Ομιλία του Προέδρου της Κυπριακής
Δημοκρατίας κ. Νίκου Χριστοδουλίδη ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής των
Ελλήνων
Είναι με αισθήματα βαθύτατου σεβασμού και
απεριόριστης εκτίμησης που έχω την ιδιαίτερη τιμή, αλλά και το προνόμιο να
απευθύνομαι εκ μέρους του κυπριακού λαού στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων,
παρουσία του Πρωθυπουργού και του συνόλου της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.
Παρακαλώ, κύριε Πρόεδρε της Βουλής, δεχθείτε τις θερμότατες ευχαριστίες μου για την πρόσκληση που μού απευθύνατε να προσφωνήσω την ειδική αυτή συνεδρίαση. Μεταφέρω μηνύματα αδελφικής αγάπης και παντοτινής ευγνωμοσύνης προς κάθε Ελληνίδα και Έλληνα, τόσο στον μητροπολιτικό ελληνισμό όσο και στην ομογένεια σε όλο τον κόσμο.
Η παρουσία μου εδώ, στον Ναό της Δημοκρατίας, στη χώρα που γέννησε την Δημοκρατία πριν από χιλιάδες χρόνια, συνοδεύεται από το ιστορικό χρέος να αρχίσω την ομιλία μου, μνημονεύοντας τους Έλληνες της Κύπρου που πήραν μέρος σε όλους τους εθνικούς αγώνες.
Σε κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας, αλλά και πέραν αυτής, υπάρχουν τα οστά αγωνιστών από τη Μεγαλόνησο που θυσιάστηκαν για την ελευθερία, για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Ομοίως, είμαστε υπερήφανοι και ευγνώμονες γιατί τα
χώματα της Κύπρου είναι εμποτισμένα με το αίμα των Ελλήνων αδελφών μας που
έσπευσαν να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της
πατρίδας μας, μένοντας μέχρι τέλους συνεπείς στο συναπάντημα με την ιστορία και
την εθνική επιταγή για ελευθερία, όπως ορίζεται από τα βάθη των αιώνων.
Υποκλινόμαστε, κυρίες και κύριοι, στους ηρωικούς
Έλληνες αξιωματικούς, οπλίτες, αλλά και πολίτες, που φώναξαν βροντερό «παρών»
και θυσίασαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, για να αποτρέψουν τους διχοτομικούς
σχεδιασμούς της Τουρκίας, αρχικά το 1963, τρία μόλις χρόνια μετά τη δημιουργία
της Κυπριακής Δημοκρατίας, του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους και, ακολούθως, το
1974, με την παράνομη, βάρβαρη εισβολή του Αττίλα, που συνεχίζει να καταπατά το
37% της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Υποκλινόμαστε επίσης στους Έλληνες αδελφούς μας
που τόσα χρόνια μετά παραμένουν αγνοούμενοι, διαβεβαιώνοντας τους οικείους τους
ότι ποτέ δεν θα ησυχάσουμε εάν δεν διακριβωθεί η τύχη και του τελευταίου
αγνοουμένου της κυπριακής τραγωδίας. Το χρέος μας είναι ακόμη μεγαλύτερο, εάν
αναλογιστούμε ότι με τη θυσία τους έβαλαν βάλσαμο στην πληγή που προκάλεσε η
πιο σύγχρονη τραγωδία του Ελληνισμού, πληγή που, δυστυχώς, αιμορραγεί μέχρι και
σήμερα. Αυτοί κράτησαν ψηλά το λάβαρο της αξιοπρέπειας και κατέκτησαν μια θέση
στο πάνθεον των αθανάτων, μαζί με τον Λεωνίδα, τον Κολοκοτρώνη, τον
Παλληκαρίδη, τον Αυξεντίου, και πολλούς άλλους, συνεχιστές της ιστορικής μας
διαδρομής.
Κυρίες και κύριοι,
Παντοτινή θα είναι η ευγνωμοσύνη μας και έναντι
των Ελλήνων αδελφών μας που άνοιξαν τα σπίτια τους και φιλοξένησαν παιδιά από
την Κύπρο το μαύρο καλοκαίρι του 1974, που πρόσφεραν δουλειά και φαγητό σε
χιλιάδες συμπατριώτες μου, που έδωσαν σε γενεές Κυπρίων την ευκαιρία να
κατακτήσουν το φως της γνώσης εδώ, στα Πανεπιστήμια της Ελλάδας. Ποτέ μα ποτέ
δεν θα ξεχάσουμε τη βοήθεια που μάς προσφέρατε εκείνες τις δύσκολες ώρες, όταν
ο λαός μας, οι παππούδες μας, οι πατεράδες μας αναζητούσαν ένα αποκούμπι ελπίδας,
για να κρατηθούν όρθιοι.
Στις τιμημένες στήλες των μνημείων μας και στην
Κύπρο και στην Ελλάδα είναι χαραγμένα τα ονόματα των ηρώων που έπεσαν στους
ένδοξους αγώνες από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα.
Στην επιτύμβια πλάκα στο Μνημείο του Αγνώστου
Στρατιώτη στο Σύνταγμα, μερικά μέτρα από εδώ, υπάρχει χαραγμένο το όνομα της
Κύπρου, δίπλα από άλλες τοποθεσίες όπου πολέμησαν Έλληνες. Όλοι αυτοί οι ήρωες
είναι οι αρμοί που ενώνουν τους κοινούς μας αγώνες, τις κοινές μας αξίες και τα
κοινά μας οράματα, που κατά τον Ηρόδοτο συνθέτουν την εθνική μας ταυτότητα,
αλλά και τη συνείδησή μας: το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το όμόθρησκον και το
ομότροπον.
Κυρίες και Κύριοι,
Ο ιστορικός αυτός χώρος της Βουλής των Ελλήνων, η
ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών που τον περιβάλλει, κάθε πλατεία, κάθε
γειτονιά της πόλης, όπως βεβαίως και όλες τις πόλεις της Ελλάδας είναι σιωπηλοί
μάρτυρες μείζονων γεγονότων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και
της Ελλάδας: Από τη δεκαετία του ’50, όταν οι Έλληνες της Κύπρου εξεγέρθηκαν,
διεκδικώντας το αυτονόητο, μέχρι τη μαύρη επταετία της Χούντας των
Συνταγματαρχών, που οδήγησε στο προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, το
οποίο χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά από την Τουρκία για την παράνομη εισβολή, η
ελευθερία παραμένει μέχρι και σήμερα το βασικό διακύβευμα.
Από εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1974 μέχρι και
σήμερα, η Τουρκία διαπράττει με τη βία των όπλων ένα από τα μεγαλύτερα
εγκλήματα στη μεταπολεμική Iστορία
της Ευρώπης και είναι υπόλογη για τη δολοφονία χιλιάδων αμάχων και
στρατευσίμων, αρκετοί από τους οποίους παραμένουν αγνοούμενοι. Αυτό που
συμβαίνει σήμερα, κυρίες και κύριοι, στην Ουκρανία, και δικαίως προκαλεί την
εντονότατη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, διαπράχθηκε στην Κύπρο πριν από
μισό αιώνα και, δυστυχώς, οι συνέπειες υφίσταται μέχρι σήμερα.
Τα στοιχεία για την Τουρκία είναι συντριπτικά.
- Για 52
ολόκληρα χρόνια συνεχίζει την παράνομη κατοχή του 37% της επικράτειας της
Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους μέλους της
Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ).
- Απαγορεύει
την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια και τις περιουσίες τους.
- Αρνείται
να επιτρέψει την πρόσβαση σε αρχεία του κατοχικού στρατού για τη
διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών, σε ένα καθαρά ανθρωπιστικό θέμα.
- Παραβιάζει
βασικές ελευθερίες και θεμελιώδη δικαιώματα όλων των νόμιμων κατοίκων της
Κύπρου, Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών, Αρμενίων και Λατίνων.
- Διευρύνει
τον παράνομο εποικισμό και την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της
χώρας.
- Εντατικοποιεί
την οικονομική, πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική χειραγώγηση των
Τουρκοκυπρίων συμπατριωτών μας.
- Διώκει
πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας που παραμένουν τόσα χρόνια μετά
εγκλωβισμένοι στις κατεχόμενες περιοχές.
- Καταστρέφει
τη θρησκευτική και πολιτιστική κληρονομιά.
- Εμποδίζει
όλους μας να εγκατασταθούμε, να διακινηθούμε, να ζήσουμε ελεύθερα σε όποιο
μέρος της πατρίδας μας επιθυμούμε, όπως ακριβώς πράττουν όλοι οι Ευρωπαίοι
πολίτες.
Όλα όσα προανέφερα είναι μόνο μερικά από τα
τεκμήρια ενός παρατεταμένου τουρκικού εγκλήματος, που παραβιάζει κατάφορα το
Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, σε βάρος της
κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Συνιστά αδιαμφισβήτητη παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών και των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων-Ευρωπαίων πολιτών, περιλαμβανομένων
φυσικά και των Τουρκοκυπρίων συμπατριωτών μας.
Κυρίες και Κύριοι,
Οι αδικαίωτοι νεκροί και αγνοούμενοι της κυπριακής
τραγωδίας, οι πρόσφυγες, οι εγκλωβισμένοι και οι παθόντες, η κάθε οικογένεια
που συνεχίζει για 52 ολόκληρα χρόνια να υποφέρει από αυτό το κατ’ εξακολούθηση
έγκλημα, ορίζουν το χρέος που έχουμε, για να απαλλαγούμε από τα δεσμά της
κατοχής και να απελευθερώσουμε την πατρίδα μας, ώστε να διασφαλίσουμε στους
πολίτες της χώρας μας το δικαίωμα να ζήσουν σε συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας
και να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα όπως όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες.
Έχοντας, λοιπόν, ως όρο εντολής από τον κυρίαρχο
λαό την απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας, εργαζόμαστε ακατάπαυστα,
για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για
συνολική επίλυση του Κυπριακού, πάντα στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου των
ΗΕ, του διαπραγματευτικού κεκτημένου, και φυσικά των αρχών, των αξιών και του
Δικαίου της ΕΕ. Και είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι το Ενωσιακό Δίκαιο μπορεί να
λειτουργήσει ως καταλύτης για επίλυση του Κυπριακού, αλλά και ως η σημαντικότερη
ασφαλιστική δικλείδα για εφαρμογή μίας λειτουργικής και βιώσιμης λύσης.
Από την πρώτη ημέρα ανάληψης της διακυβέρνησης της
χώρας, πριν από τρία και πλέον χρόνια, έχοντας ξεκάθαρη πολιτική βούληση και με
διεκδικητικό ρεαλισμό, επιδιώξαμε, στη βάση συγκεκριμένου πλάνου και
σχεδιασμού, την ανακίνηση του διεθνούς ενδιαφέροντος για το Κυπριακό. Μεσούσης
της παγκόσμιας αναταραχής εξαιτίας δύο πολέμων, στην Ουκρανία και στη Μέση
Ανατολή, μπορέσαμε να τερματίσουμε το επταετές τέλμα, όπως ο ίδιος ο Γενικός
Γραμματέας (ΓΓ) των ΗΕ δημόσια ανέφερε, και αυτήν τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη
μια υποσχόμενη πρωτοβουλία για επανέναρξη των συνομιλιών.
Παρά τα προβλήματα, τις προκλήσεις, τις δυσκολίες,
που σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν υποβαθμίζω, επενδύουμε στη διαπραγματευτική
προσπάθεια, στη ξεκάθαρη πολιτική βούληση του ΓΓ, με την πεποίθηση ότι θα
υπάρξουν πολύ σύντομα χειροπιαστά αποτελέσματα.
Κύριε Πρωθυπουργέ, κύριε Πρόεδρε της Βουλής,
κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Σε αυτήν τη τιτάνια προσπάθεια που καταβάλλουμε
για απαλλαγή από τα δεσμά της κατοχής δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε μόνοι.
Έχουμε τη στήριξη πρώτα και κύρια της Ελλάδας, η οποία παραμένει ο πιο συνεπής
και ανιδιοτελής μας σύμμαχος. Και θα ήθελα σήμερα, για μια ακόμη φορά, να
εκφράσω την ευγνωμοσύνη μας για τη διαχρονική συμπαράσταση. Ιδιαίτερα σημαντική
είναι και η στήριξη που έχουμε από τους εταίρους μας στην ΕΕ. Σημειώνω με
ικανοποίηση το γεγονός ότι, μετά από επίπονες δικές μας προσπάθειες, οι επικεφαλής
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου απευθύνθηκαν από κοινού
στον ΓΓ, καταγράφοντας μια ιστορική, ας μού επιτραπεί ο όρος, επιστολή, με τον
πλέον επίσημο τρόπο, εκφράζοντας όχι μόνο το ενδιαφέρον της ΕΕ για το Κυπριακό,
αλλά και το πλαίσιο, που πρέπει να διασφαλίζει η επίλυσή του.
Αυτή η κοινή επιστολή μαζί με τα Συμπεράσματα του
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου του 2024, στα οποία γίνεται σαφής διασύνδεση
των ευρωτουρκικών με την πρόοδο στο Κυπριακό, ενισχύουν τη διπλωματική και
πολιτική μας φαρέτρα και ξεκαθαρίζουν προς πάσα κατεύθυνση ότι το Κυπριακό
είναι και ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε, με την
πολυεπίπεδη και ξεκάθαρη εξωτερική μας πολιτική, με την ενίσχυση δεσμών με
στρατηγικούς εταίρους, τον δημιουργικό μας ρόλο εντός της ΕΕ, αλλά και στην
ευρύτερη περιοχή, με την αλλαγή της εικόνα και της φήμη της χώρας μας και την
ισχυροποίηση της οικονομίας μας, με την ενδυνάμωση όλων των παραγόντων ισχύος
της χώρας, εσωτερικών και εξωτερικών, πετύχαμε την επανενεργοποίηση του
διεθνούς παράγοντα και την έναρξη των σχετικών διεργασιών, που ευελπιστούμε,
πολύ σύντομα, να οδηγήσουν σε θετική κατάληξη.
Θέλω σήμερα, με τον πλέον επίσημο τρόπο, από αυτό το ιστορικό
βήμα, να τονίσω ότι για εμάς η λύση δύο κρατών δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη.
Ποτέ, κυρίες και κύριοι, δεν θα δεχθούμε να συζητήσουμε νομιμοποίηση της
παρανομίας. Και ποτέ δεν πρόκειται να υπογράψουμε μονιμοποίηση και νομιμοποίηση
του διοικητικού, πολιτικού και εδαφικού ακρωτηριασμού της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Στα δικά μας οράματα, το αύριο της Κύπρου κατοχυρώνεται μέσα από
την επανένωση της χώρας μας, από το ένα άκρο μέχρι το άλλο: από το Ακρωτήρι του
Αποστόλου Ανδρέα μέχρι την μαρτυρική Τηλλυρία και από την Κερύνεια μέχρι την
Λεμεσό και την Αμμόχωστο.
Κυρίες και κύριοι,
Στην Ιστορία του Ελληνισμού υπήρξαν δεινά που
γεννήθηκαν στη μήτρα του διχασμού, εξαιτίας αφρόνων και ολέθριων επιλογών.
Ευτυχώς, όμως, φωτεινά είναι τα παραδείγματα, κατά τα οποία ο Ελληνισμός
κατέγραψε επιτυχίες, όταν επικρατούσαν συνθήκες συνεννόησης και ξεκάθαρες
στρατηγικές επιλογές, με όραμα, με στόχο και με πλάνο. Οι ένδοξες σελίδες της
Ιστορίας μας γράφτηκαν με χρυσά γράμματα, όποτε οι Έλληνες ενεργούσαμε
μονιασμένοι για την επίτευξη ευγενών στοχεύσεων, με οδηγό τον διεκδικητικό
ρεαλισμό, την ορθολογική ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων και τον ορθό υπολογισμό
του συσχετισμού δυνάμεων, πάντα με ευθυκρισία και πραγματισμό.
Και είμαστε περήφανοι γιατί η ένταξη της Κυπριακής
Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2004, η πιο δραστική μεταβολή μετά την ανεξαρτησία του
1960 και η πιο σημαντική διπλωματική μας επιτυχία από ιδρύσεως της Κυπριακής
Δημοκρατίας ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα του διεκδικητικού ρεαλισμού και της
αγαστής, της άριστης συνεργασίας Κύπρου και Ελλάδας. Αυτό το κορυφαίο
επίτευγμα, που άλλαξε κυριολεκτικά τη μοίρα της χώρας, οφείλεται σε μεγάλο
βαθμό και στη σθεναρή στήριξη της Ελλάδας. Πέραν της συμπαράστασης των
ελληνικών κυβερνήσεων διαχρονικά, και της πολιτικής ηγεσίας στο σύνολό της,
οφείλω να αναγνωρίσω, να εξάρω σήμερα την ουσιαστική συμβολή της Βουλής των
Ελλήνων, η οποία με ψήφισμα είχε καταστήσει σαφές προς όλους ότι δεν θα
επικύρωνε την διεύρυνση της ΕΕ, εάν δεν περιλάμβανε και την Κυπριακή
Δημοκρατία.
Αυτή η θέση της Ελληνικής Βουλής λειτούργησε
καταλυτικά για την επίτευξη του μείζονος εθνικού στόχου της ένταξης της
Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ. Σήμερα, είκοσι δύο χρόνια μετά, η Κυπριακή
Δημοκρατία είναι πλέον ένα ώριμο μέλος, ένας δημιουργικός εταίρος, με
καθοριστική συμβολή στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Με σαφή και ξεκάθαρο πολιτικό
προσανατολισμό στα μεγάλα θέματα, με διοικητική και οργανωτική επάρκεια, η
Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί περήφανα, το τρέχον εξάμηνο, με αυτοπεποίθηση την
Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών και
γεωοικονομικών προκλήσεων, που δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα των κρατών μελών,
δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα της Ένωσης και διακυβεύουν την ενότητα και τη
συνοχή μας.
Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι η στρατηγική
αυτονομία της ΕΕ, η αυτονομία σε όλους τους ζωτικούς τομείς είναι εκ των ων ουκ
άνευ για τη διαδικασία προς την περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, για μια Ένωση
πιο αυτόνομη, πιο ανεξάρτητη και ισχυρή, ικανή να προστατεύει τους πολίτες της,
να προστατεύει τα σύνορά της και τα συμφέροντά της. Και ακριβώς, γι’ αυτήν την
ΕΕ εργαζόμαστε.
Κυρίες και κύριοι,
Πολύ πρόσφατα βιώσαμε ακόμη περισσότερο την ανάγκη
ετοιμότητας και αυτονομίας της ΕΕ στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, όταν
η στρατιωτική Βρετανική Βάση Ακρωτηρίου, που βρίσκεται στην επικράτεια της
Κυπριακής Δημοκρατίας, δέχθηκε επίθεση από μη επανδρωμένο αερόχημα.
Η άμεση ανταπόκριση της ελληνικής κυβέρνησης, στο
αίτημά μας για ενίσχυση της αμυντικής μας επάρκειας, ήταν ο προπομπός, για να
εκδηλωθεί αλληλεγγύη
στην πράξη και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και θέλω σήμερα να ευχαριστήσω θερμά
τον Πρωθυπουργό για την άμεση, ουσιαστική, έμπρακτη ανταπόκριση. Πέραν της
ενίσχυσης του αισθήματος ασφάλειας που προκάλεσε η ελληνική βοήθεια, η άμεση
ανταπόκρισή σας υπηρέτησε στον ύψιστο βαθμό και τους ισχυρούς συμβολισμούς που
δεν χρειάζονται επεξήγηση. Ήταν, αν θέλετε, η ηθική αποκατάσταση μιας ιστορικής
εκκρεμότητας που χάραξε τραυματικά τη συλλογική μνήμη, ειδικότερα της δικής μου
γενιάς, με την φράση «η Κύπρος κείται μακράν».
Κυρίες και κύριοι,
Πέραν των ιστορικών δεσμών, Κύπρος και Ελλάδα, δύο
νόμιμα αναγνωρισμένες οντότητες στη διεθνή κοινότητα, λειτουργούν ανεξάρτητα,
αλλά και από κοινού, με θεμέλιο τις κοινές αρχές, τις κοινές αξίες, στις οποίες
αναφέρθηκα προηγουμένως.
Χαίρομαι, γιατί τα τελευταία χρόνια αυτή η διμερής
σχέση δεν είναι συγκυριακή. Η Διακυβερνητική Συνεργασία Κύπρου-Ελλάδας, που
συμφωνήθηκε και ξεκίνησε το 2023, είναι ένας θεσμοθετημένος μηχανισμός
στρατηγικής συνεργασίας. Δεν πρόκειται για μια ακόμη πολιτική συνάντηση, αλλά
για μόνιμο μηχανισμό διακυβέρνησης, με συνέχεια, με λογοδοσία, με απτά
αποτελέσματα, που θεμελιώνει ουσιαστικά τις διμερείς μας σχέσεις.
Αυτή η Διακυβερνητική Συνεργασία καλύπτει ένα ευρύ
θεματικό φάσμα, που ξεπερνά τα αυστηρά εθνικά θέματα και επεκτείνεται σε
τομείς, όπως η Παιδεία, η Υγεία, η Έρευνα και Καινοτομία, ο Εκσυγχρονισμός του
κράτους, ο Πολιτισμός, και πολλοί άλλοι τομείς.
Η προστιθέμενη αξία αυτής της Διακυβερνητικής
[Συνεργασίας] έγκειται στο ότι επικεντρώνεται σε πολιτικές που στόχο έχουν να
βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών μας. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης
το γεγονός ότι η Διακυβερνητική λειτουργεί και ως πλαίσιο στρατηγικού
συντονισμού εντός της ΕΕ, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της τρέχουσας Κυπριακής
Προεδρίας, αλλά και της Ελληνικής Προεδρίας το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Η Διακυβερνητική μας Συνεργασία αποδεικνύει επίσης
στην πράξη ότι οι δύο χώρες μπορούν να συνεργάζονται όχι μόνο ως ιστορικοί
εταίροι, αλλά και ως σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη που συνδιαμορφώνουν πολιτικές.
Και ακριβώς πάνω σε αυτό το πολύ στέρεο υπόβαθρο εδράζεται η θεσμική συνεργασία
που έχουμε αναπτύξει τα τελευταία τρία χρόνια στο ανώτατο επίπεδο. Και
χαίρομαι, διότι οι σχέσεις Κύπρου-Ελλάδας διέρχονται το καλύτερο σημείο, στο
οποίο βρέθηκαν ποτέ, ως αποτέλεσμα της μεθοδικής, της απόλυτα ειλικρινούς και
αποτελεσματικής συνεργασίας, που αναπτύσσουμε σε μια σειρά από θέματα, με
απόλυτο σεβασμό σε ενδεχόμενες διαφορετικές προσεγγίσεις.
Κυρίες και κύριοι,
Ως ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας της
μεταπολεμικής γενιάς, πατέρας τεσσάρων παιδιών, αντιλαμβάνομαι το ιστορικό
βάρος που ανέλαβα έναντι του λαού μου, να εργαστώ, να κάνω ό,τι είναι
ανθρωπίνως δυνατόν, για να παραδώσω μια πατρίδα χωρίς στρατό κατοχής, χωρίς
συρματοπλέγματα, χωρίς τον φόβο που τραυμάτισε τις ζωές της δικής μου γενιάς,
χωρίς την ανασφάλεια που προκαλεί καθημερινά το εύθραυστο status quo.
Την ίδια στιγμή, εξίσου βαριά είναι η ευθύνη που
αναλάβαμε, για να εκσυγχρονίσουμε το κυπριακό κράτος, να αναβαθμίσουμε τις
υπηρεσίες που προσφέρει στον πολίτη, να γίνει πιο αποτελεσματικό, πιο γρήγορο,
πιο προσιτό, πιο φιλικό και ανθρώπινο. Στο πλαίσιο αυτό, ασταμάτητη είναι η
προσπάθειά μας για τολμηρές μεταρρυθμίσεις για εκσυγχρονισμό των θεσμών, την
ενίσχυση του Κράτους Δικαίου, την πάταξη της διαφθοράς, την αντιμετώπιση του
μεταναστευτικού, την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της πατρίδας μας, την επένδυση
στην κοινωνική πρόνοια και την ενδυνάμωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών
μας σε όλους τους τομείς. Προϋπόθεση για όλα αυτά, τα οποία, αναμφίβολα,
ενισχύουν και το εξωτερικό αποτύπωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ενισχύουν
την προσπάθειά μας για επίτευξη της υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητάς μας, είναι
και μια ισχυρή και ανθεκτική οικονομία, μέσα από μια υπεύθυνη δημοσιονομική
πολιτική, που διασφαλίζει αναπτυξιακή πορεία προς όφελος του συνόλου του λαού
μας και μάς επιτρέπει να ασκούμε στοχευμένη κοινωνική πολιτική.
Με βάση τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, που αποτελεί
το ιδεολογικοπολιτικό μας πλαίσιο, αντιμετωπίζουμε το κάθε θέμα μέσα από μια
ανθρωποκεντρική προσέγγιση, που συνδυάζει την ατομική πρόοδο με την κοινωνική
αλληλεγγύη, ενισχύει το κοινωνικό κράτος και, ταυτόχρονα, ενεργοποιεί όλους
τους μοχλούς οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
Και πραγματικά είμαι περήφανος για τις επιδόσεις
της κυπριακής οικονομίας, οι οποίες είναι αξιοσημείωτες και συγκρίνονται
ευνοϊκά σε σχέση με οικονομικά μεγάλες και ισχυρές χώρες της Ευρώπης,
ειδικότερα σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών προκλήσεων. Μόλις χθες
ανακοινώθηκε ότι, η προκαταρκτική εκτίμηση για το πρώτο τρίμηνο του 2026, η Κύπρος καταγράφει ρυθμό ανάπτυξης 3%,
τον υψηλότερο στην ΕΕ, γεγονός που επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα και τη
δυναμική της οικονομίας της. Αυτοί οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, σε συνδυασμό με
το σημαντικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, το περιορισμένο δημόσιο χρέος και τον
χαμηλό πληθωρισμό, μάς επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις εσωτερικές και εξωτερικές κρίσεις και
προκλήσεις. Η εύρωστη δημοσιονομική βάση, τα υγιή θεμελιώδη μεγέθη και το
ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα της χώρας ενισχύουν την δυνατότητα της οικονομίας
και μάς επιτρέπουν να επενδύουμε σε τομείς με ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία, όπως
η Υγεία, η Παιδεία, το Στεγαστικό, το Κράτος Πρόνοιας.
Κύριε Πρωθυπουργέ, κύριε Πρόεδρε της Βουλής,
κυρίες και κύριοι,
Από αυτόν εδώ τον χώρο με το θεσμικό εκτόπισμα, το
ιστορικό βάρος και τον ισχυρό συμβολισμό, στέλνω προς τις απανταχού Ελληνίδες
και Έλληνες το αισιόδοξο μήνυμα ότι η Κύπρος και η Ελλάδα πορεύονται μαζί το
δρόμο της προόδου, της ευημερίας, της ανάπτυξης και της ασφάλειας, με τη
βεβαιότητα ότι οι μέρες που θα έρθουν για τις χώρες μας και, φυσικά, για τους
πολίτες θα είναι ακόμη καλύτερες.
Αντλούμε διδάγματα, δύναμη και πρότυπα από τις
αστείρευτες πηγές του ιστορικού μας παρελθόντος, που λειτουργεί ως θεμέλιο για
την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού μέλλοντος, κατά τρόπο βιώσιμο και πραγματιστικό.
Σφίγγω νοερά το χέρι όλων σας και, μαζί με τις
θερμές μου ευχαριστίες εκ μέρους του κυπριακού λαού γι’ αυτήν την ιδιαιτέρα
τιμητική φιλοξενία από το ελληνικό κοινοβούλιο, σάς μεταφέρω την ειλικρινή
διαβεβαίωση ότι θα συνεχίσω να εργάζομαι για την επίτευξη των μείζονων εθνικών
επιδιώξεων προς αμοιβαίο όφελος.
Η απελευθέρωση και η επανένωση της Κύπρου είναι το
τάμα που ενώνει όλους μας, σε Κύπρο και Ελλάδα, ανεξάρτητα από κομματικές
επιλογές ή ιδεολογικές προτιμήσεις. Η βαριά οφειλή έναντι όλων εκείνων στην
Κύπρο και στην Ελλάδα που αγωνίστηκαν για τα οικουμενικά ιδανικά της
Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης, της Ελευθερίας, και το χρέος προς όλους όσοι
θυσιάστηκαν, για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι, δεν μάς επιτρέπουν να
συμφιλιωθούμε με οτιδήποτε λιγότερο.
Πάνω στη δική τους παρακαταθήκη πατάμε γερά,
ατενίζουμε το αύριο με αισιοδοξία, με τη σιγουριά του ποιητή ότι λίγο ακόμα θα
ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα
να κυματίζει. Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου