Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Τό μεγάλο αἴτημα - π. Γρηγόριος Μουσουρούλης

Η´ Κυριακή
Λόγος εἰς τόν Ἀπόστολον
Τό μεγάλο αἴτημα
 « Παρακαλῶ ὑμᾶς... ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες...ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καί τῇ αὐτῇ γνώμῃ»(Α´Κορ. α´10)

« Παρακαλῶ ὑμᾶς... ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες...ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καί τῇ αὐτῇ γνώμῃ »
****
        Πρίν ἀκόμη ξεσπάσουν οἱ οἱ μεγάλοι καί φρικτοί διωγμοί, πρίν ἀρχίσουν νά ὁδηγοῦνται οἱ πιστοί στίς φυλακές, πρίν ἀρχίσουν νά γίνονται τροφή τῶν λιονταριῶν καί τῶν τίγρεων στό κολοσσαῖο τῆς Ρώμης ἤ ἀλειμμένοι μέ πίσσα καί ἀναρτημένοι σέ στύλους τῶν ρωμαϊκῶν ἐπαύλε­ων μετατρέπονται σέ φλεγόμενες λαμπάδες, ἡ Ἐκκλησία διέτρεξε τόν πρῶτο μεγάλο κίνδυνο.
        Ὅσο κι ἄν φαίνεται παράδοξο οἱ ἐχθροί πού τῆς ἐπιτέθηκαν δέν ἦταν ξένοι καί βάρβαροι. Ἦταν ἐχθροί ἐσωτερικοί. Ἦταν τά ἴδια τά παιδιά της, χριστιανοί ἀκατάρτιστοι, ἄνθρωποι πού δέν εἶχαν ξεπεράσει τόν ἑαυτό τους.
        Τό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα γι᾽ αὐτό τόν κίνδυνο κάμνει λόγο. Νά δοῦμε λοι­πόν προσεκτικά τί εἶχε συμβεῖ, ποιά ἦταν ἡ αἰτία τῆς ὅλης καταστάσεως, τί σημασία ἔχει αὐτό γιά τήν ἐποχή μας καί πῶς μπορεῖ νά θεραπευτεῖ.

*****
« Παρακαλῶ ὑμᾶς... ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες...ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καί τῇ αὐτῇ γνώμῃ »
        Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ποῦμε πώς ὁ πό­λεμος πού ξέσπασε στά σπλάγχνα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου ἦταν πόλεμος ἐμφύλιος, ἀφοῦ ἐχθ­ροί ἐξωτερικοί δέν ὑπῆρχαν, ἀλλά οἱ ἴδιοι οἱ πισ­τοί χωρίστηκαν σέ μερίδες ἀντιμαχόμενες.
        Αἰτία τοῦ διχασμοῦ τους ἦταν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τό ἱερό κείμενο, ὁ ἐγωϊσμός πολλῶν πιστῶν, πού θέλοντας νά ξεχωρίσουν ἀπό τούς ἄλλους ἄρχισαν νά προβάλλουν τήν προτίμησή τους σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους. Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι ἐθαύμαζαν τόν ἕνα, ἄλλοι τόν ἄλλο καί ἔφθασαν στό σημεῖο νά διαπληκτίζονται καί νά κατηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὁ ἕνας ἔλεγε πώς εἶναι τοῦ Παύλου, ὁ ἄλλος τοῦ Ἀπολλώ καί ἄλλος τοῦ Κηφᾶ, δηλαδή τοῦ Πέτρου. Μερικοί μάλιστα θέλοντας νά τό «παίξουν» ἀνώτεροι, ἔ-λεγαν «ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ».
        Μ᾽ αὐτό τόν τρόπο ὁ ἱερός χῶρος τῆς Ἐκ­κλησίας μετατράπηκε σέ πεδίο μάχης. Ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε κατεξοχήν νά βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ἐπικρά­τησε ἡ φιλονικία, καί ἐκεῖ ὅπου ὁ Θεός δημιουρ­γοῦσε μιά ἑνότητα θαυμαστή, ὁ διάβολος προξε­νοῦσε διαιρέσεις καί διχασμούς.
        Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλαβε γνώση αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἐπενέβη δραστικώτατα, γιά νά προλάβει τό κακό στήν ἀρχή του, πρίν ἡ κατάσταση αὐτή δημιουργήσει ἀποτελέσματα καταστροφικά. Καί τούς ἐρωτᾶ: «Μεμέρισται ὁ Χριστός»; Κορίνθιοι ὁ Χριστός κομματιάστηκε; Μήπως ἀνήκει σέ κάποιο κόμμα, σέ κάποια μερί­δα;  Ἤ μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιά σᾶς;  Ἤ μήπως βαπτισθήκατε στό ὄνομα τοῦ Παύλου;  Δέν σᾶς λυτρώσαμε ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι ἀλλά ὁ Χριστός, ἐμεῖς εἴμαστε ἁπλοῖ διάκονοι τοῦ Χρι­στοῦ.
        Ἀφοῦ λοιπόν ὅλοι μας βαπτιστήκαμε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά τή σωτηρία μας καί ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν ἀνή­κει σέ μία μόνο μερίδα, τότε γιατί δέν εἴμαστε ὅλοι ἑνωμένοι καί ἀγαπημένοι μέ κέντρο τόν Χρι­στό;
        Ἡ ἐπέμβαση αὐτή τοῦ θείου Ἀποστόλου ἔφερε ἄμεσα ἀποτελέσματα. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος στήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου στάματησε.
*****
        Τό λυπηρό ὅμως εἶναι ὅτι ἐνῶ τότε σταμά­τησεν ὁ πόλεμος μεταξύ τῶν πιστῶν τῆς Κορίν­θου, δέν ἐξαφανίστηκε τελείως ἀπό τήν Ἐκκλη­σία. Κατά διαστήματα καί σέ κάθε ἐποχή ὁ ἐχθ­ρός τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ὁ διάβολος σπέρνει τά ζιζάνια τοῦ διχασμοῦ καί τῶν φιλονικιῶν μεταξύ τῶν πιστῶν. Αὐτό δυστυ­χῶς δέν λείπει καί ἀπό τήν δική μας ἐποχή.
        Εἶναι πράγματι λυπηρό ὅτι καί γιά τούς σημερινούς πιστούς ὁ Ἀπόστολος θά μποροῦσε ἄνετα νά ἐπαναλάβει τόν ἐλεγκτικό του λόγο: «ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσί»·  ὑπάρχουν φιλονικίες μετα­ξύ σας.
        Καί ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θαῦμα ἑνότητας, τό πιό ὑπέρχο θαῦμα μέσα στό σύμπαν, ἡ Ἐκκλησία βασανίζεται ἀπό τίς μάχες τῶν ἴδιων τῶν παιδιῶν της. Ἡ λαϊκή φράση «τρώγονται μεταξύ τους» ἔχει δυστυχῶς ἐπαναληφθεῖ πολλές φορές καί στήν ἐποχή μας γιά τά μέλη τῆς Ἐκ­κλησίας τοῦ Χριστοῦ. Κληρικούς καί λαϊκούς.
        Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς περιπτώσεις δια­φορετικῶν γνωμῶν καί ἀπόψεων θά παρου­σιά­ζονται. Μποροῦν ὅμως νά ξεπερνιῶνται μέσα στήν Ἐκκλησία, διότι Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὑπέρβαση ὅλων τῶν διχογνωμιῶν καί διαιρέσεων.
*****
        Μπορεῖ βέβαια νά εἶναι ἡ Ἐκκλησία θερα­πευτήριο τῶν διχογνωμιῶν καί πηγή ἑνότητος τῶν πιστῶν, εἶναι ἀνάγκη ὅμως καί οἱ πιστοί νά καλλιεργοῦν στίς ψυχές τους τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, δύο ἀπό τίς ὁποῖες θά θυμηθοῦμε στή συνέχεια.
        Ἡ πρώτη θεμελιώδης προϋπόθεση γιά τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ὅπου ὑπάρχει ταπεινοφροσύνη ἐκεῖ δέν ἔχει θέ­ση ἡ ἐριστική καί φιλόνικη διάθεση, ἀπό τήν ὁ­ποία γεννιέται ἡ διαίρεση καί ἡ ἀναταραχή. Ὅπου ὑπάρχει ταπεινοφροσύνη, δέν βρίσκουν τόπο τό πεῖσμα, ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη καί ἡ ἐπιμονή στή γνώμη μας, πού γίνονται αἰτία νά ψυχραίνονται οἱ σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους καί νά ἀποκοπτώμα­στε ἀπ᾽ αὐτούς.
        Ἡ ταπεινοφροσύνη μᾶς κάμνει νά βλέπουμε τούς ἄλλους ἀνώτερούς μας καί νά τούς παραδε­χόμαστε, πράγμα τό ὁποῖο δέν ἐπιτρέπει στόν φθόνο νά εἰσβάλει στήν ψυχή μας. Ἡ ταπεινο­φροσύνη ἐπίσης μᾶς βοηθεῖ νά διακρίνουμε καί νά ἀναγνωρίζουμε τά λάθη μας καί νά ζητοῦμε συγγνώμη ἀπό τόν ἄλλο καί αὐτό συντελεῖ στό νά ἑνώνονται οἱ καρδιές. Ἡ ταπεινοφροσύνη ἐπίσης δέν ἀφήνει τόν νοῦ νἀ κυριευθεῖ ἀπό τόν φανατισμό, ὁ ὁποῖος μᾶς τυφλώνει καί δέν ἀφή­νει νά δοῦμε τήν ἀλήθεια, κάτι πού ἔχει ὡς ἀπο­τέλεσμα νά ὑποτιμοῦμε κάθε καλή προσπάθεια, πού γίνεται ἀπό ἄλλους.
        Ἐάν ἐξετάσουμε καί ζητήσουμε τόν βαθύ­τερο λόγο, γιά τόν ὁποῖο ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας φιλονικίες καί γκρίνιες καί τσακωμοί καί φυγά­δευση τῆς ἑνότητας, θά δοῦμε πώς αἰτία εἶναι ἡ ἔλλειψη ταπεινοφροσύνης. Ἀπουσιάζει ἡ ἀρετή πού συνδέει τίς ψυχές καί ἀντί αὐτῆς ὑπάρχει ὁ ἐγωϊσμός, πού εἶναι τό ἰσχυρότερο διαλυτικό, καί διαλύει κάθε σύνολο. Ὁ ἐγωϊσμός μοιάζει μέ δυναμίτι, πού ἀνατινάσσει στόν ἀέρα κάθε οἰκοδόμημα. Ἡ δέ σύγκρουση πού προκαλεῖται ὅταν συγκρουσθοῦν τά ἐγώ καί τά συμφέροντα, εἶναι χειρότερη καί ἀπό τή σύγκρουση δύο ἀερο­πλάνων στόν ἀέρα. «Σύντριμμα καί ταλαιπωρία» (Ρωμ. γ´16) ἐπακο­λουθεῖ. Δέν μένει δηλαδή τίποτε ὄρθιο χωρίς τήν ταπεινοφροσύνη.
        Μαζί μέ τήν ταπεινοφροσύνη ὅμως, γιά νά λείψουν οἱ ἔριδες καί οἱ διαμάχες καί νά ἐπικρατεῖ ἑνότητα, χρειάζεται καί ἡ ἀγάπη.
        Ἀγάπη ἀληθινή καί ὁλοκάρδια. Ἀγάπη πού εἶναι ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου «ἀγα­πήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Μάρκ ιβ´­31). Μέ λίγα λόγια γιά νά εἶσαι ἑνωμένος μέ κάποιον πρέπει νά τόν ἀγαπᾶς, ὅπως ἀγαπᾶς τόν ἑαυτό σου. Νά τόν σκέπτεσαι, νά τόν προσέχεις καί νά τόν φροντίζεις, ὅπως φροντίζεις καί σκέ­πτεσαι καί προσέχεις τόν ἑαυτό σου.
        Ἡ ἀγάπη γιά τήν ὀποία κάμνουμε λόγο αὐτή τήν ὥρα, εἶναι ἐκείνη, πού ἀποτελεῖ ἔμπρα­κτη ἐφαρμογή τῆς ἀλήθειας τῆς Πίστεώς μας ὅτι εἴμαστε «ἀλλήλων μέλη» (Ἐφεσ. δ´25). Εἶναι ἡ ἀγάπη πού ἔχει ὠς ἀφετηρία της τό ὅτι μέ τή Βάπτισή μας γίναμε ὅλοι «μέλη» τοῦ «σώμα­τος» πού λέγεται Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (Α´Κορ. ιβ´12-27). Ὅταν θέσω ὡς βάση τῆς ζωῆς μου αὐτή τήν πραγματικότητα, τότε βλέπω τούς ἄλλους ὡς μέλη τοῦ σώματός μου. Δέν τούς θεωρῶ ξένους καί ἐνοχλητικούς, οὔτε ἀδιαφορῶ γι᾽αὐτούς, ἀλλά νοιώθω ὅτι εἶμαι δεμένος μαζί τους.
        Ἐάν λείπει σήμερα ἡ ἑνότητα ἀπό τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, τῶν οἰκογενειῶν, τῶν συνερ­γα­σιῶν καί τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμη, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι «ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. κδ´12) ἐξ αἰτίας τῶν προσωπικῶν μας ἁμαρτιῶν. Ψυχράνθηκαν οἱ σχέσεις μας, κλειστήκαμε στό ἄτομό μας καί νομίζουμε πώς τίποτε δέν μᾶς συνδέει μέ τούς ἄλλους.
*****
« Παρακαλῶ ὑμᾶς... ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες...ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καί τῇ αὐτῇ γνώμῃ »
Τό θέμα ἑνότητα, ἀγαπητοί, δέν εἶναι ἀπό τά εὔκολα. Οὔτε εἶναι δυνατόν νά κατορθωθεῖ μέ μόνες τίς δυνάμεις μας. Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού χαρίζεται σέ ὅσους τήν ζητοῦν μέ πίστη καί ἀγωνίζονται νά τήν ζήσουν σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου. Εἶναι δωρεά, πού δωρίζεται σέ ὅσους ἔχουν σχέση μέ τόν μεγάλο Εἰρηνοποιό, πού εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἑνο­ποιός δύναμη. Ἐκεῖνος ἄλλωστε δωρίζει τήν ταπει­νοφροσύνη καί τήν ἀγάπη, πού ὅπως εἴπαμε, ἀποτε­λοῦν προϋποθέσεις ἑνότητας.
Μέσα σ᾽ἕνα κόσμο, λοιπόν, διαιρέσεων, πολέ­μων καί μίσους ὡς πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε καθῆκον νά φανερώνουμε στόν κόσμο μέ τή ζωή καί τήν συνεργασία μας πάντοτε αὐτή τήν θεϊκή ἑνότητα πού ὁ Χριστός δημιούργησε μέ τό Αἷμα Του πάνω στό Γολγοθᾶ. Αὐτό εἶναι χρέος καί εύθύνη ὅλων μας ἀνεξαιρέτως.   
Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μουσουρούλης

Κήρυγμα εις Ἱ.Ν.Ἁγ.Κων/νου Κατασκηνώσεως Ἀγρινίου 29.07.2012

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο π. Γρηγόριος μας μιλάει για την ενότητα πρώτα των χριστιανών και μετά της κοινωνίας. Πρέπει με κάθε θυσία όλοι εμείς να φυλάσσουμε την ενότητα της Εκκλησίας διότι πολλές φορές με τον τρόπο και της πράξεις μας την κάνουμε κομμάτια.