Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Εκτενής συνέντευξη του Ιεραποστόλου π. Θεολόγου (Χρυσανθακόπουλου), στον "Εκκλησιολόγο"


Η ε­φη­με­ρί­δα μας έ­χει σήμε­ρα με­γά­λη ευ­λο­γί­α α­πό τον Θε­ό, να φι­λο­ξε­νεί μέ­σα α­πό τις στή­λες της έ­ναν συ­μπο­λί­τη μας Α­γιο­ρεί­τη Ιε­ρο­μό­να­χο και Ιε­ρα­πό­στο­λο, που α­φιέ­ρω­σε την ε­πιστη­μο­νι­κή του μόρ­φω­ση προς δό­ξαν Θε­ού.
Πρό­κει­ται για τον π. Θε­ο­λό­γο, κα­τά κό­σμον Δη­μή­τριο Χρυ­σαν­θα­κό­που­λο, ο ο­ποί­ος γεν­νή­θη­κε στην Πά­τρα το 1951 α­πό ευ­λα­βείς και ευ­πόρους γο­νείς. Το 1969 ως το 1975 σπού­δα­σε και έ­λα­βε το πτυ­χί­ο του  αρ­χι­τέ­κτο­νος στο Ε­θνι­κό Με­τσό­βειο Πο­λυ­τε­χνεί­ο. Το 1975 ως το 1977 έ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στο Πα­ρί­σι στην α­πο­κα­τά­στα­ση μνη­μεί­ων και εί­ναι γνώ­στης της Γαλ­λι­κής, Αγγλι­κής και Αλ­βα­νι­κής γλώσ­σης.
Ή­το μα­θη­τής του Ιε­ρο­κή­ρυ­κος της Ι. Μη­τρο­πό­λε­ως Πα­τρών α­οι­δί­μου Αρ­χιμ. π. Χα­ρί­τω­νος Πνευ­μα­τι­κά­κι και με­τέ­πει­τα Ιε­ρα­πο­στό­λου στην Α­φρι­κή, τον ο­ποίο εί­χε πνευ­μα­τι­κό. Ο π. Χα­ρί­των του ε­νέ­πνευ­σε την α­γά­πη προς το Ιε­ρα­πο­στολι­κό έρ­γο.
Με­τά τις σπου­δές και την εκ­πλή­ρω­ση της στρα­τιω­τι­κής του θη­τεί­ας (1977-1979) και ενώ λα­μπρό ε­παγ­γελ­μα­τι­κό και οι­κο­γε­νεια­κό μέλ­λον α­νοι­γό­ταν μπρο­στά του, το εν­δια­φέ­ρον του ε­στρά­φη στο Ά­γιον Ό­ρος, ό­που έ­κα­νε ε­πι­σκέ­ψεις και ε­γνώρι­σε τον Γέ­ρο­ντα Πα­ΐ­σιο. Αυ­τό φαί­νε­ται ό­τι ή­ταν κα­θο­ρι­στι­κό για να α­κο­λου­θή­σει την μο­να­χι­κή ζω­ή.
Το 1980 ε­κά­ρη μο­να­χός και ε­γκα­τα­στά­θη­κε στο Ό­ρος. Α­πό τό­τε η ευ­λο­γί­α της Πα­ναγί­ας τον συ­νέ­χει, τον πλη­ροί δυ­νά­με­ων και τον ε­μπλου­τί­ζει θε­ο­λο­γι­κά.
Ο π. Θε­ο­λό­γος, α­πό την πα­ρα­μο­νή της Πρω­το­χρο­νιάς έ­ως και την Δευ­τέ­ρα 2 Ια­νουα­ρί­ου, βρέ­θη­κε στην Πά­τρα δί­δο­ντάς μας την ευ­και­ρί­α με­τά τον Ε­σπε­ρι­νό του Σαβ­βά­του και την κο­πή της Πρω­το­χρο­νιά­τι­κης πίτ­τας της Ι.Μ. Πα­τρών, να συζη­τή­σου­με μα­ζί του θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά και της Ιε­ρα­πο­στο­λής.

- π. Θε­ο­λό­γε, πώς συν­δυά­ζε­ται η πνευ­μα­τι­κή μό­ρω­ση με την ε­πι­στη­μο­νι­κή;
Ε­άν υ­πάρ­χει η μί­α χω­ρίς την άλ­λη, θα εί­ναι δια­στρε­βλω­μέ­νη. Και η πνευμα­τι­κή χρειά­ζε­ται την ε­πι­στή­μη, αλ­λά και η ε­πι­στή­μη χρειά­ζε­ται την πνευ­ματι­κό­τη­τα. Βέ­βαια, για να μορ­φω­θεί κα­νείς κα­τά Θε­ώ, εί­ναι δώ­ρο Ε­κεί­νου και δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό ε­μάς. Η προ­σπά­θεια για την ε­πι­στη­μο­νι­κή γί­νε­ται α­πό ε­μάς. Η πνευ­μα­τι­κή εί­ναι πά­λι δι­κή μας καλ­λιέρ­γεια ή των αν­θρώ­πων που μας α­γαπούν και μας με­γα­λώ­νουν. Αλ­λά δεν θα έ­χει α­ξί­α η μί­α χω­ρίς την άλ­λη.


- Γέ­ρο­ντά μου, λό­γω της ε­ορ­τής του Α­γί­ου Βα­σι­λεί­ου, πό­σο σας έ­χει ε­πηρε­ά­σει ο βί­ος του Α­γί­ου που συν­δύ­α­ζε την ο­σια­κή και την ιε­ρα­πο­στο­λι­κή ζω­ή.
Δεν υ­πάρ­χει μο­να­χός που να μην έ­χει ε­μπνευ­στεί α­πό τους Πα­τέ­ρες του μο­να­χι­σμού. Δεν γί­νε­ται αλ­λιώς, και κα­τά κά­ποιο τρό­πο μπο­ρεί να πει κα­νείς ό­τι εί­ναι ε­πη­ρε­α­σμέ­νος. Δη­λα­δή, δεν υ­πάρ­χει μο­να­χός που να μην έ­χει πρό­τυπο τον Ά­γιο Α­ντώ­νιο, τον Ά­γιο Σάβ­βα , τον Μέ­γα Βα­σί­λειο και ό­λους τους άλ­λους Πα­τέ­ρες που έ­φτια­ξαν τους Μο­να­χι­κούς Κα­νό­νες. Φυ­σι­κά ο Ά­γιος Βα­σί­λειος εί­ναι έ­να με­γά­λο υ­πό­δειγ­μα για ε­μάς και το μέ­τρο που μας βγά­ζει πά­ντα άχρη­στους και α­νά­ξιους μπρο­στά σε τέ­τοιες προ­σω­πι­κό­τη­τες.

- Στον α­γώ­να της Ιε­ρα­πο­στο­λής τί ι­σχύ­ει; Η πί­στη φέρ­νει τα θαύ­μα­τα ή τα θαύ­μα­τα φέρ­νουν την πί­στη;
(Σας α­ρέ­σουν κ. Κολ­λιό­που­λε πο­λύ οι ε­ρω­τή­σεις: έ­τσι ή αλ­λιώς. Μαύ­ρο ή άσπρο;) Θαύ­μα χω­ρίς πί­στη δεν υ­πάρ­χει. Πί­στη χω­ρίς θαύ­μα­τα υ­πάρ­χει ό­μως. Και πρέ­πει να έ­χου­με πί­στη χω­ρίς να ε­πι­ζη­τού­με θαύ­μα­τα. Οι Α­φρι­κα­νοί εκ­στα­σιά­ζο­νται, εί­ναι ε­ξοι­κειω­μέ­νοι πο­λύ α­πό τα θαύ­μα­τα. Και εί­ναι ο τό­πος τους, το βί­ω­μά τους, ο χα­ρα­κτή­ρας τους κο­ντά στα θαύ­μα­τα. Ο διά­βο­λος αυ­τό χρη­σι­μοποιεί για να τους ελ­κύ­ει. Να κρα­τά­με την πί­στη και να μην έ­χου­με α­νά­γκη α­πό τα θαύ­μα­τα.

- Ποια στοι­χεί­α της πί­στε­ώς μας πεί­θουν έ­ναν μαύ­ρο α­δελ­φό μας να γί­νει Ορ­θό­δο­ξος Χρι­στια­νός; Πώς του λέ­με ο δι­κός μου Θε­ός εί­ναι κα­λύ­τε­ρος α­πό τον δι­κό σου;
Δεν έ­χε­τε έλ­θει στην Α­φρι­κή, αγαπητέ μου Αλέξανδρε. Στην Α­φρι­κή το με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό του πλη­θυ­σμού εί­ναι ε­ντός ει­σα­γω­γι­κών χρι­στια­νοί. Έ­χουν α­κού­σει για τον Χρι­στό. Έ­τσι δεν χρειά­ζε­ται να πεί­σου­με κα­νέ­ναν, αλ­λά αυ­τοί να μας βρουν ε­άν ε­μείς ορ­θο­το­μού­με για­τί ε­κεί­νο που στην Εκ­κλη­σί­α τρα­βά­ει τους άλ­λους, που μπο­ρεί να εί­ναι κα­θο­λι­κοί προ­τε­στά­ντες, ει­δω­λο­λά­τρες, σα­τα­νι­στές κ.α., είναι ε­άν α­να­κα­λύ­ψουν ό­τι η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α εί­ναι η Μί­α Α­γί­α Κα­θο­λι­κή και Α­πο­στο­λι­κή και αυ­τό το βρί­σκουν εύ­κο­λα. Για­τί και έ­ξυ­πνοι εί­ναι και μπορούν να δια­κρί­νουν. Ε­άν ε­μείς εί­μα­στε σω­στοί και δεν τους α­πω­θεί το πα­ρά­δειγ­μά μας, τό­τε έρ­χο­νται. Γι΄ αυ­τό έ­χου­με α­νά­γκη α­πό σω­στή μαρ­τυ­ρί­α. Ά­μα είναι σω­στή η μαρ­τυ­ρί­α η δι­κή μας τα υ­πό­λοι­πα τα κά­νει ο Θε­ός.

- Για να γί­νει κά­ποιος Ιε­ρα­πό­στο­λος ποιά προ­σό­ντα πρέ­πει να τον διακρί­νουν;
Δεν ξέ­ρω διό­τι δεν έ­γι­να Ιε­ρα­πό­στο­λος, ού­τε εί­μαι Ιε­ρα­πό­στο­λος. Το να πά­ει κα­νείς σε χώ­ρες που η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α δεν έ­χει α­να­πτυ­χθεί (ε­άν αυ­τό εννο­εί­ται ιε­ρα­πό­στο­λος και ιε­ρα­πο­στο­λή), αρ­κεί να δια­βά­σει το Ευαγ­γέ­λιο μέχρι το τέ­λος. τε­λευ­ταί­α φρά­ση του Ευαγ­γε­λί­ου εί­ναι “Πο­ρευ­θέ­ντες μα­θη­τεύσα­τε πά­ντα τα Έ­θνη, βα­πτί­ζο­ντες αυ­τούς εις το ό­νο­μα του Πα­τρός, και του Υ­ιού, και του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος. ...”, ε­άν έ­χου­με το κου­ρά­γιο να το δια­βά­σου­με μέ­χρι το τέ­λος, τό­τε ο κά­θε έ­νας με την δι­κή σας φρά­ση κ. Κολ­λιό­που­λε ο­φεί­λει να γί­νει Ιε­ρα­πό­στο­λος. Εί­τε στην πο­λυ­κα­τοι­κί­α του, εί­τε στην δου­λειά του, είτε στο σχο­λεί­ο του, εί­τε στο Πα­νε­πι­στή­μιό του, εί­τε στην γει­το­νιά του.
Τώ­ρα για­τί ε­μείς πά­με λί­γο πιο πέ­ρα; Αυ­τό εί­ναι έ­να ι­διαί­τε­ρο κά­λε­σμα στον κα­θέ­να που σπα­νί­ζει στην ε­πο­χή μας. Έ­τσι στην Α­φρι­κή εί­ναι ε­λά­χι­στοι οι ορ­θό­δο­ξοι ερ­γα­ζό­με­νοι και α­κό­μα πιο ε­λά­χι­στοι οι ορ­θό­δο­ξα ερ­γα­ζό­με­νοι α­πό τους Ορ­θο­δό­ξους.

- π. Θε­ο­λό­γε, ποιά Ιε­ρά Μο­νή του Α­γί­ου Ό­ρους δια­κο­νεί­τε;
Υ­πά­γο­μαι εις την Ιε­ρά Μο­νή Με­γί­στης Λαύ­ρας του Α­γί­ου Α­θα­να­σί­ου, αλ­λά το κε­λά­κι που έ­ζη­σα τα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια στο Ά­γιο Ό­ρος και που πη­γαί­νω όταν γυ­ρί­ζω α­πό την Α­φρι­κή, εί­ναι στη Κε­ρα­σιά.

- Έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι Α­γιο­ρεί­τες μο­να­χοί δεν α­κο­λου­θούν την ε­ξωτε­ρι­κή ιε­ρα­πο­στο­λή. Δεν α­κο­λου­θούν δη­λα­δή το πα­ρά­δειγ­μά σας.
Ε­σείς ε­άν το βλέ­πε­τε ή δεν το βλέ­πε­τε, λί­γο εί­ναι το πρό­βλη­μα. Ε­μείς όμως ε­άν δεν το βλέ­που­με, μας κο­στί­ζει πά­ρα πο­λύ. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ό­ταν κά­ποιος πη­γαί­νει στο Ά­γιον Ό­ρος σκο­πός του εί­ναι να ζή­σει στην Προ­σευ­χή και στην Λα­τρεί­α του Θε­ού. Ε­γώ εί­χα αυ­τή την διά­θε­ση και πριν πά­ω στο Ά­γιο Ό­ρος, έ­τσι με κά­λε­σε ο Θε­ός και α­κο­λού­θη­σα. Οι άλ­λοι μο­να­χοί, δεν θα ή­ταν ό­μορ­φο να τους υ­πο­χρε­ώ­σει κά­ποιος να α­πο­μα­κρυν­θούν α­πό τον τρό­πο ζω­ής που ε­πέ­λεξαν. Δεν εί­ναι βέ­βαια μό­νο το Ά­γιον Ό­ρος που ο­φεί­λει να συν­δρά­μει στην Ιερα­πο­στο­λι­κή προ­σπά­θεια της Εκ­κλη­σί­ας. Για­τί να α­να­ζη­τή­σου­με στο Ά­γιον Όρος τους ερ­γά­τες της Ιε­ρα­πο­στο­λής ό­ταν ε­κεί­νοι ερ­γά­ζο­νται προ­σευ­χό­με­νοι    και να μην α­να­ζη­τή­σου­με τους ερ­γά­τες της Ιε­ρα­πο­στο­λής στις Ιε­ρές Μη­τρο­πό­λεις, στους πλε­ο­νά­ζο­ντες Ιε­ρείς των ε­νο­ριών, ή και σε αυ­τούς που α­να­παύ­ο­νται σε αυ­τά που ο Θε­ός τους ε­ξα­σφά­λι­σε. Δεν εί­ναι λοι­πόν το Ά­γιον Ό­ρος, αλ­λά α­πό το Ά­γιον Ό­ρος αυ­τή  τη στιγ­μή, δό­ξα τω Θε­ώ, προ­έρ­χο­νται τρεις Μη­τρο­πο­λί­τες στην Α­φρι­κή ό­που ερ­γά­ζο­νται α­κα­τά­παυ­στα. Ε­πί­σης, η Ιε­ρά Μο­νή Αγί­ου Γρη­γο­ρί­ου στέλ­νει τα­κτι­κά μο­να­χούς στην Μαύ­ρη Ή­πει­ρο, κα­θώς, και η δική μου πα­ρου­σί­α λο­γα­ριά­ζε­ται Α­γιο­ρεί­τι­κη.
Πολ­λές φο­ρές κ. Κολ­λιό­που­λε ό­ταν εί­ναι πολ­λοί α­πό έ­ναν τό­πο μπο­ρεί να υ­πάρξει κά­ποια α­ντί­δρα­ση, ό­πως, κά­ποιος σε­βα­στός Μη­τρο­πο­λί­της μου έ­λε­γε: “Το έ­κα­νες και ε­δώ Ά­γιον Ό­ρος”. Υ­πάρ­χει η α­ντί­λη­ψη, μην μα­ζέ­ψου­με και ό­λους τους Α­γιο­ρεί­τες ε­δώ, θα αλ­λοιώ­σουν την πα­ρά­δο­ση.

- Ο α­εί­μνη­στος Ιε­ρα­πό­στο­λος π. Χα­ρί­τω­νας Πνευ­μα­τι­κά­κις, υ­πήρ­ξε πνευμα­τι­κός πα­τέ­ρας σας, τί ρό­λο  δια­δρα­μά­τι­σε στο να α­φιε­ρω­θεί­τε στην Ιε­ραπο­στο­λή;
Τον βα­σι­κό ρό­λο. Ή­ταν ό­πως εί­πα­τε Πνευ­μα­τι­κός μου. Ή­μουν δί­πλα του, πο­λύ δίπλα του στην ε­πο­χή που ε­τοι­μά­ζε­το να φύ­γει. Μό­λις εί­χα ο­λο­κλη­ρώ­σει τις σπου­δές μου, πή­γα και τον εί­δα και μου ζή­τη­σε να ερ­γα­σθώ και να στα­θώ κο­ντά του. Τα γράμ­μα­τά του έ­φθα­ναν στο Ά­γιο Ό­ρος ή ό­που και ε­άν ή­μουν. Και αυ­τό που ο ί­διος δεν κα­τά­φε­ρε με την πει­θώ του, την πα­ρά­κλη­σή του, με την α­γά­πη του, το κα­τά­φε­ρε φτά­νο­ντας στον ου­ρα­νό. Δη­λα­δή, ό­τι δεν κα­τά­φε­ρε ό­ταν δια­κο­νούσε την Στρα­τευο­μέ­νη Εκ­κλη­σί­α ο π. Χα­ρί­των, το κα­τά­φε­ρε τώ­ρα που εί­ναι στην Θριαμ­βεύ­ου­σα. 

- Πό­σο ση­μα­ντι­κή εί­ναι η οι­κο­νο­μι­κή και η­θι­κή βο­ή­θεια του Συλ­λό­γου της Ε­ξω­τε­ρι­κής Ιε­ρα­πο­στο­λής “Ο Πρω­τό­κλη­τος” που ε­δρεύ­ει στην πό­λη των Πατρών.
Ο “Πρω­τό­κλη­τος” δη­μιουρ­γή­θη­κε α­πό τον ί­διο τον π. Χα­ρί­τω­να, ό­ταν με­τονό­μα­σε σε Σύλ­λο­γο Ιε­ρα­πο­στο­λι­κό, έ­ναν σύλ­λο­γο ε­πι­στη­μό­νων που εί­χα δη­μιουρ­γή­σει, ώ­στε να βο­η­θή­σει τον α­οί­δι­μο π. Χρυ­σό­στο­μο Πα­πα­σα­ρα­ντό­που­λο στο τέ­λος του έ­τους 1972. Ό­ταν έ­φυ­γε ο ί­διος για την Α­φρι­κή λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, ο Σύλ­λο­γος αυ­τός εί­χε ως πρώ­το στό­χο να συ­μπα­ρα­στα­θεί στον π. Χα­ρί­τω­να που δεν εί­χε κα­μί­α άλ­λη υ­πο­στή­ρι­ξη.
Τό­τε ή­μουν και ε­γώ ε­κεί μα­ζί με τους πρω­τερ­γά­τες που στή­ρι­ξαν αυ­τό τον Σύλλο­γο και έ­χο­ντας αυ­τή την κα­τα­γω­γή, αυ­τή την ρί­ζα και ου­σια­στι­κά με την πα­ρό­τρυν­ση και αυ­τού του Συλ­λό­γου πή­γα στην Α­φρι­κή - το έ­νιω­θα σαν ο­φει­λή -  τώ­ρα εί­ναι α­νά­γκη και της Ε­πι­σκο­πής μας, διό­τι ε­άν δεν υ­πήρ­χε αυ­τός ο Σύλ­λο­γος, δεν θα μπο­ρού­σα­με να συ­νε­χί­σου­με αυ­τό το έρ­γο, ή του­λά­χι­στον αν­θρωπί­νως δεν θα μπο­ρού­σα­με να συ­νε­χί­σου­με.

- π. Θε­ο­λό­γε, πό­σο κιν­δυ­νεύ­ει η ζω­ή ε­νός Ευ­ρω­παί­ου από τις κλι­μα­το­λο­γι­κές συν­θή­κες στην Α­φρι­κή;
Ε­δώ βρί­σκει κα­νείς ό­λες τις ιώ­σεις. Στην Ευ­ρώ­πη βλέπου­με αν­θρώ­πους που σπά­νε πό­δια, χέ­ρια, κε­φά­λια. Ε­κεί σπά­νια βλέ­πω κά­ποιον Ευ­ρω­παί­ο να αρ­ρω­στή­σει. Για­τί; Διό­τι οι Ευ­ρω­παί­οι προ­σέ­χουν και η προ­σοχή αυ­τή τους βο­η­θά­ει να μην έ­χουν τον πει­ρα­σμό κά­ποιας α­σθε­νεί­ας. Ά­μα κανείς εί­ναι α­πρό­σε­κτος, πρέ­πει να παίρ­νει τις προ­φυ­λά­ξεις για τις Α­φρι­κα­νικές α­σθέ­νειες. Οι προ­φυ­λά­ξεις αυ­τές εί­ναι ο εμ­βο­λια­σμός και μί­α διαρ­κής λή­ψη ε­νός εί­δους κι­νί­νου για την ε­λο­νο­σί­α που εί­ναι η κυ­ρί­ως α­σθέ­νεια. Αν δεν πί­νεις ο­ποιο­δή­πο­τε νε­ρό - ό­που δεν υ­πάρ­χει κα­θα­ρό νε­ρό υ­πάρ­χει εμ­φιαλω­μέ­νο α­ρί­στης ποιό­τη­τος -, ε­άν  πλέ­νεις τα χέ­ρια σου, ε­άν προ­σέ­χεις την δια­τρο­φή σου γε­νι­κό­τε­ρα, δεν έ­χεις πρό­βλη­μα. 

- Πώς α­ντι­δρούν οι μαύ­ροι α­δελ­φοί μας στο γε­γο­νός ό­τι την Ιε­ρα­πο­στο­λή την ε­πι­τε­λούν Έλ­λη­νες και λευ­κοί;
Εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­νοι σε αυ­τό διό­τι έ­να 60-70% των Α­φρι­κα­νών που εί­ναι χριστια­νοί, έ­τσι προ­σήλ­θαν και αυ­τοί στην Ορ­θο­δο­ξί­α α­πό τους Ιε­ρα­πο­στό­λους που ή­ταν εί­τε κα­θο­λι­κοί, εί­τε προ­τε­στά­ντες, ό­πως ο Σβά­ι­τσερ που ερ­γά­στη­καν μα­ζί με τους α­ποί­κους. Οι α­ποι­κιο­κρά­τες, συ­νο­δεύ­τη­καν α­πό τους Ιε­ρα­ποστό­λους, έ­τσι και αυ­τές οι λε­γό­με­νες ο­μα­δι­κές εκ­κλη­σί­ες έ­χουν με­γά­λο τμήμα ι­σχύς, ι­διο­κτη­σί­ας δι­κή τους, και πολ­λά προ­νό­μια ώ­στε να προ­χω­ρούν χω­ρίς πρό­βλη­μα και να α­γκα­λιά­ζουν έ­να με­γά­λο τμή­μα του πλη­θυ­σμού. Ε­κεί δεν είναι πα­ρά­ξε­νο ό­ταν βλέ­που­με Έλ­λη­νες - δη­λα­δή λευ­κούς – να προ­ΐ­στα­νται για να κη­ρύτ­τουν τον λό­γο του Θε­ού.

- Πριν α­πό λί­γους μή­νες στην Αί­γυ­πτο υ­πήρ­χαν με­γά­λες πο­λι­τι­κές – κοι­νω­νι­κές α­να­τα­ρα­χές. Πό­σο και ε­άν ε­πη­ρέ­α­σε η τε­τα­μέ­νη αυ­τή κα­τά­στα­ση το Πα­τριαρ­χεί­ο Α­λε­ξαν­δρεί­ας;
Α­νή­κω ό­πως γνω­ρί­ζε­τε στο Πα­τριαρ­χεί­ο Α­λε­ξαν­δρεί­ας, ό­μως δεν το εκ­προ­σω­πώ. Ό­μως ε­πι­κοι­νω­νώ με το πε­ρι­βάλ­λον του Πα­τριάρ­χου κ.κ. Θε­ο­δώ­ρου και με Ε­πι­σκό­πους που ποι­μαί­νουν την πε­ριο­χή, Δό­ξα τω Θε­ώ δεν εί­χαν κά­ποιο πρόβλη­μα ή κίν­δυ­νο. Άλ­λω­στε δεν ή­το μί­α γε­νι­κή ε­ξέ­γερ­ση ό­πως εί­ναι στη Συ­ρί­α, αλ­λά ή­ταν δια­δη­λώ­σεις και α­ντι­δρά­σεις που εί­χαν σχέ­ση με το κα­θε­στώς το ο­ποί­ος έ­πε­σε και η κα­τά­στα­ση απ΄ ό­σο γνω­ρί­ζω έ­χει ο­μα­λο­ποι­η­θεί.

- Θα ή­θε­λα την ά­πο­ψή σας για την προ­φυ­λά­κι­ση του Κα­θη­γου­μέ­νου και Γέρο­ντος της Ιε­ράς Μο­νής Βα­το­παι­δί­ου π. Ε­φραίμ.
Νο­μί­ζε­τε κ. Κολ­λιό­που­λε ό,τι κά­θε ιε­ρέ­ας  ή μο­να­χός  εί­ναι ι­κα­νός να μιλή­σει ε­πί πα­ντός ε­πι­στη­τού; Προ­σεύ­χο­μαι για τον Γέ­ρο­ντα Ε­φραίμ, διό­τι είχα­με ζή­σει μα­ζί τρί­α χρό­νια στο Κου­τλου­μού­σι, ε­κεί που τε­λέ­σθη­κε και η μονα­χι­κή μου κου­ρά , - βέ­βαια ο π. Ε­φραίμ εί­ναι νε­ό­τε­ρος α­πό ε­μέ­να - , βέ­βαια η πρό­νοια του Θε­ού τον έ­φε­ρε να έ­χει αυ­τή την πρό­νοια στην Ιε­ρά Μο­νή Βα­το­παιδί­ου, εί­ναι ι­κα­νό­τα­τος, α­ξιό­τα­τος. Ο κά­θε άν­θρω­πος έ­χει τον δι­κό του χα­ρα­κτή­ρα και τα δι­κά του τά­λα­ντα, τα ο­ποί­α ε­κεί­νος τα α­ξιο­ποί­η­σε και τα α­ξιο­ποιεί προς Δό­ξαν Θε­ού και ε­ξα­σφά­λι­ση της μο­να­στη­ρια­κής πε­ριου­σί­ας της Μο­νής που δια­κο­νεί. Εί­ναι κά­τι σε­βα­στό, α­να­γκαί­ο, και πα­ρα­δο­σια­κά γε­νό­με­νο στο Ά­γιον Ό­ρος. Κά­θε Η­γού­με­νος ο­φεί­λει να ε­ξα­σφα­λί­σει την πε­ριου­σί­α της Μονής, η ο­ποί­α δεν εί­ναι ού­τε δι­κή του, ού­τε των γο­νέ­ων του, ού­τε των συγ­γε­νών του, αλ­λά ο­φεί­λει να δια­σφα­λί­σει αυ­τά που εκ­κρε­μού­σαν πά­ρα πολ­λά χρό­νια, σχε­τι­κά με την Ιε­ρά Μο­νή Βα­το­παι­δί­ου.
Α­πό ε­κεί και πέ­ρα, ε­άν ε­νήρ­γη­σε νο­μί­μως ή πα­ρα­νό­μως ε­γώ δεν μπο­ρώ να το γνωρί­ζω - αλ­λά δεν νο­μί­ζω ο συ­γκε­κρι­μέ­νος άν­θρω­πος, τον ο­ποί­ο ε­κτι­μώ ι­διαι­τέρως και έ­χει πά­ρα πολ­λές ι­κα­νό­τη­τες - θα έ­κα­νε τί­πο­τε να α­ντέ­βαι­νε στην συ­νεί­δη­σή του, στο Ευαγ­γέ­λιο και στο θέ­λη­μα του Θε­ού. Έ­τσι πι­στεύ­ω.
Να γνω­ρί­ζε­τε κ. Α­λέ­ξαν­δρε, ό­ταν κά­ποιος α­φή­νει το σπί­τι του, τη ζω­ή του, την προ­ο­πτι­κή του για να α­φιε­ρω­θεί στον Θε­ό,  δεν εί­ναι ά­μοι­ρος του θε­λή­μα­τος του Θε­ού στις ε­νέρ­γειες που κά­νει. Ε­άν ε­νήρ­γη­σε έ­τσι, πι­στεύ­ω ό­τι ο Κύ­ριος τον ε­νέ­πνευ­σε και ε­άν σή­με­ρα βρί­σκε­ται στον Κο­ρυ­δαλ­λό, πι­στεύ­ω ό­τι πά­λι ο Κύ­ριος το ε­πέ­τρε­ψε και σκο­πός εί­ναι για τους αν­θρώ­πους της Εκ­κλη­σί­ας, όλα τα δύ­σκο­λα που υ­φί­στα­νται να εί­ναι προς Δό­ξαν Θε­ού. Και μέ­σα α­πό αυ­τήν την κρί­ση πά­λι πι­στεύ­ω ό­τι η Εκ­κλη­σί­α θα Θριαμ­βεύ­σει. Το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι για τον π. Ε­φραίμ, αλ­λά για ό­λον τον κό­σμο που α­γω­νί­ζε­ται σή­με­ρα, χω­ρίς ιδα­νι­κά και δυ­στυ­χώς χω­ρίς χρή­μα­τα.  Το πρό­βλη­μα εί­ναι για ό­λους αυ­τούς που υ­φί­στα­νται την κρί­ση και ό­χι για τα γε­γο­νό­τα που μας α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν α­πό αυ­τήν.

- Δη­λα­δή, η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση εί­ναι α­πόρ­ροια της πνευ­μα­τι­κής κρί­σης του αν­θρώ­που και γε­νι­κό­τε­ρα της κοι­νω­νί­ας;
Πι­στεύ­ω ό­τι εί­ναι κά­τι τε­λεί­ως α­νε­ξάρ­τη­το, χω­ρίς να έ­χει πνευ­μα­τι­κή συ­νέ­πεια. Υ­πάρ­χει κ. Κολ­λιό­που­λε ο πνευ­μα­τι­κός νό­μος - ι­δί­ως αυ­τό το τό­νισε ο π. Πα­ϊ­σιος ό­τι υ­πάρ­χει ο Πνευ­μα­τι­κός Νό­μος - και ό­ταν ε­μείς δια­πραγ­μα­τευό­μα­στε με χρή­μα­τα που δεν μας α­νή­καν , για να τρώ­με έ­να ε­λά­χι­στο και τ΄ άλλα να τα πε­τά­με, ή ό­ταν παίρ­να­με χρή­μα­τα μό­νο και μό­νο για να θά­ψου­με τα προ­ϊ­ό­ντα μας - που εί­χα­με δώ­σει για να τα πα­ρά­γου­με, ό­ταν α­φή­να­με τους άλ­λους να πει­νά­νε και κοι­τού­σα­με ε­μείς πώς θα κα­λο­πε­ρά­σου­με, δεν θα εί­χε αυ­τό σε κά­ποια χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο κά­ποια ε­πί­πτω­ση;
Ό­ταν δια­λέ­γα­με τους άρ­χο­ντές μας - δη­λα­δή τους πο­λι­τι­κούς (εν­νο­ώ) - μό­νο με το κρι­τή­ριο το πώς θα μας ευ­νο­ού­σαν, τί α­πο­τέ­λε­σμα θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­ναμε; Αυ­τό εί­ναι σή­με­ρα το φυ­σι­κό α­πο­τέ­λε­σμα του Πνευ­μα­τι­κού Νό­μου. Άλ­λω­στε, υ­πάρ­χει πά­ντα έ­νας τρό­πος για να δι­δα­χθού­με. Ό­ταν το παι­δί κά­νει έ­να λά­θος (π.χ. κλέ­ψει), η μά­να του δί­νει έ­να χα­στού­κι με σκο­πό μή­πως και συ­νέλ­θει. Ε­άν το α­γκα­λιά­σει, τό­τε θα ε­πα­να­λά­βει το λά­θος μέ­χρι που θα κα­τα­λή­ξει στην φυ­λα­κή, δι­καί­ως αυ­τός.

- Η Ιε­ρά Μη­τρό­πο­λις Κε­ντρώ­ας Α­φρι­κής με την συν­δρο­μή του Συλ­λό­γου Εξω­τε­ρι­κής Ιε­ρα­πο­στο­λής “Πρω­τό­κλη­τος”, στις τό­σες δρα­στη­ριό­τη­τές της, έ­χει δη­μιουρ­γή­σει και Πα­νε­πι­στη­μια­κή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή. Απ΄ ό­τι γνω­ρί­ζου­με, ασχο­λη­θή­κα­τε με την κτη­ρια­κή υ­πο­δο­μή της και πα­ράλ­λη­λα διε­τε­λέ­σα­τε Κα­θηγη­τής. Θα ή­θε­λα να ε­νη­με­ρώ­σου­με τους α­να­γνώ­στες μας γι΄ αυ­τό το σπου­δαί­ο Πνευ­μα­τι­κό Έρ­γο.
Ευ­τυ­χώς κ. Κολ­λιό­που­λε που η σκέ­ψη σας γύ­ρι­σε και πά­λι στην Α­φρι­κή, αλλοιώς δεν θα τε­λειώ­να­με ού­τε αύ­ριο! Ή­ταν μί­α σκέ­ψη του μα­κα­ρι­στού Τι­μο­θέου, πρώ­ην Μη­τρο­πο­λί­του Κε­ντρώ­ας Α­φρι­κής. Ε­πει­δή συν­δε­ό­μα­στε αρ­κε­τά και εί­μαι αρ­χι­τέ­κτων, με εί­χε κα­λέ­σει α­πό το Ά­γιον Ό­ρος, λί­γους μή­νες πριν κοιμη­θεί ώ­στε να του φτιά­ξω τα σχέ­δια. Συ­γκε­κρι­μέ­να ή­θε­λε μί­α Θε­ο­λο­γι­κή Α­καδη­μί­α, και ε­πει­δή αυ­τός εί­χε σπου­δά­σει στην Χάλ­κη την ή­θε­λε ό­πως της Χάλ­κης, ε­νώ μου ζή­τη­σε να με­λε­τή­σω την το­πο­θέ­τη­ση και του τά­φου του. Λί­γες ε­βδομά­δες α­πό τό­τε που του πή­γα τα σχέ­δια ε­κοι­μή­θη. Ο Θε­ός να τον έ­χει στα δε­ξιά του.
Ο διά­δο­χός του και νυν Πε­ντα­πό­λε­ως Σε­βα­σμιώ­τα­τος κ. Ι­γνά­τιος (με τον ο­ποίο συν­δε­ό­μα­στε - γνω­ρι­ζό­μα­στε, α­φού ή­το και διά­δο­χος του π. Χα­ρί­τω­νος) με κάλε­σε κά­τω (εν­νο­εί στην Α­φρι­κή) και έ­να α­πό τα πρώ­τα θέ­μα­τα που με έ­βα­λε να ασχο­λη­θώ, και μα­ζί περ­πα­τή­σα­με αυ­τό το οι­κό­πε­δο που του δώ­ρι­σε ο πρό­ε­δρος της Ελ­λη­νι­κής Κοι­νό­τη­τας της Κιν­σά­σα (εί­ναι η πρω­τεύ­ου­σα και με­γα­λύ­τε­ρη πό­λη της Λα­ϊ­κής Δη­μο­κρα­τί­ας του Κον­γκό), για να χτί­σου­με το Πα­νε­πι­στή­μιο και έ­τσι α­νε­γέρ­θη­κε το Πα­νε­πι­στή­μιο και ορ­γα­νώ­θη­κε, α­φού και ο ί­διος ό­ταν έ­γι­νε Μη­τρο­πο­λί­της, έ­νοιω­σε ό­τι βα­σι­κό­τε­ρη α­νά­γκη ή­ταν, να έ­χει η Εκ­κλησί­α κα­ταρ­τι­σμέ­νους Ιε­ρείς. Και να έ­χει δυ­να­τό­τη­τα μέ­σα α­πό έ­να τέ­τοιο χώρο να κά­νει ε­πι­λο­γή των στε­λε­χών της.
Άλ­λω­στε εν­θυ­μού­μαι ό­ταν εί­χα πά­ει στην Αλ­βα­νί­α διό­τι και ε­κεί εί­χα δια­κονή­σει 8, 5 χρό­νια, βρή­κα (ε­νώ δεν υ­πήρ­χε τί­πο­τα) τον Μα­κα­ριώ­τα­το Αρ­χιε­πί­σκοπο Τι­ρά­νων και πά­σης Αλ­βα­νί­ας κ.κ. Α­να­στά­σιο, να έ­χει νοι­κιά­σει έ­να ξε­νο­δοχεί­ο το “Μπα­λο­γιάν­νης” και να το έ­χει με­τα­τρέ­ψει σε Εκ­κλη­σια­στι­κή Α­κα­δη­μία - Φρο­ντι­στή­ριο. 
Έ­τσι λοι­πόν, ή­το πρω­ταρ­χι­κή α­νά­γκη της Εκ­κλη­σί­ας της Κε­ντρώ­ας Α­φρι­κής η δη­μιουρ­γί­α της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής. Ο Σε­βα­σμιώ­τα­τος ή­το ο ε­μπνευ­στής, και ε­γώ ερ­γά­στη­κα στα σχέ­δια και στην α­νοι­κο­δό­μη­ση και έ­τσι έ­χου­με την Θε­ο­λογι­κή μας Σχο­λή η ο­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει οι­κο­τρο­φεί­ο και αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε Πα­νεπι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου. Ε­πει­δή ό­λα τα οι­κο­δο­μεί ο Θε­ός και θαυ­μα­τουρ­γά ε­νεργούν και οι Ά­γιοι, κα­τά την διάρ­κεια της α­νοι­κο­δο­μή­σε­ως, με­σο­λά­βη­σε ο άγιος Η­γού­με­νος α­πό την Ιε­ρά Μο­νή Α­γί­ας Λαύ­ρας του Α­γί­ου Ό­ρους, ο ο­ποί­ος ή­θελε να του φτιά­ξω έ­ναν Να­ό του Α­γί­ου Α­θα­να­σί­ου του Α­θω­νί­του στην Α­φρι­κή και με τις ευ­λο­γί­ες του Πα­τριάρ­χου Α­λε­ξαν­δρεί­ας, ο Να­ός της Θε­ο­λο­γι­κής Σχολής α­φιε­ρώ­θη­κε στον Α­γιο­ρεί­τη Ά­γιο. Ο ο­ποί­ος Ά­γιος Α­θα­νά­σιος ο Α­θω­νί­της υ­πήρ­ξε έ­νας Πα­νε­πι­στη­μια­κός δι­δά­σκα­λος στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, πριν έλθει στο Ά­γιον Ό­ρος.         

- Στο Πα­νε­πι­στή­μιο αυ­τό που ε­δρεύ­ει στα προ­ά­στια της Κιν­σά­σα, φοι­τούν μό­νο ό­σοι έ­χουν εκ­φρά­σει την ε­πι­θυ­μί­α να ιε­ρω­θούν ή και άλ­λοι;
Φοι­τούν, ό­χι μό­νο ό­σοι ε­πι­θυ­μούν την ιε­ρω­σύ­νη αλ­λά ό­λοι ό­σοι θα στε­λεχώ­σουν την Εκ­κλη­σί­α μας και ό­σοι ε­πι­θυ­μούν να δι­δα­χθούν την Ορ­θό­δο­ξη Πίστη. Ε­πει­δή ό­μως εί­ναι και οι­κο­τρο­φεί­ο ώ­στε να μπο­ρέ­σου­με να έ­χου­με αυ­τούς τους υ­πο­ψη­φί­ους ιε­ρείς και στε­λέ­χη της Εκ­κλη­σί­ας μας, δεν ή­ταν δυ­να­τόν να δε­χό­μα­στε μη  Ορ­θο­δό­ξους, αλ­λά και κο­πέ­λες. Εί­ναι μί­α Πα­νε­πι­στη­μια­κή Σχο­λή  με την μορ­φή της Εκ­κλη­σια­στι­κής Α­κα­δη­μί­ας.

- Έ­χου­με κά­ποια στοι­χεί­α για το πό­σοι Ορ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί έ­χουν βαπτι­σθεί τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια;
Βλέ­πω κ. Κολ­λιό­που­λε ό­τι σας α­ρέ­σουν τα στα­τι­στι­κά στοι­χεί­α. Δεν γνωρί­ζου­με τί­πο­τα. Αλ­λά εί­ναι ε­λά­χι­στοι μπρο­στά στο πλή­θος των κα­θο­λι­κών, προ­τε­στα­ντών και των άλ­λων αι­ρέ­σε­ων, ό­μως εί­ναι μί­α ζω­ντα­νή μαρ­τυ­ρί­α της Αλή­θειας της Εκ­κλη­σί­ας μας  στο χώ­ρο της Α­φρι­κής. Ό­πως μου έ­λε­γε πρό­σφα­τα ένας Μη­τρο­πο­λί­της, κά­νουν α­γώ­να οι κα­θο­λι­κοί για να μην α­κού­γε­ται η Ορ­θοδο­ξί­α.  Για­τί ε­άν α­κου­σθεί η Ορ­θο­δο­ξί­α, εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι οι Α­φρι­κα­νοί που τους διέ­πει η ει­λι­κρί­νεια και το ψά­ξι­μο της α­λή­θειας θα προ­σέλ­θουν πιο αυθόρ­μη­τα στην Ορ­θο­δο­ξί­α.

- π. Θε­ο­λό­γε, πό­σους Α­φρι­κα­νούς έ­χε­τε βα­πτί­σει Ορθοδόξους;
Πε­ρί­που πε­ντα­κό­σιους, αν και δεν κρα­τώ ση­μειώ­σεις. Τώ­ρα πα­ρα­μο­νές των Χρι­στου­γέν­νων σε ό­λες τις ε­νο­ρί­ες μας εί­χα­με βα­πτί­σεις, κα­θώς και την πα­ρα­μο­νή των Φώ­των ό­πως εί­ναι η αρ­χαί­α πα­ρά­δο­ση της Εκ­κλη­σί­ας μας.

- Ε­πι­σφρα­γί­ζο­ντας την συ­νέ­ντευ­ξή μας θα ή­θε­λα να  μας μι­λή­σε­τε για δύο πρό­σω­πα. Για τον πρό­ε­δρο του Συλ­λό­γου της Ε­ξω­τε­ρι­κής Ιε­ρα­πο­στο­λής “Πρωτό­κλη­τος”  που ε­δρεύ­ει στην πό­λη των Πα­τρών, κ. Νι­κό­λα­ο Σί­μο, και τον Σε­βα­σμιώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Πα­τρών κ.κ. Χρυ­σό­στο­μο.
Με τον Νί­κο τον Σί­μο με­γα­λώ­σα­με πνευ­μα­τι­κά μα­ζί στην σκιά του π. Χα­ρίτω­νος Πνευ­μα­τι­κά­κι. Και ο Νί­κος, η­λι­κια­κά λί­γο με­γα­λύ­τε­ρός μου προ­η­γεί­το πά­ντο­τε ε­μού, διό­τι εί­χε προ­η­γη­θεί και στον π. Χα­ρί­τω­να και σε πολ­λά άλ­λα θέ­μα­τα ό­πως: Στον α­γώ­να του, στην α­ρε­τή του, στην ι­κα­νό­τη­τά του και μα­ζί μάλι­στα εί­χα­με πραγ­μα­το­ποι­ή­σει  το πρώ­το μας τα­ξί­δι στην Α­φρι­κή το 1976, ε­πι­σκε­πτό­με­νοι τον π. Χα­ρί­τω­να που ή­δη εί­χε ε­γκα­τα­στα­θεί στην Κα­νάν­γκα πριν από τρί­α χρό­νια. Με τον Νί­κο συ­νερ­γα­στή­κα­με αρ­κε­τά στον “Πρω­τό­κλη­το” για να ε­νι­σχύ­ου­με και να βο­η­θά­με τον π. Χα­ρί­τω­να και υ­πήρ­ξε έ­να διά­στη­μα α­πο­στάσε­ως με­τα­ξύ μας την πε­ρί­ο­δο που α­νέ­βη­κα στο Ά­γιον Ό­ρος. Τό­σο ο π. Χά­ρι­τω­νας ό­σο και ο Νί­κος εί­χαν την ά­πο­ψη ό­τι ε­άν ή­θε­λα να δια­κο­νή­σω την Εκ­κλη­σί­α έπρε­πε μέ­σα α­πό την Ε­ξω­τε­ρι­κή Ιε­ρα­πο­στο­λή και ό­χι α­πό το Ά­γιον Ό­ρος. Τε­λι­κά, πι­στεύ­ω ό­τι εί­ναι ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νος που πή­γα στην Α­φρι­κή, α­φού αυ­τό ε­πι­θυ­μού­σε και ε­γώ χαί­ρο­μαι που έ­χει αυ­τή την θέ­ση και ευ­θύ­νη διό­τι χω­ρίς την παρου­σί­α του και την βο­ή­θειά του και ε­μείς αλ­λά και άλ­λα κλι­μά­κια δεν θα μπορού­σαν να δρα­στη­ριο­ποι­η­θούν. Εί­ναι ι­κα­νό­τα­τος, έ­χει δώ­σει τη ζω­ή του σε αυτό το έρ­γο και για μέ­να εί­ναι έ­νας α­πό τους πιο κο­ντι­νούς μου αν­θρώ­πους.  
Ο Σύλ­λο­γος δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στην δι­κή μας Ιε­ρα­πο­στο­λι­κή προ­σπά­θεια, αλ­λά βο­η­θά­ει ο­τι­δή­πο­τε Ιε­ρα­πο­στο­λι­κό Έρ­γο γί­νε­ται α­νά τον κό­σμο, παρ΄ ό­λο που σή­με­ρα εί­ναι πολ­λοί σύλ­λο­γοι ( ο “Πρω­τό­κλη­τος” εί­ναι ο τρί­τος Σύλ­λογος που Ι­δρύ­θη­κε στην Ελ­λά­δα).
Το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο που μου ζη­τή­σα­τε να σχο­λιά­σω, είναι ο Δε­σπό­της μας. Ε­γώ προ­σω­πι­κά εί­μαι ευ­τυ­χής που η πό­λη μου η Πά­τρα έ­χει αυ­τόν ε­πι­κε­φα­λής της Εκ­κλη­σί­ας. Γνω­ρι­ζό­μουν ι­διαί­τε­ρα με τον μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη Πα­τρών κυ­ρό Νι­κό­δη­μο, αλ­λά χρεια­ζό­ταν η πα­ρου­σί­α του Χρυ­σοστό­μου στην πό­λη του Α­γί­ου Αν­δρέ­ου. Πι­στεύ­ω ό­τι έ­δω­σε νέ­ο πνεύ­μα, νέ­α πνο­ή, α­γκά­λια­σε πά­ρα πολ­λά πράγ­μα­τα, αλ­λά έ­δει­ξε πώς πρέ­πει ο Πρώ­τος και ο Αρ­χηγός, να δια­κο­νεί, να τρέ­χει,  να υ­πη­ρε­τεί, α­κρι­βώς ό­πως το Ευαγ­γέ­λιο θέ­λει και ζη­τά­ει, ό­πως το ζη­τά­ει ο Κύ­ριός μας. Ε­γώ προ­σω­πι­κά τον α­γα­πώ, τον ε­κτι­μώ για το έρ­γο που προ­σφέ­ρει και γι΄ αυ­τό πολ­λές φο­ρές τον κου­ρά­ζω ζη­τώ­ντας του να μας βο­η­θή­σει στην Ιε­ρα­πο­στο­λή. Ό­χι με κά­ποιο άλ­λον τρό­πο, αλ­λά να μας στεί­λει έ­να πρό­σω­πο ι­κα­νό και ά­ξιο   ώ­στε να ση­κώ­σει αυ­τόν τον κό­πο της μαρ­τυ­ρί­ας του Χρι­στού σε αυ­τά τα μέ­ρη.

- Ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας την συ­νέ­ντευ­ξή μας θα θέ­λα­με μί­α ε­νη­μέ­ρω­ση σχε­τι­κά με αυ­τό που ζη­τά ο “Πρω­τό­κλη­τος”, να α­να­λά­βουν συ­μπο­λίτες μας την πνευ­μα­τι­κή και υ­λι­κή κη­δε­μο­νί­α παι­διών α­πό την Α­φρι­κή. 
Αυ­τή τη στιγ­μή έ­χου­με το ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο μας, που το κό­στος κά­θε παι­διού εί­ναι ε­κα­τό ευ­ρώ το μή­να, γι΄ αυ­τά που του πα­ρέ­χου­με και φρο­ντί­ζου­με να μην τα α­φή­σου­με στο έ­λε­ος των αν­θρώ­πων, αλ­λά να τα έ­χου­με στο χώ­ρο του Θε­ού. Και δέ­κα ευ­ρώ εί­ναι το κό­στος των δι­δά­κτρων που ε­φέ­τος ση­μειω­τέ­ον έ­χου­με 330 σπου­δα­στές. Κά­ποιος λοι­πόν που δί­δει αυ­τό το πο­σό  και συν­δέ­ε­ται μέ­σα από την προ­σευ­χή, μέ­σα α­πό τον Σύλ­λο­γο με το συ­γκε­κρι­μέ­νο παι­δά­κι, θε­ω­ρεί­ται κη­δε­μό­νας του. Δεν το υ­ιο­θε­τεί, αλ­λά κα­τά κά­ποιο τρό­πο το υ­ιο­θε­τεί πνευμα­τι­κά.
Ο κά­θε εν­δια­φε­ρό­με­νος μπο­ρεί να λά­βει πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες από τον Σύλ­λο­γο  "Πρω­τό­κλη­τος", Μιαούλη 68, Τ.Κ. 26222, Πάτρα, τηλ. 2610.329.737, 2610.322.722, fax: 2610.329.390 email: protoklitos@gmail.com.   


Πρώτη "διαδικτυακή" δημοσίευση:  "Ανάστασιος"

6 σχόλια:

Αριμαθαίος είπε...

Τι όμορφη ψυχή. Την ζωή του την έχει δοσμένη στον Χριστό ολοκληρωτικά. Αναλογίζομαι ποια θα ήταν η σύγχρονη πορεία της Εκκλησίας αν υπήρχαν μιμητές των Αποστόλων. Αφοσιωμένοι στο Ευαγγέλιο που θα έτρεχαν για την μεταφορά του Λόγου του Θεού. Η αγία μας Εκκλησία έχει πληθώρα κληρικών για τον αγιαστικό της τομέα. Η μεγάλη έλλειψη είναι στις φλογισμένες καρδιές για Ιεραποστολή στα Έθνη. Εύχομαι να διαβάσουν την συνέντευξη αυτή πιστοί οι οποίοι θα πυρποληθούν από τον πόθο της Ιεραποστολής όχι της εύκολης της εσωτερικής αλλά αυτής στα Έθνη που προσδοκούν με υπομονή τόσους αιώνες λόγο Χριστού και παρουσία της Εκκλησίας για την σωτηρία τους.
Αυτού του είδους οι συνεντεύξεις βοηθούν, διότι μπορεί κάπου ο σπόρος αυτός να αυξηθεί. Συγχαίρω τον κ. Κολλιόπουλο δια την πρωτοβουλία και τον κ. Κωστόπουλο τον αγαπητό για την διαδικτυακή μεταφορά.

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραία η συνέντευξη!

Χαράλαμπος Σ. είπε...

Εξαιρετική συνέντευξη από ένα Ιεραπόστολο που έχει προσφέρει στην Ιεραποστολή στην Αλβανία και τώρα στο Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας.

Αληθεύοντες εν αγάπη είπε...

Να διαβάσουν την πολύτιμη αυτή συνέντευξη όλοι οι αργόσχολοι Αρχιμανδρίτες που παίρνουν παχυλούς μισθούς από εφημεριακές θέσεις και τρέχουν για να τα οικονομήσουν σε γάμους βαπτίσεις και κηδείας. Να την διαβάσουν για να κάνουν σύγκριση με αυτούς που πραγματικά είναι το ευζωνικό της Εκκλησίας οι πραγματικοί άγαμοι κληρικοί που δόθηκαν δηλαδή θυσιαστήκαν στην Εκκλησία. Ας την διαβάσουν και οι Δεσποτάδες για να βάλουν άροτρο σε όλους τους αργόμισθούς Αρχιμανδρίτες να δουλέψουν και να ιδρώσουν για την πνευματική αναγέννηση έστω της Ελλάδας αφού είναι ανίκανοι για τα μεγάλα στην Αφρική και αλλού.

Ανώνυμος είπε...

Μεγάλη η ευλογία για την εφημερίδα, το blog, και για μας. στην Αθήνα είχα πάει σε έκθεση φωτογραφίας για την ιεραποστολή που είχε οργανώσει ο π. Θεολόγος. Από τότε τον έχω στην προσευχή μου. Πολύ ωφέλημα τα όσα διάβασα στην συνέντευξη τούτη.

Ανώνυμος είπε...

Μεγάλη συνέντευξη με ουσία και περιεχόμενο. Ο π. Θεολόγος με έμαθε πολλά με αυτά που είπε.