Then comes the central phrase: “The Sabbath was made for man, not man for the Sabbath.” This does not abolish the holiness of the day; it restores it. The Sabbath is not a burden—it is rest: not relaxation without God, but breathing within God. And Christ, by saying that “the Son of Man is Lord even of the Sabbath,” shows that Jesus is the key to Scripture: the commandment finds its true meaning when it leads to an encounter with Him.

In the second episode, the conflict sharpens. In the synagogue there is a man with a withered hand. Everyone watches, ready to accuse. Then Christ asks the question that unmasks the heart: “Is it lawful on the Sabbath to do good or to do harm, to save life or to kill?” The silence of the accusers is not neutrality or ignorance; it is hardness. There is a silence born of reverence, and a silence born of callousness. Here it is the second: a religiosity that prefers to remain “correct” rather than become compassionate.

The Evangelist notes that Christ, “looking around at them with anger, grieved at their hardness of heart,” heals the man. His anger is not a passion of revenge, but a holy reaction against the violence the heart commits when it is indifferent to another’s pain. Alongside it there is sorrow, because the hardened person refuses the opportunity of salvation. The word “Stretch out your hand” becomes an image of synergy: God heals, yet He asks the wounded one to trust, to move, to step out of the paralysis of fear. The withered hand, which can neither work nor embrace, recalls the soul that has lost the capacity to offer itself. Healing restores the person to communion and to love.

For this reason, this reading fits Great Lent perfectly. The fast begins with a correction of priorities: it is not a display of self-control, nor a “perfection” measured by achievements. It is a path of freedom, where the commandments become light and not a yoke. If fasting does not give birth to gentleness, mercy, and sensitivity toward the weak, it risks becoming a “Sabbath” that demands to be served. But if it is lived with repentance, then it heals our “withered hands”: our inability to pray, to forgive, to love without conditions.

The first Saturday of Lent, therefore, reminds us that Christ did not come to make us strict guardians of religious forms, but living human beings. And true obedience to His commandments is to allow the Lord to do within us what He did in the synagogue: to give movement where there was immobility, to give a heart where there was hardness, to give life where fear had imposed silence.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: