Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Βασιλίσκου ανεψιού του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (22 Μαΐου) - Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει σϞε’ [295], απεστάλθη εις την Ανατολήν κατά των Χριστιανών ηγεμών ο Αγρίππας, αντί του προτέρου ηγεμόνος Ασκληπιοδότου, ο οποίος φθάσας εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας, εξέταζε και ετιμώρει τους Χριστιανούς. Τότε ήτον και ο Άγιος ούτος Βασιλίσκος, καταγόμενος από ένα χωρίον της εν τη Μαύρη Θαλάσση Αμασείας, Χουμιαλά ονομαζόμενον, ανεψιός του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. Εμβήκε δε πρότερον εις το μαρτύριον και αγωνίσθη μαζί με τον Ευτρόπιον και Κλεόνικον τους συστρατιώτας του θείου του Αγίου Θεοδώρου. Και επειδή εκείνοι μεν ετελείωσαν εις το μαρτύριον, ο δε Βασιλίσκος έμεινε κλεισμένος εις την φυλακήν, δια τούτο είχε και αυτός επιθυμίαν να τελειώση τον δρόμον του μαρτυρίου.

Όθεν ηξιώθη της επιφανείας του Θεού, όστις επρόσταζεν αυτόν να υπάγη να αποχαιρετίση τους εδικούς του, και έπειτα να υπάγη εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας ίνα μαρτυρήση εκεί. Ελευθερωθείς λοιπόν ο Άγιος από την φυλακήν υπό των στρατιωτών, επήγε μαζί με αυτούς εις τον οίκον του. Όθεν αφ’ ου απεχαιρέτισε τους συγγενείς του, και εκατήχησεν αυτούς με τους λόγους της ευσεβείας, έμεινεν εκεί μαζί με αυτούς. Επειδή δε εζητήθη ο Άγιος εις την φυλακήν και δεν ευρέθη, εθυμώθη δια τούτο ο ηγεμών. Όθεν επρόσταξεν, ότι όπου εύρουν αυτόν, να τον δέσουν με δύω αλυσίδας και να βάλουν υποδήματα σιδηρά εις τους πόδας του, τα οποία να έχουν καρφία, και έτζι με πολλήν βίαν να τον φέρουν εις το κριτήριον.

Οι απεσταλμένοι λοιπόν ευρόντες τον Άγιον, με βίαν ετράβιζον αυτόν, τα δε καρφία των υποδημάτων τόσον βαθέως εμπήχθησαν μέσα εις τα κόκκαλα των ποδών του, ώστε οπού όλη η εκείσε γη εκοκκίνησεν από το αίμα. Φθάσαντες δε οι στρατιώται εις ένα χωρίον ονομαζόμενον Δακνών, εφιλοξενήθησαν εις τον οίκον μιας γυναικός Τραϊανής ονόματι. Όθεν δέσαντες τον Άγιον εις μίαν ξηράν πλάτανον, οπού ήτον εκεί, εκάθησαν δια να δειπνήσουν. Ο δε Άγιος επροσηύχετο, και ω του θαύματος! η ξηρά πλάτανος εβλάστησε και εύγαλε φύλλα, και όχι μόνον τούτο, αλλά και μία βρύσις ευγήκεν από την ρίζαν της πλατάνου, η οποία βρύσις σώζεται έως την σήμερον και αεννάως αναβλύζει νερόν. Τότε δε έγινε και σεισμός τόσον δυνατός, ώστε οπού οι στρατιώται επήδησαν από την τράπεζαν, και ευγήκαν έξω από το οσπήτιον οπού εδείπνουν, δια να ιδούν τι ηκολούθησε. Βλέποντες δε την βρύσιν να τρέχη, και την ξηράν πλάτανον να βλαστήση, έγιναν έκθαμβοι. Όθεν και επίστευσαν εις τον Χριστόν, δεκατρείς όντες εις τον αριθμόν. Ευθύς λοιπόν έλυσαν τον Άγιον, και ευγάνοντες τα καρφία από τους πόδας του, επρόσπεσαν εις αυτόν, ζητούντες να τους βαπτίση, ομού με την γυναίκα οπού τους εδέχθη, και με όλους τους ανθρώπους του οσπητίου της. Έφεραν δε και πολλούς ασθενείς, και δαιμονισμένους, τους οποίους όλους ιάτρευσεν ο Άγιος, και τους εβάπτισεν.

Όταν δε επαραστάθη ο Μάρτυς εις τον ηγεμόνα, είπε προς αυτόν εκείνος, διατί δεν θυσιάζεις, ανόητε, εις τους θεούς; Ο Άγιος απεκρίθη, εγώ ω ηγεμών, δεν παύω από το να θυσιάζω εις τον Θεόν. Τούτο δε ακούσας ο ηγεμών εχάρη, και επήρε τον Άγιον από το χέρι, και χαιρετίσας αυτόν, επήγεν εις τον ναόν των ειδώλων. Τότε ο Άγιος σηκώσας τας χείρας του, επροσευχήθη, και ευθύς ήλθε φωτία από τον ουρανόν, και κατέκαυσε τον ναόν, και τα εν αυτώ είδωλα κατετζάκισεν εις λεπτά κομμάτια. Βλέπωντας δε ο ηγεμών, έφυγεν. Όταν δε πάλιν ο Άγιος παρεστάθη εις αυτόν, του είπεν εκείνος, ανόητε και αληθώς ιερόσυλε, διατί, αντί να προσφέρης θυσίαν εις τους θεούς, εσύ με τας μυσαράς σου μαγείας κατέκαυσας τον ναόν, και τους θεούς μας ελέπτυνας ωσάν κονιορτόν; Ο Άγιος απεκρίθη, εκείνο οπού εποίησα, δεν το αρνούμαι. Τας χείρας μου μόνον εσήκωσα εις τον ουρανόν, καθώς και εσύ είδες τούτο και μαρτυρείς, και επικαλέσθηκα τον εν Ουρανοίς κατοικούντα Θεόν. Όθεν από εκεί εκατέβη φωτία, και κατέκαυσε τους λίθους και τα ξύλα, και τους θεούς σας ελέπτυνε, δια να μη γελάσθε από αυτούς. Ταύτα ακούσας ο ηγεμών, άναψεν από τον θυμόν. Όθεν επρόσταξε να κοπή η κεφαλή του Αγίου, το δε σώμα του να ριφθή εις τον ποταμόν. Όθεν οι στρατιώται πέρνοντες τον Άγιον επήγαν αυτόν έξω από την πόλιν, και απέκοψαν την μακαρίαν του κεφαλήν. Μερικοί δε Χριστιανοί έδωκαν τριάκοντα φλωρία εις τους στρατιώτας, και έλαβον το σώμα του Μάρτυρος.

Μαρίνος δε ο εν Κομάνοις ευρισκόμενος ευσεβέστατος άρχων, έκτισεν εκεί Ναόν αξιοπρεπή εις το όνομα του Αγίου, μέσα εις τον οποίον απέθετο εντίμως το λείψανόν του, από το οποίον γίνονται ιατρείαι και θαύματα εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: