Μίλησε ο Χριστός μόνο εναντίον της θρησκευτικής
υποκρισίας;
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Ακούγεται συχνά —ιδίως σε σύντομες αναρτήσεις που
ταξιδεύουν εύκολα— ότι ο Χριστός «τα έβαλε μόνο με τους θρήσκους» και «δεν είπε
τίποτα για αμαρτωλούς ή άθεους». Η σκέψη αυτή πατά σε κάτι σωστό, όμως συχνά
απλοποιείται. Αν θέλουμε να μιλήσουμε καθαρά, χρειάζεται να εξετάσουμε: ποιον
ελέγχει ο Χριστός, τι καταδικάζει ως αμαρτία, και πώς θεραπεύει και σώζει τον
άνθρωπο.
1) Ο Χριστός ελέγχει αυστηρά τους θρήσκους όταν η
πίστη γίνεται υποκρισία.
Είναι αλήθεια πως τα σκληρότερα λόγια Του
στρέφονται συχνά εναντίον ανθρώπων που είχαν θρησκευτικό κύρος, αλλά διέστρεψαν
την καρδιά του νόμου: το έλεος, τη δικαιοσύνη, την αλήθεια (πρβλ. Ματθ. 23). Ο
Χριστός δεν πολεμά τη λατρεία, αλλά τη λατρεία χωρίς μετάνοια. Δεν πολεμά τη
νηστεία, αλλά τη νηστεία που γίνεται θέαμα. Δεν πολεμά την τήρηση των εντολών,
αλλά την τήρηση που συνυπάρχει με περιφρόνηση για τον άνθρωπο. Αυτός ο έλεγχος
είναι πάντοτε επίκαιρος, γιατί η υποκρισία είναι πειρασμός για κάθε καρδιά.
2) Ο Χριστός μιλά εναντίον της αμαρτίας, όχι εναντίον συγκεκριμένων ανθρώπων — και αποκαλύπτει τις συνέπειές της.
Το Ευαγγέλιο δεν μας εκπαιδεύει να μοιράζουμε τους
ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς» για να τους δείχνουμε με το δάχτυλο. Μας
οδηγεί βαθύτερα, στη ρίζα του προβλήματος: «εκ της καρδίας εξέρχονται…» (πρβλ.
Ματθ. 15:19). Με άλλα λόγια, το πρώτο ζήτημα δεν είναι η ετικέτα που έχει ο
άλλος, αλλά ο άνθρωπος «από μέσα», όταν η καρδιά του απομακρύνεται από τον Θεό
και αφήνει την αμαρτία να γεννά σκέψεις, λόγια και πράξεις.
Γι’ αυτό το πρώτο κήρυγμα του Χριστού είναι απλό
και καθολικό: «Μετανοείτε» (Μάρκ. 1:15). Μετάνοια σημαίνει αλλαγή πορείας,
επιστροφή, άνοιγμα της ζωής στον Θεό. Και ο Χριστός δεν μιλά για την αμαρτία
σαν να είναι απλώς «παράβαση κανόνων», αλλά σαν μια κατάσταση που φθείρει τον
άνθρωπο: σκοτεινιάζει τον νου, παγώνει την αγάπη, διαλύει σχέσεις, εξαφανίζει
την ελευθερία. Γι’ αυτό επιμένει να μας παιδαγωγεί, όχι για να μας εξευτελίσει,
αλλά για να μας θεραπεύσει.
Εδώ ταιριάζει να θυμηθούμε και μια παραβολή που
δείχνει πώς μπορεί κάποιος να αρνείται τον Θεό χωρίς να το λέει με λόγια. Στην
παραβολή του άφρονος πλουσίου (Λουκ. 12:16–21) ο άνθρωπος δεν φωνάζει «δεν
υπάρχει Θεός». Ζει όμως σαν να μην υπάρχει: κλείνει όλο το νόημα της ζωής στις
αποθήκες του και στην απόλαυση (ψυχή, έχεις πολλά αγαθά…). Και τότε ακούγεται ο
λόγος που κόβει την αλαζονική αυτάρκεια: «Άφρων… ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν
ἀπὸ σοῦ». Δεν καταδικάζεται επειδή είχε αγαθά, αλλά επειδή έβαλε την ελπίδα του
σε κάτι που δεν σώζει.
3) Ο Χριστός πλησιάζει τον αμαρτωλό, προσφέρει
θεραπεία, και χαίρεται όταν ο άνθρωπος μετανοεί και Τον ακολουθεί.
Το κέντρο της ζωής του Χριστού είναι η κίνηση προς
τον πληγωμένο και τον απορριμμένο: «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’
οι κακώς έχοντες… ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»
(Μάρκ. 2:17). Αυτό γκρεμίζει τον θρησκευτικό εγωισμό: ο Θεός δεν περιμένει
πρώτα να γίνεις ενάρετος για να σε δεχθεί. Σε δέχεται όπως είσαι για να σε
σηκώσει και να σε θεραπεύσει.
Αλλά χρειάζεται να ειπωθεί και το άλλο μισό,
εξίσου ευαγγελικό: ο Χριστός δεν επιβραβεύει την αμαρτία· επιβραβεύει τη
μετάνοια. Στη γυναίκα που γλιτώνει από την καταδίκη, δεν λέει «δεν πειράζει»,
αλλά: «πορεύου και μηκέτι αμάρτανε» (Ιω. 8:11). Στον Ζακχαίο, η συνάντηση
γίνεται αλλαγή ζωής και καρπός δικαιοσύνης, κι εκεί ακούγεται: «σήμερον σωτηρία
τω οίκω τούτω εγένετο» (Λουκ. 19:9). Η αγάπη του Χριστού είναι αληθινή ακριβώς
επειδή δεν μας αφήνει όπως είμαστε.
Ο Χριστός λοιπόν, ελέγχει την υποκρισία των
θρήσκων, ελέγχει την αμαρτία όπου κι αν βρίσκεται, και αγκαλιάζει τον άνθρωπο
για να τον θεραπεύσει. Όποιος κρατά μόνο το πρώτο, φτιάχνει ένα βολικό αφήγημα.
Όποιος κρατά μόνο το δεύτερο, κινδυνεύει να κάνει την αλήθεια ρόπαλο. Στο
Ευαγγέλιο, αλήθεια και έλεος πάνε μαζί: για να γίνει ο άνθρωπος ελεύθερος και
να επιστρέψει στον Θεό.
***
Did Christ
speak only against religious hypocrisy?
It is often
said—especially in short posts that spread easily—that Christ “went after only
the religious people” and “said nothing about sinners or atheists.” This claim
rests on something partly true, yet it is frequently oversimplified. If we want
to speak clearly, we need to examine three things: whom Christ rebukes, what He
condemns as sin, and how He heals and saves the human person.
1) Christ
rebukes the religious when faith becomes hypocrisy.
It is true that
His harshest words are often directed at people with religious authority who
distorted the heart of the Law: mercy, justice, and truth (cf. Matthew 23).
Christ does not fight worship itself, but worship without repentance. He does
not fight fasting, but fasting turned into a performance. He does not fight the
keeping of commandments, but a kind of “obedience” that lives side by side with
contempt for the human person. This rebuke remains always relevant, because
hypocrisy is a temptation for every heart.
2) Christ
speaks against sin, not against particular people—and He reveals its
consequences.
The Gospel does
not train us to divide people into “good” and “bad” so that we can point at
them. It leads us deeper, to the root of the problem: “out of the heart come…”
(cf. Matthew 15:19). In other words, the first issue is not the label someone
carries, but the person “within,” when the heart moves away from God and allows
sin to generate thoughts, words, and actions.
That is why
Christ’s first proclamation is simple and universal: “Repent” (Mark 1:15).
Repentance means a change of direction, a return, an opening of one’s life to
God. And Christ does not speak of sin as mere “rule-breaking,” but as a
condition that corrodes the human person: it darkens the mind, chills love,
fractures relationships, and makes freedom vanish. For this reason He persists
in forming and correcting us—not to humiliate us, but to heal us.
Here it helps
to recall a parable that shows how someone can deny God without saying so in
words. In the parable of the Rich Fool (Luke 12:16–21), the man does not shout,
“There is no God.” Yet he lives as though God does not exist: he compresses the
meaning of life into his barns and his pleasures (“Soul, you have many goods
laid up…”). Then comes the word that cuts through arrogant self-sufficiency:
“Fool! This night your soul is required of you” (Luke 12:20). He is not
condemned because he had possessions, but because he placed his hope in what
cannot save.
3) Christ draws
near to the sinner, offers healing, and rejoices when a person repents and
follows Him.
At the center
of Christ’s life is His movement toward the wounded and the rejected: “Those
who are well have no need of a physician, but those who are sick… I came not to
call the righteous, but sinners to repentance” (Mark 2:17). This demolishes
religious pride: God does not first wait for you to become virtuous in order to
accept you. He receives you as you are, in order to raise you up and heal you.
But the other
half must also be said—equally evangelical: Christ does not reward sin; He
rewards repentance. To the woman saved from condemnation, He does not say, “It
doesn’t matter,” but: “Go, and sin no more” (John 8:11). With Zacchaeus, the
encounter becomes a changed life and the fruit of justice, and then we hear:
“Today salvation has come to this house” (Luke 19:9). Christ’s love is real
precisely because it does not leave us as we are.
So, Christ
rebukes the hypocrisy of the religious, confronts sin wherever it is found, and
embraces the human person in order to heal. Whoever holds only the first point
creates a convenient narrative. Whoever holds only the second risks turning
truth into a weapon. In the Gospel, truth and mercy walk together—so that the
human person may become free and return to God.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου