Σάββατο της Τετάρτης Εβδομάδος των Νηστειών:
Μάρκος 7:31–37
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η περικοπή Μάρκος 7:31–37 παρουσιάζει τον Χριστό
να θεραπεύει έναν κωφάλαλο. Το γεγονός γίνεται στα όρια της Δεκαπόλεως, δηλαδή
σε περιοχή με έντονο εθνικό (παγανιστικό) στοιχείο. Η φιλανθρωπία του Θεού δεν
περιορίζεται σε έναν λαό ή σε έναν «χώρο θρησκευτικής ασφάλειας», αλλά
απλώνεται εκεί όπου ο άνθρωπος είναι πληγωμένος και διψά για σωτηρία.
Οι άνθρωποι φέρνουν τον κωφάλαλο στον Ιησού και Τον παρακαλούν να βάλει επάνω του το χέρι Του. Η Εκκλησία βλέπει εδώ μία εικόνα της μεσιτείας: κανείς δεν σώζεται ως απομονωμένο άτομο, αλλά μέσα σε σχέση, σε κοινότητα. Συχνά κάποιοι άλλοι—γονείς, φίλοι, αδελφοί—κρατούν τον άνθρωπο όταν ο ίδιος δεν έχει φωνή ή δύναμη. Αυτή είναι και η λειτουργική εμπειρία: ευχόμαστε «υπέρ αλλήλων», και η προσευχή της Εκκλησίας γίνεται ώμοι που σηκώνουν τον αδύναμο.
Ο Χριστός παίρνει τον άνθρωπο «ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ᾿ ἰδίαν». Η κίνηση αυτή δεν είναι άρνηση του πλήθους, αλλά άρνηση «θεατρικού σόου» και λεπτότητα: ο Θεός θεραπεύει με προσωπική συνάντηση. Η χάρη δεν είναι απρόσωπη ενέργεια, είναι σχέση. Η απομάκρυνση από τον θόρυβο οδηγεί σε εσωτερική ησυχία, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για τον λόγο του Θεού. Εδώ φαίνεται και μία σύνδεση με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή: είναι περίοδος απομάκρυνσης από την πολυλογία και τη διάχυση, για να ξαναβρεί ο άνθρωπος την καρδιακή ακοή.
Κατόπιν ο Κύριος βάζει τα δάχτυλα στα αυτιά του,
αγγίζει τη γλώσσα του με σάλιο, σηκώνει τα μάτια στον ουρανό, στενάζει και
λέγει: «ἐφφαθά», δηλαδή «διανοίχθητι». Αυτές οι χειρονομίες είναι βαθιά
θεολογικές. Πρώτα, δείχνουν ότι η σωτηρία δεν είναι μαγική πράξη από απόσταση.
Ο Χριστός αγγίζει την ανθρώπινη φύση, την πλησιάζει, την παίρνει επάνω Του. Η
θεραπεία γίνεται με τρόπο που θυμίζει τα Μυστήρια της Εκκλησίας: ύλη που
γίνεται φορέας χάριτος. Το σάλιο, κάτι τόσο απλό και ταπεινό, φανερώνει ότι ο
Θεός χρησιμοποιεί τα μικρά για να κάνει τα μεγάλα, και ότι δεν ντρέπεται να
«λερωθεί» με την ασθένειά μας, όπως δεν ντράπηκε να σταυρωθεί για εμάς.
Ο «στεναγμός» του Χριστού δεν είναι αδυναμία, αλλά
έκφραση συμπάθειας και πόνου για την ανθρώπινη πτώση. Η κώφωση και η αλαλία δεν
είναι απλώς σωματικά προβλήματα· γίνονται εικόνες πνευματικής καταστάσεως.
Πόσες φορές ο άνθρωπος δεν ακούει τον Θεό—είτε από αμέλεια, είτε από πάθη, είτε
από εσωτερική σκλήρυνση—και έτσι, αφού δεν ακούει, δεν μπορεί και να ομολογήσει
καθαρά; Ο λόγος γίνεται αδύναμος, η προσευχή στεγνώνει. Ο Χριστός έρχεται να
ανοίξει αυτό που έχει κλείσει: αυτιά, στόμα, αλλά και καρδιά.
Η λέξη «ἐφφαθά» έχει επίσης βαπτισματική χροιά
στην παράδοση της Εκκλησίας. Σε αρχαία βαπτισματικά τυπικά, υπήρχε ευχή που
ζητούσε το άνοιγμα των αισθήσεων του κατηχουμένου, ώστε να ακούει το Ευαγγέλιο
και να ομολογεί την πίστη. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι κατεξοχήν περίοδος
κατηχήσεως και επιστροφής. Ακόμη κι αν είμαστε ήδη βαπτισμένοι, καλούμαστε να
ανανεώσουμε το βάπτισμά μας με μετάνοια: να «ανοιχτούν» πάλι τα πνευματικά
αυτιά μας, να καθαριστεί ο λόγος μας από κατάκριση και κενοδοξία, να γίνει η
γλώσσα όργανο δοξολογίας και παρηγοριάς.
Στο τέλος, ο κόσμος λέει: «καλῶς πάντα πεποίηκε·
καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν καὶ τοὺς ἀλάλους λαλεῖν». Αυτή η φράση θυμίζει
την δημιουργία: ο Θεός «καλῶς» έπλασε τα πάντα. Ο Χριστός, λοιπόν, δεν είναι
απλός θαυματοποιός, αλλά ο Δημιουργός. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή μάς εισάγει
ακριβώς σε αυτήν την πορεία: από την παραμόρφωση στην ανακαίνιση, από τη σιωπή
της αμαρτίας στη φωνή της ομολογίας, από την κώφωση της καρδιάς στην ακρόαση
του Θεού. Κι όταν φτάσουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα δούμε ότι η πνευματική
πορεία περνά από τον Σταυρό και την Ανάσταση—εκεί όπου ο Χριστός ανοίγει
οριστικά την κλειστή ζωή μας και μας χαρίζει νέα ακοή και νέο λόγο, μέσα στην
Εκκλησία Του.
***
Saturday of the
Fourth Week of the Fast: Mark 7:31–37
The passage
Mark 7:31–37 presents Christ healing a deaf-mute man. The event takes place on
the borders of the Decapolis, that is, in an area with a strong Gentile (pagan)
presence. God’s love for mankind is not limited to one people or to a “space of
religious safety,” but extends wherever a human person is wounded and thirsts
for salvation.
People bring
the deaf-mute man to Jesus and beg Him to lay His hand upon him. The Church
sees here an image of intercession: no one is saved as an isolated individual,
but within relationship, within community. Often others—parents, friends,
brothers—support a person when he himself has no voice or strength. This is
also the liturgical experience: we pray “for one another,” and the prayer of
the Church becomes shoulders that lift up the weak.
Christ takes
the man “away from the crowd in private” (ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ᾿ ἰδίαν). This
action is not a rejection of the people, but a refusal of a “theatrical show,”
and an act of delicacy: God heals through a personal encounter. Grace is not an
impersonal force; it is relationship. Stepping away from noise leads to inner
stillness, so that space may be made for the word of God. Here we also see a
connection with Great Lent: it is a season of withdrawal from excessive talk
and distraction, so that the human person may recover the listening of the
heart.
Then the Lord
puts His fingers into the man’s ears, touches his tongue with saliva, lifts His
eyes to heaven, sighs, and says, “Ephphatha” (ἐφφαθά), that is, “Be opened.”
These gestures carry deep theological meaning. First, they show that salvation
is not a magical act performed from a distance. Christ touches human nature,
draws near to it, and takes it upon Himself. The healing happens in a manner
that recalls the Mysteries (Sacraments) of the Church: matter becomes a bearer
of grace. The saliva—something so simple and humble—reveals that God uses small
things to accomplish great things, and that He is not ashamed to “get dirty”
with our sickness, just as He was not ashamed to be crucified for us.
Christ’s “sigh”
is not weakness, but an expression of compassion and sorrow for the human fall.
Deafness and muteness are not merely physical problems; they become images of a
spiritual condition. How often does a person fail to hear God—whether through negligence,
through passions, or through inner hardening—and thus, since he does not hear,
he cannot confess clearly? Speech grows weak; prayer becomes dry. Christ comes
to open what has been closed: ears, mouth, and also the heart.
The word
“Ephphatha” also has a baptismal resonance in the tradition of the Church. In
ancient baptismal rites, there was a prayer asking for the opening of the
catechumen’s senses, so that he might hear the Gospel and confess the faith.
Great Lent is, above all, a season of catechesis and return. Even if we are
already baptized, we are called to renew our baptism through repentance: for
our spiritual ears to be “opened” again, for our speech to be cleansed from
judgment and vainglory, and for the tongue to become an instrument of doxology
and consolation.
In the end, the
people say, “He has done all things well; He makes even the deaf hear and the
mute speak” (καλῶς πάντα πεποίηκε· καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν καὶ τοὺς ἀλάλους
λαλεῖν). This phrase recalls creation: God formed all things “well.” Christ,
therefore, is not simply a wonderworker, but the Creator. Great Lent introduces
us precisely to this path: from distortion to renewal, from the silence of sin
to the voice of confession, from the deafness of the heart to the hearing of
God. And when we arrive at Holy Week, we will see that the spiritual journey
passes through the Cross and the Resurrection—there where Christ opens our
closed life once and for all and grants us new hearing and a new word, within
His Church.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου