Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Το Ψυχοσάββατο της Εβδομάδας των Απόκρεω - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το Ψυχοσάββατο της Εβδομάδας των Απόκρεω 
(Λουκ. 21:8–9, 25–27, 33–36)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το Ψυχοσάββατο, πριν από την Κυριακή των Απόκρεω, τοποθετεί τη μνήμη των κεκοιμημένων μέσα στο φως της εσχατολογικής ελπίδας της Εκκλησίας. Δεν είναι απλή ανάμνηση θανάτου, αλλά ομολογία ότι η ζωή του ανθρώπου δεν κλείνει στο βιολογικό τέλος και ότι η ιστορία πορεύεται προς φανέρωση του Χριστού ως Κριτού και Ζωοδότη. Γι’ αυτό και το ευαγγελικό ανάγνωσμα (Λκ. 21) δεν λειτουργεί ως «περιγραφή τρόμου», αλλά ως παιδαγωγία εγρήγορσης: καλεί τον πιστό να ερμηνεύσει τον χρόνο, τον κόσμο και την προσωπική του ζωή με κριτήριο τη Βασιλεία.

Η περικοπή ξεκινά με την προειδοποίηση κατά της πλάνης: «πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται… λέγοντες… «ὁ καιρὸς ἤγγικε» (21:8). Η πλάνη εδώ δεν είναι μόνο μια εσφαλμένη πληροφορία για το τέλος, αλλά κυρίως η αντικατάσταση του Χριστού από κάθε είδους «σωτήρα» που υπόσχεται ασφάλεια χωρίς σταυρό, ελπίδα χωρίς μετάνοια, λύτρωση χωρίς σχέση. Όταν ο Κύριος λέει «μὴ πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν», θέτει ως κριτήριο σωτηρίας τη σταθερότητα της πίστης και της διάκρισης. Η εσχατολογία, λοιπόν, δεν είναι περιέργεια για το μέλλον, αλλά φύλαξη της καρδιάς από την ειδωλοποίηση προσώπων, ιδεολογιών ή φόβων.

Στη συνέχεια μιλά για πολέμους και ακαταστασίες (21:9) και ξεκαθαρίζει: «οὐκ εὐθέως τὸ τέλος». Με αυτό, ο Χριστός θεραπεύει δύο αντίθετες πνευματικές ασθένειες: τον πανικό που βλέπει σε κάθε κρίση την τελική συντέλεια, και την αδιαφορία που θεωρεί τις δοκιμασίες «απλά ιστορικά γεγονότα». Η Εκκλησία διαβάζει τις αναταράξεις ως κλήση σε μετάνοια και προσευχή, όχι ως αφορμή μοιρολατρίας. Ο χρόνος της ιστορίας παραμένει πεδίο σωτηρίας· τίποτε δεν είναι «εκτός Θεού», αλλά ούτε και τα γεγονότα ταυτίζονται μηχανικά με τη βούλησή Του.

Τα «σημεία στον ήλιο… στη σελήνη… στα άστρα» και η ταραχή της κτίσης (21:25–26) φανερώνουν κάτι βαθύτερο: η κτίση, δεμένη με την ανθρώπινη πτώση, συμμετέχει και στη ταραχή που προηγείται της τελικής φανέρωσης. Η περιγραφή δεν επιδιώκει χρονολογικές προβλέψεις, αλλά θεολογική αποκάλυψη: η «σταθερότητα» που θεωρούμε αυτονόητη δεν είναι απόλυτη. Μόνο ο Θεός είναι ασάλευτος. Όταν «οι δυνάμεις των ουρανών σαλευθούν», απογυμνώνεται η ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος ελέγχει το είναι του και το μέλλον του. Κι ακριβώς τότε «ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου… μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης» (21:27): ο Χριστός φανερώνεται όχι ως ιδέα, αλλά ως Πρόσωπο που ανακεφαλαιώνει την ανθρώπινη ιστορία, αποδίδει δικαιοσύνη και φέρνει τη ζωή στην πληρότητά της.

Το κλείσιμο της περικοπής μεταφέρει το βάρος από τα σημεία στην πνευματική κατάσταση: «προσέχετε… μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι… ἐν κραιπάλῃ… μέθη… μερίμναις βιοτικαῖς» (21:34). Η καρδιά βαραίνει όταν ο άνθρωπος ζει σαν να είναι αυτάρκης: είτε μέσα στην ηδονή είτε μέσα στην αγωνία. Η μέριμνα δεν καταδικάζεται ως ευθύνη, αλλά ως εσωτερική αιχμαλωσία που αφαιρεί από τον άνθρωπο τη μνήμη του Θεού. Η «παγίδα» της ημέρας εκείνης (21:35) αφορά ακριβώς την απροετοίμαστη ζωή: όχι γιατί ο Θεός αιφνιδιάζει εκδικητικά, αλλά γιατί η καρδιά που κοιμάται πνευματικά δεν μπορεί να σταθεί στο φως.

Εδώ βρίσκεται και ο άξονας σύνδεσης με το Ψυχοσάββατο: η μνήμη των κεκοιμημένων δεν είναι συναισθηματική τελετή, αλλά πράξη εκκλησιολογική. Η Εκκλησία προσεύχεται επειδή πιστεύει στην κοινωνία προσώπων που δεν διακόπτεται από τον θάνατο. Τα μνημόσυνα μαρτυρούν ότι η σωτηρία είναι γεγονός κοινότητας, όχι ατομικό κατόρθωμα. Παράλληλα, η προσευχή για τους κεκοιμημένους γίνεται σχολείο ταπείνωσης για τους ζώντες: μας επαναφέρει στο ερώτημα «πώς στεκόμαστε ενώπιον του Υιού του Ανθρώπου;» (21:36).

Η Κυριακή των Απόκρεω, με τη θεματική της Κρίσεως, δεν έρχεται να προσθέσει φόβο, αλλά να αποκαλύψει το κριτήριο της ζωής: η αγάπη ως έμπρακτη κοινωνία με τον Χριστό στα πρόσωπα των αδελφών. Έτσι, το Λκ. 21 προετοιμάζει την Κυριακή αυτή με το να δείχνει ότι η εσχατολογική αναμονή δεν είναι παθητικότητα, αλλά αγρυπνία «ἐν παντὶ καιρῷ» (21:36): προσευχή, νηστεία, εγκράτεια, ελεημοσύνη, συμφιλίωση. Η μνήμη των νεκρών και η μνήμη της Κρίσεως γίνονται, τελικά, ένα σωτήριο μάθημα: να μάθουμε να ζούμε τώρα με τον τρόπο της Βασιλείας, ώστε η συνάντηση με τον Χριστό να μην είναι απειλή αλλά αποκάλυψη ζωής.

***

Soul Saturday of Meatfare Week (Luke 21:8–9, 25–27, 33–36)

Soul Saturday, before Meatfare Sunday, places the remembrance of the departed within the light of the Church’s eschatological hope. It is not a simple recollection of death, but a confession that human life does not end with biological death, and that history moves toward the manifestation of Christ as Judge and Giver of Life. For this reason, the Gospel reading (Luke 21) does not function as a “description of terror,” but as a pedagogy of watchfulness: it calls the faithful to interpret time, the world, and personal life with the Kingdom as the criterion.

The passage begins with a warning against deception: “for many will come… saying… ‘the time is at hand’” (21:8). Deception here is not only incorrect information about the end, but above all the replacement of Christ by every kind of “savior” that promises security without the cross, hope without repentance, redemption without relationship. When the Lord says, “do not go after them,” He sets as a criterion of salvation steadfast faith and discernment. Eschatology, then, is not curiosity about the future, but the guarding of the heart from the idolization of persons, ideologies, or fears.

He then speaks of wars and upheavals (21:9) and makes clear: “the end will not be at once.” By this, Christ heals two opposite spiritual illnesses: panic that sees in every crisis the final consummation, and indifference that treats trials as “mere historical events.” The Church reads such disturbances as a call to repentance and prayer, not as an excuse for fatalism. Historical time remains a field of salvation; nothing lies “outside God,” yet events are not mechanically identified with His will.

The “signs in the sun… in the moon… and in the stars,” and the distress of creation (21:25–26), reveal something deeper: creation, bound up with humanity’s fall, also participates in the turmoil that precedes the final manifestation. The description does not aim at chronological predictions, but at theological revelation: the “stability” we take for granted is not absolute. Only God is unshakable. When “the powers of the heavens will be shaken,” the illusion that human beings control their existence and their future is stripped away. And precisely then “they will see the Son of Man… with power and great glory” (21:27): Christ is revealed not as an idea, but as a Person who recapitulates human history, renders justice, and brings life to its fullness.

The conclusion of the passage shifts the emphasis from signs to spiritual condition: “watch yourselves… lest your hearts be weighed down… with dissipation… drunkenness… and cares of this life” (21:34). The heart grows heavy when one lives as self-sufficient—either in pleasure or in anxiety. Care is not condemned as responsibility, but as an inner captivity that robs a person of the remembrance of God. The “trap” of that day (21:35) refers precisely to the unprepared life: not because God ambushes in a vindictive way, but because a heart that sleeps spiritually cannot stand in the light.

Here also lies the axis that connects the passage with Soul Saturday: the remembrance of the departed is not a sentimental observance, but an ecclesiological act. The Church prays because she believes in the communion of persons that is not broken by death. Memorial services bear witness that salvation is an event of communion, not an individual achievement. At the same time, prayer for the departed becomes a school of humility for the living: it returns us to the question, “how do we stand before the Son of Man?” (21:36).

Meatfare Sunday, with its theme of Judgment, does not come to add fear, but to reveal the criterion of life: love as lived communion with Christ in the persons of our brothers and sisters. Thus Luke 21 prepares for that Sunday by showing that eschatological expectation is not passivity, but watchfulness “at all times” (21:36): prayer, fasting, self-control, almsgiving, reconciliation. The remembrance of the dead and the remembrance of Judgment become, finally, a saving lesson: to learn to live now in the manner of the Kingdom, so that the encounter with Christ may be not a threat, but a revelation of life.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: