Μητροπολίτης Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας,
Κωνσταντίνος
Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου η παράταση
μιας σύγκρουσης εξυπηρέτησε στρατηγικούς σχεδιασμούς πολύ πέρα από το ίδιο το
πεδίο των μαχών
Δεν χρειάζεται να ζει κανείς δίπλα στις φλόγες του Περσικού Κόλπου για να νιώσει το τίμημα του πολέμου. Το
πληρώνει στο πρατήριο καυσίμων, στο σουπερμάρκετ, στον λογαριασμό του
ηλεκτρικού, στο αεροπορικό εισιτήριο, στο κόστος μεταφοράς κάθε προϊόντος που
φτάνει στο ράφι. Ένας πόλεμος που εκτυλίσσεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά
καταφέρνει να εισβάλει στην καθημερινότητα σχεδόν κάθε οικογένειας του πλανήτη.
Το πετρέλαιο ξεπέρασε εκ νέου το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, καθώς οι αγορές φοβούνται νέες διακοπές στη ναυσιπλοΐα και στον εφοδιασμό από τις κρίσιμες θαλάσσιες οδούς της περιοχής. Η άνοδος αυτή δεν μένει στις χρηματιστηριακές οθόνες. Μετατρέπεται σε ακριβότερες μεταφορές, υψηλότερο κόστος παραγωγής, μεγαλύτερες τιμές στα τρόφιμα και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Και την ίδια ώρα, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται με ρυθμό που προκαλεί ίλιγγο. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη διαθέσει περίπου 37,5 δισεκατομμύρια δολάρια για τη συνέχιση των επιχειρήσεων, ενώ στο εσωτερικό της χώρας εντείνονται οι πολιτικές αντιδράσεις για το οικονομικό βάρος και την απουσία μιας σαφούς προοπτικής τερματισμού του πολέμου.
Μπροστά σε αυτή την εικόνα γεννιέται ένα ερώτημα.
Ποιος κερδίζει; Σίγουρα όχι οι λαοί της περιοχής, που μετρούν νεκρούς,
κατεστραμμένες υποδομές και χαμένες γενιές. Ούτε οι ευρωπαϊκές κοινωνίες που
βλέπουν τον πληθωρισμό να επιστρέφει. Δεν κερδίζουν οι αναπτυσσόμενες χώρες της
Ασίας και της Αφρικής, οι οποίες εξαρτώνται από εισαγόμενα καύσιμα και βλέπουν
την ανάπτυξή τους να επιβραδύνεται. Δεν κερδίζουν οι φορολογούμενοι, οι οποίοι
χρηματοδοτούν ολοένα μεγαλύτερους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς αντί για επενδύσεις
στην παιδεία, την υγεία ή την κοινωνική προστασία. Οι μόνοι που φαίνεται να
βλέπουν τους ισολογισμούς τους να βελτιώνονται είναι ορισμένοι ενεργειακοί
κολοσσοί και τμήματα της πολεμικής βιομηχανίας. Η ιστορία υπενθυμίζει ότι κάθε
μεγάλη γεωπολιτική κρίση συνοδεύεται από αυξημένα κέρδη για όσους εμπορεύονται
ενέργεια, εξοπλισμούς και υπηρεσίες ασφαλείας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι
πόλεμοι ξεκινούν για αυτούς ούτε ότι οι αιτίες τους μπορούν να περιοριστούν σε
μια οικονομική εξήγηση.
Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο κέρδος να μην είναι
οικονομικό αλλά πολιτικό. Ένας παρατεταμένος πόλεμος συχνά μετατοπίζει τη
δημόσια συζήτηση, συσπειρώνει εσωτερικά ακροατήρια, δικαιολογεί έκτακτες
αποφάσεις και αναβάλλει δύσκολες μεταρρυθμίσεις. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων
όπου η παράταση μιας σύγκρουσης εξυπηρέτησε στρατηγικούς σχεδιασμούς πολύ πέρα
από το ίδιο το πεδίο των μαχών. Κι όμως, η οικονομία υπενθυμίζει έναν αμείλικτο
κανόνα. Κάθε ημέρα πολέμου αφαιρεί πλούτο από εκατομμύρια ανθρώπους που δεν κρατούν
όπλο. Η ειρήνη μπορεί να μοιάζει πολιτικά δύσκολη, αλλά ο πόλεμος αποδεικνύεται
οικονομικά αβάσταχτος.
Ίσως, τελικά, η πιο ανησυχητική απάντηση στο
ερώτημα «ποιος κερδίζει;» να είναι ότι δεν υπάρχει πραγματικός νικητής.
Υπάρχουν μόνο διαφορετικοί βαθμοί απώλειας. Και όταν οι ηγέτες αρχίσουν να
αντιμετωπίζουν τη συνέχιση μιας σύγκρουσης ως ζήτημα γοήτρου ή προσωπικής
επιμονής, τότε ο πόλεμος παύει να υπηρετεί έναν σκοπό και μετατρέπεται σε
αυτοσκοπό. Εκεί ακριβώς αρχίζει η μεγαλύτερη ήττα της πολιτικής. Όταν η
ανθρώπινη ζωή και η ευημερία των κοινωνιών γίνονται το τίμημα μιας σύγκρουσης
που κανείς πλέον δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά γιατί συνεχίζεται.
Εφημερίδα
Απογευματινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου