Στα 63 της, μπήκε στη μεγαλύτερη χωματερή
της Αιγύπτου.
Και έμεινε για δύο δεκαετίες.
Κάιρο, 1971. Η μυρωδιά σε έπνιγε από ένα μίλι
μακριά στη φτωχογειτονιά του Μοκάταμ. Εκεί, όπου η πρωτεύουσα της Αιγύπτου
στοίβαζε όλα όσα πετούσε. Εκεί, όπου ζούσαν 40.000 άνθρωποι. Τους αποκαλούσαν Ζαμπαλίν, “ανθρώπους των σκουπιδιών”. Ταξινομούσαν τα σκουπίδια του Καΐρου με
το χέρι. Ό,τι πέταγαν επτά εκατομμύρια άνθρωποι κάθε μέρα: πλαστικά, γυαλιά,
μέταλλα, υπολείμματα φαγητών. Χωρίς σχολεία, χωρίς νοσοκομεία, χωρίς τρεχούμενο
νερό, χωρίς ηλεκτρισμό. Η πόλη προσποιείτο ότι δεν υπήρχαν.
Η αδελφή Emmanuelle ήταν 63 ετών. Μια Γαλλίδα καλόγρια, που είχε
ξοδέψει 40 χρόνια, διδάσκοντας λογοτεχνία στις κόρες των διπλωματών. Σαράντα χρόνια αξιοσέβαστης δουλειάς, σε
επιφανή σχολεία, που της εξασφάλιζαν μια καλή συνταξιοδότηση. Αποφάσισε να
φύγει μακριά από όλα αυτά. (Ίσως επαναξιολόγησε… επί το ορθόν την ζωή της!)
Έκανε μια ερώτηση: «Πού είναι οι φτωχότεροι
άνθρωποι στην Αίγυπτο;»
Όλοι έδειχναν τη χωματερή.
Πήγε εκεί. Ρώτησε αν μπορούσε να μετακομίσει.
Οι Ζαμπαλίν την κοίταξαν επίμονα. Κανείς δεν είχε ζητήσει ποτέ να ζήσει εκεί.
Της έφτιαξαν ένα τσιμεντένιο δωμάτιο, με ένα
κρεββάτι, ένα σταυρό, μία Βίβλο.
Μετακόμισε και να τι βρήκε: Κορίτσια που γεννάνε
στα δώδεκα. Ξανά στα δεκατρία. Ξανά στα 14. Που πεθαίνουν από 25 χρονών. Παιδιά
που πεθαίνουν από μολύνσεις, ενώ λίγες δεκάρες θα ήταν αρκετές, για να
θεραπευτούν. Άνδρες που κόβουν τα χέρια τους σε σπασμένα γυαλιά καθημερινά,
χωρίς τρόπο να καθαρίσουν τις πληγές. Άνθρωποι αναλφάβητοι, που δεν μπορούσαν
να υπογράψουν με το όνομά τους.
Δεν ήρθε για να κηρύξει. Οι περισσότεροι ήταν ήδη
Χριστιανοί. Δεν ήρθε για να προσηλυτίσει. Ήρθε για να μείνει.
Άρχισε να διδάσκει στα παιδιά να διαβάζουν. Έγραφε
γράμματα για τις μητέρες. Έδενε επιδέσμους στις πληγές.
Μετά έγινε μεγαλύτερη.
Κατάλαβε κάτι. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν φτωχοί,
επειδή ήταν τεμπέληδες. Ήταν παγιδευμένοι. Το σύστημα τους θεωρούσε έκπτωτους.
Η κοινωνία τους αντιμετώπιζε ως αόρατους.
Έτσι άρχισε να ζητάει λεφτά. Γράμματα στη Γαλλία.
Στην Ευρώπη. Στους πλούσιους Αιγύπτιους. Δεν την σταματούσε τίποτα.
Μέχρι το 1980, είχε μαζέψει αρκετά, για να χτίσει:
– ένα δημοτικό σχολείο. Για οποιοδήποτε παιδί zabaleen.
– μια κλινική, με νοσοκόμες, εμβόλια, βασικά
φάρμακα.
– ένα κέντρο γυναικών, με στόχο την καταπολέμηση
του αναλφαβητισμού και την εκπαίδευση δεξιοτήτων.
Μετά συνέβη κάτι λαμπρό: Βρήκε έναν μηχανικό και
έφτιαξαν ένα εργοστάσιο κομποστοποίησης. Μετέτρεψαν βουνά από κοπριές χοίρων σε
λίπασμα και το πουλούσαν σε φάρμες.
Οι ζαμπαλίν είχαν πλέον εισόδημα.
Μοίραζε επίσης αντισυλληπτικά. Σε κορίτσια μικρά,
των δώδεκα και των δεκατριών.
Το Βατικανό ήταν έξω φρενών.
Όμως, εκείνη δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια.
“Είμαι με τους φτωχούς”, είπε. “Θα κάνω αυτό που
χρειάζονται οι φτωχοί. “
Έζησε σε εκείνη την φτωχογειτονιά για 20
χρόνια. Μέσα στα
αιγυπτιακά καλοκαίρια. Μέσα σε επιδημίες και ασθένειες. Μέσα στο πολιτικό χάος. Χωρίς τρεχούμενο νερό. Χωρίς ηλεκτρισμό.
Με έναν κουβά για τουαλέτα.
Γέρασε εκεί. Άσπρισαν τα μαλλιά της. Το πρόσωπό της μαράθηκε. Μέσα στο ίδιο
γκρι ράσο… Οι ζαμπαλίν την αποκαλούσαν Om Emmanuelle. “Μητέρα
Εμμανουέλλα. “
Έγραψε βιβλία γι’ αυτούς. Τα βιβλία της πωλούνταν
στη Γαλλία. Έγινε διάσημη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν ήδη ένα οικείο
όνομα, με παρουσία στην εθνική τηλεόραση, στις συναντήσεις με υψηλά πρόσωπα. Χρησιμοποίησε κάθε σταγόνα της δόξας της,
για να μαζέψει χρήματα για τους Ζαμπαλίν.
Το 1993, σε ηλικία 84 ετών, το θρησκευτικό της
τάγμα την ανάγκασε να γυρίσει πίσω. Ήταν στην Αίγυπτο για 60 και πλέον χρόνια.
Στην φτωχογειτονιά για είκοσι. Ήταν εξαντλημένη. Αλλά δεν σταμάτησε. Ξόδεψε τα τελευταία 15 χρόνια της,
κάνοντας έρανο. Τηλεόραση,
ράδιο, διαλέξεις, βιβλία. Μάζεψε εκατομμύρια. Επεκτάθηκε σε οκτώ χώρες, στο
Λίβανο, το Σουδάν, την Μπουρκίνα Φάσο, τις Φιλιππίνες.
Ζούσε απλά σε ένα γαλλικό γηροκομείο. “Δεν μου ανήκει τίποτα”, έλεγε. Και διέθετε κάθε ευρώ στα
φιλανθρωπικά της έργα.
Πέθανε στον ύπνο της στις 20 Οκτωβρίου 2008, 27
ημέρες πριν τα 100α γενέθλιά της.
Η Αίγυπτος θρήνησε περισσότερο από τη Γαλλία.
Οι ζαμπαλίν της έκαναν μνημόσυνο. Ήρθαν χιλιάδες.
Πρώην συλλέκτες σκουπιδιών, τώρα γιατροί, δάσκαλοι, νοσοκόμες, που σήμερα τα
παιδιά τους ζουν εντελώς διαφορετικές ζωές. Εξαιτίας της.
Τα σχολεία εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι κλινικές.
Το κέντρο γυναικών. Το εργοστάσιο κομποστοποίησης.
Να τι με στοιχειώνει σε αυτή την ιστορία. Ξεκίνησε
στα 63. Οι περισσότεροι συνταξιοδοτούνται στα 63 τους. Ξόδεψε σαράντα χρόνια,
διδάσκοντας πλουσιόπαιδα. Μετά μπήκε σε μια χωματερή και πέρασε τα επόμενα 20
χρόνια, διδάσκοντας τους ξεχασμένους. Μετά άλλα δεκαπέντε, μαζεύοντας χρήματα
γι’ αυτούς. Δεν ήταν εκπαιδευμένη στην κοινωνική εργασία. Δεν ήταν γιατρός. Δεν
ήταν νέα. Ήταν μια 63χρονη δασκάλα, που αποφάσισε ότι το δεύτερο μισό της ζωής
της θα μετράει περισσότερο από το πρώτο. Βρήκε τους πιο αόρατους ανθρώπους στο
Κάιρο και αρνήθηκε να κοιτάξει αλλού. Έφαγε μαζί τους. Κοιμήθηκε ανάμεσά τους.
Έπλυνε τις πληγές τους. Έμαθε τα ονόματά τους. Δεν προσπάθησε να τους αλλάξει.
Είπε ότι η δουλειά της ήταν να αγαπά, όχι να κηρύττει.
Έζησε 99 χρόνια.
Ξόδεψε τα τελευταία 36, υπηρετώντας ανθρώπους, που
κανείς δεν ήθελε να δει.
Αδελφή Εμμανουέλλα. Γαλλίδα καλόγρια. Ζούσε σε μια
φτωχογειτονιά μέχρι τα 84 της. Πέθανε στα 99.
Το “έγκλημά” της;
Νοιάστηκε για ανθρώπους, που όλοι οι άλλοι ήθελαν
να αγνοούν.
Η “κληρονομιά” της;
Χιλιάδες παιδιά που μεγάλωσαν και είναι σε θέση να
διαβάζουν, να δουλεύουν,
να ονειρεύονται.
Όλα αυτά, επειδή μια γυναίκα “έπεσε” σε μια
χωματερή στα 63 της.
Και αρνήθηκε να φύγει.
Ιωάννης Παναγιωτόπουλος
Πηγή:
enoriako,info site του Ενοριακού Κέντρου Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου