Ελένη Αρβελέρ: Μύθοι
Μιχάλης
Τσιντσίνης
Λένε για την Ελένη Αρβελέρ ότι ξεσκόνισε από στρώσεις αποσιωπήσεων και παρεξηγήσεων μια ολόκληρη εποχή του ελληνισμού. Από τη ζέση τους να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με την αρχαία Ελλάδα, οι πρώιμοι Νεοέλληνες (βλέπε Κοραής) πήδηξαν καμιά δεκαριά αιώνες. Λίγοι εργάστηκαν έκτοτε με τόση μεθοδικότητα και τόση επιμονή ώστε να συμφιλιώσουν την αρτισύστατη εθνική ψυχή με το πιο πρόσφατο παρελθόν της – επιχωματώνοντας κατ’ ανάγκην και κάποιες από τις χαίνουσες ασυνέχειες.
Αυτό που κατάφερε η Αρβελέρ ήταν να εκλαϊκεύσει τη
σιδερωμένη αφήγηση της Ιστορίας κυρίως στο εσωτερικό ακροατήριο, επενδύοντάς τη
και με την τήβεννο ενός ξένου ακαδημαϊκού αξιώματος. Το οικείο έγινε έτσι ως
εισαγόμενο πιο πειστικό.
Θα πει κανείς, πόσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία της; Πόσοι ξέρουν τη δουλειά της για να μπορούμε να πούμε κιόλας ότι η δουλειά αυτή ήταν επιδραστική;
Η γοητεία του προφορικού ελληνισμού.
Η επιδραστικότητά της οφείλεται εξίσου –αν όχι
περισσότερο– στις προφορικές της αφηγήσεις, παρά στα γραπτά, που είναι
καταδικασμένα να μένουν πιο δυσπρόσιτα από τον άμεσο λόγο. Εκείνη είχε τον
τρόπο να υφαίνει ένα μύθο, όπου ο προσωπικός της βίος πλεκόταν με τη δημόσια
σταδιοδρομία της και εντέλει με την ίδια την Ιστορία – με την περιπέτεια του
ελληνικού 20ού αιώνα.
Από την προσφυγική Καισαριανή στην Αντίσταση, και
από τα χρόνια της Σορβόννης πίσω στην Ελλάδα, η Αρβελέρ δεν συνέθετε απλώς ένα
γοητευτικό αφήγημα που «γλύκαινε» ακόμη και τις πιο άγριες στιγμές του νωπού
εθνικού παρελθόντος. Τοποθετούσε επιπλέον το παρελθόν αυτό σε μια βαθιά
ιστορική προοπτική και το παρέδιδε σαν ζωντανό παραμύθι, στη θαλπωρή του οποίου
μπορούσαν όλοι να αφεθούν: αριστεροί, όπως η ίδια στην πρώτη νεότητά της, και
δεξιοί. Διαβασμένοι και αδιάβαστοι, συνεπαρμένοι από τον παραμυθητικό ρου των
παιχνιδιάρικων ελληνικών της. Ανδρες και, κυρίως, γυναίκες, που μπορούσαν να
βλέπουν σε εκείνη μια αυθάδη διεκδίκηση της ισότητας στην πράξη.
Με αυτό το οπλοστάσιο, όχι τόσο του επιστημονικού
της κεφαλαίου, όσο ενός στυλ αρθρωμένου σε ζεστή γλώσσα, η Αρβελέρ έγινε μια
από τις οικείες φωνές της εθνικής συνείδησης. Μιλούσε για τον συλλογικό εαυτό
και τον καθημερινό πολιτισμό των Ελλήνων κρατώντας τους καταπρόσωπο ένα
κάτοπτρο, πολύ κολακευτικό, που τους έδειχνε ωραίους και ξεχωριστούς,
αιμοδοτούμενους από αρχαίες ρίζες.
Μπορεί το είδωλο αυτό να ήταν μαγικό –
σχηματιζόταν λίγο ποιητικά, με λυρική ανάδευση του εξιδανικευμένου παρελθόντος
με το παρόν. Αλλά για να ζήσει και να διαπλεύσει τις δίνες της Ιστορίας ένα
συλλογικό υποκείμενο χρειάζεται και λίγη (δηλαδή πολλή) ποίηση (και
προσποίηση). Δεν αρκεί η πραγματικότητα. Χρειάζεται και ο συνεκτικός μύθος, που
μετατρέπει τη γνώση σε βίωμα. Που την παραδίδει στις αισθήσεις, βοηθώντας έτσι
το «συλλογικό υποκείμενο» να συγκροτήσει αφηγηματικά τον εαυτό του. Να
νιώσει ένα.
Πηγή: Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου