Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Το Προφητικό Ανάγνωσμα της Παρασκευής της Έκτης Εβδομάδος των Νηστειών: Ησαΐας (66:10–24) - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Το Προφητικό Ανάγνωσμα της Παρασκευής της Έκτης Εβδομάδος των Νηστειών: Ησαΐας (66:10–24)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η περικοπή από τον Ησαΐα (66:10–24) είναι προφητικός λόγος που περιέχει παρηγοριά και κρίση. Μιλά με εικόνες δυνατές, για να μας δείξει ότι ο Θεός δεν κλείνει τα μάτια ούτε στον πόνο του λαού Του ούτε στην αμαρτία του ανθρώπου. Και αυτό ακριβώς ταιριάζει στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: πορευόμαστε προς το Πάθος, όπου η παρηγοριά και η κρίση συναντιούνται πάνω στον Σταυρό.

Η περικοπή ξεκινά με κάλεσμα χαράς: «Εὐφράνθητι, Ἱερουσαλήμ». Η Ιερουσαλήμ εδώ δεν είναι μόνο μια πόλη. Είναι ο τόπος της παρουσίας του Θεού, η εικόνα του λαού Του, και για την Εκκλησία γίνεται προτύπωση της «άνω Ιερουσαλήμ», της ζωής που χαρίζει ο Χριστός. Η χαρά δεν είναι φτηνός ενθουσιασμός. Απευθύνεται «πᾶσιν ὅσοι ἐπενθεῖτε ἐπ’ αὐτῇ»: σε όσους πόνεσαν, όσους είδαν την ερήμωση, όσους ένιωσαν ότι η πίστη τους στέγνωσε. Ο Θεός δεν περιφρονεί το πένθος· το μεταμορφώνει.

Έπειτα έρχεται η τρυφερή εικόνα της μητέρας: «ἀπὸ μαστοῦ παρακλήσεως», «ὡς εἴ τινα μήτηρ παρακαλέσει, οὕτω κᾀγὼ παρακαλέσω ὑμᾶς». Ο Θεός φανερώνεται όχι μόνο ως Κύριος και Κριτής, αλλά ως Παρηγορητής. Μας λέει ότι η σωτηρία δεν είναι ιδέα· είναι τροφή, ανάπαυση, αγκαλιά. Και το «ποτάμι εἰρήνης» δεν είναι απλώς μια καλύτερη ψυχολογία. Είναι ρεύμα ζωής που έρχεται από τον Θεό και σαρώνει την ξηρασία της καρδιάς. Όταν λέει ότι «τὰ ὀστᾶ ὑμῶν ὡς βοτάνη ἀνατελεῖ», μιλά για ανακαίνιση ολοκληρωτική: μέχρι και εκεί που ο άνθρωπος νιώθει πως δεν έχει πια δύναμη.

Όμως η παρηγοριά δεν καταργεί την αλήθεια. Αμέσως μετά ακούμε για τον Κύριο που «ὡς πῦρ ἥξει». Η φωτιά αυτή είναι ο ίδιος Θεός, η παρουσία Του που για τους ταπεινούς γίνεται φως και ζεστασιά, ενώ για την αμετανόητη καρδιά γίνεται πυρκαγιά που κατακαίει. Η κρίση που περιγράφεται δεν είναι εκδικητικότητα. Είναι αποκάλυψη: φανερώνεται τι λατρεύουμε στ’ αλήθεια. Γι’ αυτό ο προφήτης ελέγχει τους «ἁγνιζόμενους… εἰς τοὺς κήπους» και τις ακάθαρτες πρακτικές τους: ο άνθρωπος εύκολα μεταμφιέζει την απομάκρυνσή του από τον Θεό σε «λατρεία», σκεπάζοντας την ειδωλολατρία με τελετές και δίνοντας θρησκευτική όψη σε μια ζωή που, στην πράξη, Τον αρνείται.

Κι όμως, ο Θεός δεν απευθύνεται μόνον σε έναν λαό. «Συναγαγεῖν πάντα τὰ ἔθνη καὶ τὰς γλώσσας»: η σωτηρία ανοίγει προς όλους. Η αναφορά στην «Ἑλλάδα» και στις «νήσους τὰς πόρρω» δείχνει προφητικά αυτό που θα ζήσει η Εκκλησία: οι απόστολοι θα σταλούν μέχρι τα πέρατα, και οι λαοί θα κληθούν να δουν «τὴν δόξαν» του Θεού. Η Εκκλησία δεν είναι κλειστός κύκλος· είναι πρόσκληση. Και η εικόνα όπου οι άνθρωποι «ἄξουσι τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν… δῶρον Κυρίῳ» είναι συγκλονιστική: ο αδελφός γίνεται δώρο. Σαν να λέει ο Θεός: το πιο πολύτιμο που μπορείτε να φέρετε ενώπιόν Μου είναι ο άνθρωπος, η επιστροφή του, η ένταξή του στη χαρά.

Το τέλος είναι αυστηρό: η θέα των «παραβεβηκότων» και το «πῦρ… οὐ σβεσθήσεται». Η Εκκλησία δεν το διαβάζει για να τρομοκρατήσει, αλλά για να μας ξυπνήσει. Η αγάπη του Θεού είναι αληθινή, άρα παίρνει στα σοβαρά την ελευθερία μας. Ο Θεός προσφέρει την Ιερουσαλήμ-παρηγοριά, αλλά δεν εξαναγκάζει κανέναν να την αγαπήσει.

Έτσι, το ανάγνωσμα γίνεται καθρέφτης της πορείας μας: μας παρηγορεί σαν μητέρα, μας καθαρίζει σαν φωτιά, μας ανοίγει στην καθολικότητα της σωτηρίας, και μας θυμίζει ότι η τελική χαρά δεν είναι χωρίς μετάνοια. Η Ιερουσαλήμ της προφητείας φανερώνεται ολοκληρωμένα στο πρόσωπο του Χριστού: Εκείνος χαρίζει την ειρήνη που ρέει σαν ποταμός και, συγχρόνως, είναι το φως της κρίσεως που ξεσκεπάζει όσα κρύβονται στα βάθη της καρδιάς. Ο προφήτης μπροστά στην παρουσία του Θεού μοιράζεται την χαρά του και προτρέπει και εμάς: «Εὐφράνθητι… καὶ πανηγυρίσατε».

***

The Prophetic Reading for the Friday of the Sixth Week of the Fast: Isaiah (66:10–24)

The passage from Isaiah (66:10–24) is a prophetic word that holds together consolation and judgment. It speaks in powerful images, showing that God does not close His eyes either to the suffering of His people or to human sin. This fits the close of Great Lent exactly: we are moving toward the Passion, where consolation and judgment meet upon the Cross.

The passage begins with a call to joy: “Rejoice, O Jerusalem.” Jerusalem here is not merely a city. It is the place of God’s presence, the image of His people, and for the Church it becomes a foreshadowing of the “Jerusalem above,” the life granted by Christ. This joy is not cheap excitement. It is addressed to “all who mourn for her”: to those who have ached, those who have seen desolation, those who have felt their faith dry up. God does not despise mourning; He transforms it.

Then comes the tender image of a mother: “from the breast of her consolation,” and “as a mother comforts her child, so will I comfort you.” God is revealed not only as Lord and Judge, but also as the Comforter. He tells us that salvation is not an idea; it is nourishment, rest, an embrace. And the “river of peace” is not simply an improved mood. It is a stream of life that comes from God and washes away the heart’s dryness. When He says, “your bones shall flourish like grass,” He speaks of a complete renewal—reaching even those places where a person feels there is no strength left.

Yet consolation does not cancel truth. Immediately afterward we hear of the Lord who “will come like fire.” This fire is God Himself: His presence becomes light and warmth for the humble, but for the unrepentant heart it becomes a blaze that consumes. The judgment described is not vindictiveness. It is revelation: what we truly worship is brought to light. For this reason the prophet rebukes those who “purify themselves… in the gardens” and their unclean practices: a person can easily disguise distance from God as “worship,” covering idolatry with rituals and giving a religious appearance to a life that, in practice, denies Him.

And yet God does not speak only to one people. “To gather all nations and tongues”: salvation opens outward to all. The mention of “Greece” and the “far-off islands” points prophetically to what the Church will live: the apostles will be sent to the ends of the earth, and the nations will be called to behold God’s “glory.” The Church is not a closed circle; it is an invitation. And the image in which people “bring our brethren… as an offering to the Lord” is striking: the brother becomes a gift. It is as if God is saying: the most precious thing you can bring before Me is the human person—his return, his restoration, his entry into joy.

The ending is severe: the sight of those who have “transgressed,” and the “fire… that shall not be quenched.” The Church does not read this to terrify, but to wake us up. God’s love is real, and therefore it takes our freedom seriously. God offers the Jerusalem of consolation, but He forces no one to love it.

In this way, the reading becomes a mirror of our journey: it comforts us like a mother, purifies us like fire, opens us to the universality of salvation, and reminds us that final joy is not possible without repentance. The Jerusalem of prophecy is revealed in its fullness in the person of Christ: He grants peace that flows like a river and, at the same time, He is the light of judgment that exposes what lies hidden in the depths of the heart. Standing before God’s presence, the prophet shares his joy and urges us as well: “Rejoice… and be glad.”

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: