Τι είναι η σχεσιακή οντολογία, την οποία
υποστηρίζουν αρκετοί σύγχρονοι θεολόγοι κάθε χριστιανικής ομολογίας; Από που
προέρχεται;
Για να καταλάβουμε καλύτερα τη νέα αυτή οντολογία, αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε
συνοπτικά τη φιλοσοφική σκέψη του θεμελιωτή της διαλογικής φιλοσοφίας, Μάρτιν
Μπούμπερ, Εβραίου φιλοσόφου. Το πιο σημαντικό του έργο είναι το Εγώ και Εσύ
(Βλ. Tosti G., Io e Tu. Il pensiero di Martin Buber, edizioni Studium, Roma 2021 – αυτό το
βιβλίο χρησιμοποιήσαμε για να εκθέσουμε τη φιλοσοφία του Μάρτιν Μπούμπερ).
Πριν ξεκινήσουμε, όμως, τη συνοπτική παρουσίαση
της φιλοσοφικής διαλογικής σκέψης, καλό είναι να παραθέσουμε μερικά στοιχεία
από τη ζωή αυτού του φιλοσόφου. Ο Μάρτιν Μπούμπερ (1878–1965) ήταν
Αυστρο-Εβραίος φιλόσοφος, θεολόγος και κοινωνικός στοχαστής, γνωστός κυρίως για
τη φιλοσοφία του διαλόγου. Γεννήθηκε στη Βιέννη και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον
θρησκευτικά παραδοσιακό αλλά με πλούσια πνευματική μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία,
ψυχολογία και ανατολικές θρησκείες, επηρεασμένος από τον Χάιντεγκερ και την
εβραϊκή μυστικιστική παράδοση.
Το πιο γνωστό του έργο είναι το Εγώ και Εσύ
(Ich und Du, 1923), όπου αναπτύσσει τη θεωρία ότι η ζωή αποκτά νόημα μέσα στις
αληθινές σχέσεις με τον Άλλο, είτε ανθρώπινο είτε θεϊκό. Ανέδειξε επίσης τη
σημασία της κοινότητας, της θρησκευτικής εμπειρίας και της ειρηνικής
συνύπαρξης. Κατά τη διάρκεια του Ναζισμού, έζησε εξόριστος στην Παλαιστίνη και
αργότερα επέστρεψε στην Ευρώπη, συνεχίζοντας το έργο του για τον διάλογο μεταξύ
πολιτισμών και θρησκειών.
Ας προχωρήσουμε τώρα στη σύντομη έκθεση της
φιλοσοφίας του, ας ελπίσουμε με κατανοητό τρόπο.
Κατά τον Μπούμπερ, το είναι δεν είναι κάτι στατικό
ή αποκομμένο· είναι μια καθαρή δραστηριότητα. Ζει και εκδηλώνεται πάντα μέσα
στη σχέση με κάτι ή κάποιον άλλο. Η υπερβατικότητα — αυτή η αίσθηση που
υπερβαίνει τον εαυτό μας — κατανοείται ως ζωντανή και σχεσιακή, όχι σαν κάτι
αφηρημένο ή απρόσιτο. Ο Θεός, λοιπόν, είναι ένα Αιώνιο Εσύ και μία καθαρή
σχέση· δεν είναι ένα αντικείμενο που απλώς παρατηρούμε ή πιστεύουμε ότι
υπάρχει. Είναι πάντα «Εσύ», προς το οποίο απευθύνεται η σχέση μας.
Ο άνθρωπος γίνεται εγώ μόνο μέσα από την επαφή του
με ένα Εσύ. Η προσωπικότητα και η ατομικότητα αναδύονται μέσα από ζωντανή
αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους ή με τον Θεό. Η σχέση στο Θεό έχει τους
ίδιους χαρακτήρες με τη σχέση στους ανθρώπους· είναι μια διαλογική συνάντηση
που εμφανίζεται και μέσα από τη γλώσσα και την επικοινωνία. Δεν περιορίζεται
μόνο στο συναίσθημα ή στην εσωτερική εμπειρία. Μόνο αυτός που είναι αλληλέγγυος
— δηλαδή που μπορεί να συνδεθεί με σεβασμό και ανοιχτότητα με το κάθε άλλο — είναι
έτοιμος για σχέση με τον Θεό (Βλέπουμε ότι αυτό το αξίωμα έχει υιοθετηθεί και
από την ορθόδοξη μεταπατερική θεολογία, παραδείγματοες χάριν Θανάσης
Παπαθανασίου, η οποία υποστηρίζει, εν ολίγοις, ότι άλλος δρόμος προς τον Θεό
εκτός του ανοίγματος στον άλλον δεν υπάρχει, αξίωμα παντελώς ξένο ως προς την
παραδοσιακή ορθόδοξη θεολογία).
Η πίστη ανήκει στη βεβαιότητα, καθώς συχνά
συνδέεται με κανόνες ή δόγματα· η σχέση με ένα Εσύ, όμως, ανήκει στην
αβεβαιότητα. Κάθε συνάντηση με το ζωντανό Εσύ είναι μοναδική και απρόβλεπτη (Τώρα
καταλαβαίνουμε από πού προέρχονται ορισμένες απόψεις του Χρ. Γιανναρά σχετικά
με τη σχέση ως δήθεν «άθλημα» και την ατομική πίστη ως θωράκιση του εγώ).
Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει εγωιστής, αν η σχέση
Εγώ–Αυτό μεγαλώσει υπερβολικά. Η σχέση Εγώ–Αυτό (I–It) περιγράφει την επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο ή τους άλλους ως
αντικείμενα· το «Αυτό» αντιμετωπίζεται σαν κάτι που χρησιμοποιούμε, εξερευνούμε
ή ελέγχουμε, και έτσι η σχέση γίνεται λειτουργική, γνώση-κεντρική και
εργαλειακή. Παραδείγματα αυτής της σχέσης είναι μια καρέκλα που χρησιμοποιούμε,
ένας συνάδελφος που αξιολογούμε μόνο για την εργασία του ή η φύση που μελετάμε,
όπου η αλληλεπίδραση περιορίζεται στη χρησιμότητα ή στην κατανόηση, χωρίς
αληθινή προσωπική επικοινωνία.
Αν επικεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας,
απομονωνόμαστε από την πραγματική ζωή και τις σχέσεις. Αντίθετα, καθένας μπορεί
να γίνει πραγματικά πρόσωπο, καλλιεργώντας τη σχέση Εγώ–Εσύ και ερχόμενος σε
επαφή με τους άλλους. Η σχέση Εγώ–Εσύ (I–Thou), κατά τον Μάρτιν
Μπούμπερ, είναι η ζωντανή και αληθινή επικοινωνία με έναν άλλο, όπου ο άλλος
δεν αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο αλλά ως πρόσωπο με αξία και μοναδικότητα. Σε
αυτή τη σχέση υπάρχει πλήρης αμοιβαία αναγνώριση, παρουσία και διάλογος· δεν περιορίζεται
στη χρησιμότητα ή την κατανόηση. Παραδείγματα είναι μια βαθιά φιλία, η σχέση με
ένα παιδί ή η πνευματική επαφή με τον Θεό. Η σχέση Εγώ–Εσύ είναι προσωπική,
συναισθηματική και υπαρξιακή, και, σύμφωνα με τον Μπούμπερ, μόνο μέσα από
τέτοιες σχέσεις η ζωή αποκτά πραγματικό νόημα. Έτσι αναπτύσσεται η αληθινή
προσωπικότητα.
Η καθιδρυματική θρησκεία — δηλαδή η θρησκεία που
περιορίζεται σε θεσμούς, κανόνες και δομές — οδηγεί στην απομόνωση και τον
ατομικισμό (Όλοι θυμόμαστε ότι τοιουτοτρόπως εκφραζόταν και ο Χρ. Γιανναράς σε
μία πληθώρα έργων του σχετικά με τη θρησκεία ως ατομικό γεγονός, στον αντίποδα
του οποίου υποτίθεται ότι βρίσκεται το εκκλησιαστικό γεγονός, το οποίο καταφάσκει
τις σχέσεις με τους άλλους, όπως και την απόλυτη ετερότητα των σχετιζόμενων
προσώπων). Η καθιδρυματική θρησκεία, λοιπόν, παρουσιάζεται ως αυτόνομη πραγματικότητα,
αποκομμένη από τη ζωή. Δεν οδηγεί σε σχέση με ένα Αιώνιο Εσύ και έτσι χάνει το
διαλογικό της πνεύμα.
Η θεοφάνεια — η εμπειρία του Θείου — δεν είναι
άλλο παρά αυτή η ανωτέρω περιγραφείσα σχεσιακότητα. Η αυθεντική σχέση με τον
Θεό ή με τους άλλους δεν περιορίζεται σε δόγματα ή τελετουργίες· ζει μέσα στην
πραγματική, διαλογική επικοινωνία.
Σημείωση για τους Έλληνες Πατέρες:
Για τους Πατέρες, η σχέση Θεού και ανθρώπου δεν είναι διαλογική, αλλά
μεθεκτική. Ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται στη θέωση, ταυτίζεται κατά χάρη με τα
άκτιστα θεία ιδιώματα και δεν σχετίζεται με κανένα πρόσωπο του Θεού. Ο άλλος
δεν είναι οδός προς τον Θεό, καθώς στον άλλον φανερώνουμε αυτό που ήδη έχουμε
μέσα μας, ήτοι την ήδη υπάρχουσα σχέση που έχουμε με τον Θεό. Η μόνη περίπτωση
στην οποία ο άλλος μπορεί να θεωρηθεί ως θεοφάνεια, ή καλύτερα ως ερμηνευτής
της ακτίστου θείας αποκαλύψεως, είναι αν πρόκειται για τεθεωμένο ή φωτισμένο
φίλο του Θεού.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς λέει ότι η όραση του
Θεού γίνεται με δύο τρόπους:
- Άμεσα,
με θεία έλλαμψη στους άξιους.
- Έμμεσα,
μέσω υπακοής των ατελών στους πνευματοφόρους / θεοφόρους / χριστόμορφους.
Αυτό το παλαμικό αξίωμα δεν μπορεί να
εγκαταλειφθεί για διαλογικούς και σχεσιακούς λόγους, αλλιώς θα έπρεπε να
εγκαταλειφθεί και η ίδια η διάκριση μεταξύ ποιμένα, ήτοι ανθρώπου που έχει το
Άγ. Πνεύμα κατ’ ενέργειαν, και ποιμενομένου, ανθρώπου που καθαίρεται δια της
καθοδηγήσεως του πνευματικού.
Όσον αφορά τη μετατροπή του ανθρώπου από άτομο σε
πρόσωπο, αυτή δεν εντοπίζεται στους Έλληνες Πατέρες και δεν θα μπορούσε να
εντοπιστεί. Οι Πατέρες δεν ερμηνεύουν το πρόσωπο αξιολογικά, δηλαδή ως ηθική
ποιότητα που πρέπει να αποκτηθεί δια του ανοίγματος σε κάθε είδους ετερότητα, αλλά
ως χωροχρονική έκφανση ή φανέρωση της φύσεως. Άτομο και πρόσωπο είναι το ίδιο
και το αυτό πράγμα για την Ορθόδοξη παράδοση, καθότι δεν υπάρχει φύση
ανυπόστατη και υπόσταση ανούσια. Η κοινωνικότητα, λοιπόν, όπως θα έλεγε και ο
άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός, είναι φυσική πραγματικότητα και όχι διαλογική, καθότι
κάθε ον τείνει με χαρά προς αυτό που είναι ομοούσιο ως προς αυτό. Γι’ αυτόν
ακριβώς το λόγο ο άγ. Ιωάννης θα μας πει ότι η επικοινωνία με τα ομοούσια είναι
ευχάριστη, ένεκα της κοινότητας της ουσίας (Ιωάννης Δαμασκηνός, PG 95, 132AB).
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν υιοθετούνται
φιλοσοφικές φράσεις από διάφορα συστήματα με σκοπό να γίνουμε αρεστοί στο
μεταχριστιανικό πνεύμα της σύγχρονης εποχής, υπάρχει ο κίνδυνος αυτές να
παρεισφρήσουν στη χριστιανική πίστη και στα ίδια τα αξιώματα ενός φιλοσόφου,
αλλοιώνοντάς τη και οδηγώντας, εντέλει, τους πιστούς σε μια διαχυτικότητα και
ένα άνοιγμα που μπορεί να καταλήξει στην αποστασία ή την αθεΐα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου