Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Ομιλίες Θεοδώρητου Κύρου και Κωνσταντίνου 5ου Πορφυρογέννητου στη γιορτή Ανακομιδής των Λειψάνων Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου*. - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


Ομιλίες 
Θεοδώρητου Κύρου 
και Κωνσταντίνου 5ου Πορφυρογέννητου 
στη γιορτή Ανακομιδής των Λειψάνων 
Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου*.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ

        Η Ανακομιδή των Τιμίων Λειψάνων Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου στην Κωνσταντινούπολη, από τα Κόμανα της Αρμενίας, όπου εξορίστηκε με απόφαση της κατά το Μέγα Φώτιο «παρανόμως συγκροτηθείσης Συνόδου»-Δρυς,404-τελέστηκε πανηγυρικά στις 27 Ιανουαρίου του 438, τριάντα χρόνια μετά την εκεί κοίμηση και ταφή του. Ο Πατριάρχης Πρόκλος, πνευματικό ανάστημα και Αρχιδιάκονος του Αγίου με μεγάλη πρεσβεία πιστών υπέβαλε θερμό αίτημα, το οποίο ενέκρινε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος 2ος ο Μικρός, (408-450) γιος της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, απηνούς διώκτριας του Αγίου από κοινού με τον Αλεξανδρείας Θεόφιλο ιδιαίτερα.
    Το παρατιθέμενο απόσπασμα ομιλίας του σύγχρονου με το γεγονός Θεοδώρητου Επισκόπου Κύρου, {393-457} που διασώζει στη «Βιβλιοθήκη ή Μυριόβιβλο» ο Πατριάρχης Φώτιος, μαρτυρεί την έκτοτε καθιέρωση της γιορτής, και το αντίστοιχο ομιλίας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου 5ου του Πορφυρογέννητου (913-959) εκτός από τα θαυμαστά γεγονότα που διασώζει, μαρτυρεί πόσο πάνδημα και μεγαλόπρεπα ετελείτο η γιορτή πεντακόσια χρόνια αργότερα..

Α.    Απόσπασμα ομιλίας Θεοδώρητου Επισκόπου Κύρου, 393-457

   « … Αν ακόμα κι αυτή την ώρα, Άγιε Πατέρα, έχεις κάθε λόγο να αγανακτείς για κάτι με τους ναύτες σου, αν σε λυπεί ό, τι έκαναν κάποιοι ταξιδευτές στο ίδιο πλοίο μαζί σου, παρακαλώ, δείξε τους όλη σου την κατανόηση. Χρόνια ανώμαλα πως ήταν πες, χειμώνας, τρικυμία,  θάλασσα που λυσσομανούσε φοβερά, και χωρίς να το θέλουν κι αυτοί, αναγκάστηκαν να σε ρίξουν στα κύματα σαν άλλο Ιωνά. Πες πως δεν έγινε από μίσος ό, τι έγινε τότε, πες πως ήταν δοκιμασία για σένα αληθινή. Πες πως δεν ήθελαν πόλεμο ν’ ανοίξουν μαζί σου, αλλά να σε ρίξουν σε πάλη πνευματική. Δε βγήκαν αυτοί κερδισμένοι από την ψήφο τους, την κάθε άλλο παρά αδελφική, βγήκες εσύ, που αξιώθηκες να περάσεις στενωπό μαρτυρική ! Η μυστική οικονομία του Θεού σου ευτρέπισε εκείνο το σκάμμα, εκείνη την πνευματική στενωπό !

     Ταιριάζει, λοιπόν, σε σένα το λεγόμενο στη Γραφή για τον κοινό των ανθρώπων εχθρό. «Έβαλες στο μάτι σου το δούλο μου Ιωάννη», όπως τότε τον Ιώβ. Οφειλόταν, ως φαίνεται στο λαμπρό βίο σου, λαμπρή τελευτή. Πολεμούσε τότε ο διάβολος, θα θυμάσαι, τον Ιώβ, κι οι φίλοι του πίστεψαν πως ήταν άνθρωπος αμαρτωλός. Ο Θεός όμως θεράπευσε τους φίλους του από το λάθος, και είδαν όπως πριν φίλο του Θεού, το φίλο τους Ιώβ. Αυτό αισθάνομαι, Άγιε Πατέρα, πως έγινε τούτη τη ώρα. Βλέπω πατέρες να δίνουν τα χέρια, να  γίνονται φίλοι αδελφωμένοι και ειρηνικοί. Και όπως ο Ιώβ απέλαβε πάλι τα κτήματά του πολλαπλά, έτσι βλέπω τώρα ν’ απολαμβάνεις κι εσύ την οφειλόμενη από όλους στη δική σου  αγιότητα δόξα και τιμή πολλαπλάσια» !

Β. Απόσπασμα ομιλίας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου 5ου του Πορφυρογέννητου, 913-959.
    … Ανέβηκε τότε ο Αρχιερέας-Πρόκλος-στα ανάκτορα να υποβάλει το αίτημα της πάνδημης πρεσβείας, και μίλησε με τέτοιο τρόπο στο βασιλιά, που κι από σίδερο να ήταν η καρδιά του θα λύγιζε. Τον παρότρυνε με θέρμη, ανακινούσε και αναρρίπιζε μέσα του κάτι σαν θείο έρωτα και προσπαθούσε να τον πείσει να συναινέσει στην τίμια και σεβάσμια επάνοδο του ιερού σκηνώματος του Ιωάννη. Ο βασιλιάς τον άκουσε με προσοχή, και καθώς ένιωσε να του θερμαίνεται η ψυχή, δήλωσε πως δεν έχει αντίρρηση, και συναινεί στην ικανοποίηση του ιερού αιτήματος … κι έδωσε παρευθύς εντολή να ετοιμαστεί κάθε τι που θα συντελούσε στην πραγματοποίηση αυτού του ευσεβούς σκοπού και χρέους.

ζ.   Η αντίσταση του Αγίου.

     Έτσι μόλις εφοδιάστηκαν με τα βασιλικά γράμματα που πρόσταζαν να επανέλθει στην πόλη που ανήκε αυτός ο πολύτιμος θησαυρός, δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση κανείς πια … Ωστόσο, καθώς η απόφαση ανάκλησης του διατάγματος εξορίας του είχε ληφθεί, χωρίς να υποβάλει αίτημα ο ίδιος, τα πράγματα δεν εξελίσσονταν, όπως τότε που διωκόταν, και έπαιρνε υπάκουα το δρόμο της εξορίας, μιμούμενος πιστά το Χριστό, χωρίς να διαμαρτύρεται, να αντιστέκεται ή να κραυγάζει. Τώρα όμως λες και η σωρός του είχε γίνει ένα με το μνήμα, έμενε ακίνητη, ήταν δύσκολο να αποσπαστεί, και πολύ πιο δύσκολο να μετακινηθεί, όπως όριζαν οι γραπτές εντολές του βασιλιά … Απορούσαν οι θεράποντες του αυτοκράτορα, και αθυμούσαν οι διάκονοι εκτέλεσης του προστάγματος, ενώ αναθαρρούσαν και χαίρονταν με την ψυχή τους οι κληρονόμοι της κακίας.
     Αναφέρονται τότε αυτά στο βασιλιά, και γνωστοποιούνται στον αρχιερέα. Και γίνεται αντιληπτό, ότι η αιτία βρίσκεται στη βασιλική επιστολή ανάκλησης της εξορίας που είχε συνταχθεί με έκφραση αυτοκρατορικής διαταγής. Υπονόησαν ότι ο Άγιος έχει αντίρρηση για την ανάκληση, όχι γιατί μνησικακεί απέναντι σε όσους τον είχαν λυπήσει, αλλά γιατί εκφράζεται ως βασιλική διαταγή, και όχι ως ιερό αίτημα και θερμή παράκληση του λαού του Θεού. Έτσι αλλάζει η διατακτική μορφή της βασιλικής επιστολής, και διατυπώνεται ως αίτηση και παράκληση.
      Ο ίδιος ο βασιλιάς Θεοδόσιος με το χέρι του χαράσσει το κείμενο της αίτησης περίπου ως εξής. «Στον οικουμενικό διδάσκαλο και πνευματικό πατέρα Ιωάννη, στον άγιο και Χρυσόστομο πατέρα και πατριάρχη.     Πατέρα, σε παρακαλούμε ταπεινά ως ευγνώμονες απέναντί σου, δε σου απευθύνουμε βασιλική προσταγή ως επικυρίαρχοι και δικοί σου ! Σε μετακαλούμε να επιστρέψεις ως ο επίσκοπός μας, δεν σε αναγκάζουμε να το δεχτείς ως υπήκοός μας ! Κινούμαστε από αγάπη ως γνήσια παιδιά σου, και παρακαλούμε να μας δείξεις την πατρική μακροθυμία και συμπάθειά σου. Απόδωσε το νεκρό σώμα σου σ’ αυτούς, που πριν είχες δώσει όλο τον εαυτό σου. Αν το αναβάλλεις πιο πολύ θα μας αδικήσεις. Εσύ που άλλοτε έφτασες να παραδώσεις τον εαυτό σου σ’ εκείνους που έμελλαν να σε πληρώσουν με αγνωμοσύνη, ως άκρως διορατικός νους, μπορείς να αγνοείς, ποια αξία έχει να το αποδώσεις τώρα σ’ αυτούς που αισθάνονται το χρέος και είναι πρόθυμοι να σου ανταποδώσουν την οφειλόμενη τιμή κι ευγνωμοσύνη, και την παρουσία σου  να τους στερήσεις»;
     Κι όταν μετά από αυτή την παράκληση του βασιλιά, τις ολονύκτιες προσευχές και τους ύμνους έκαναν την πρώτη απόπειρα να σηκώσουν τη σωρό του, έμειναν έκθαμβοι από το θαύμα. Το βάρος του αγίου σώματός του είχε ξαναπάρει το φυσικό του βάρος, ήταν ελαφρύ πια, και τόσο ευχερής η μετάθεση, και ευκολότατη η μετακίνησή του, όσο όταν κάποιος βγαίνει θεληματικά, όχι αναγκαστικά από το σπίτι του. Λέγεται και είναι άξιο θαυμασμού, πως ο Άγιος δεν κούρασε αυτούς που σήκωσαν τη βασιλική σωρό του.

η.  Ο  ιερός  θρίαμβος.

     Και όπως κάποιοι που κυρίεψαν μια πολυάνθρωπη πόλη, και οργανώνουν μεγάλο θρίαμβο, έχουν πολλούς που συρρέουν να τους δουν και να τους επευφημήσουν, έτσι κι εκείνοι που είχαν την ιερή τιμή να φέρουν το θείο του σκήνωμα είδαν μυριάδες λαού να τους υποδέχεται και να τους συνοδεύει … Τόσο μεγάλη ήταν η γύρω από τον μεγάλο Ιωάννη συνοδεία και πομπή, τόσος πολύς ο λαός που δε σταματούσε να ξεχύνεται από παντού !
     … Κι όταν έφτασαν στην αντίπερα ακρόπολη αυτής της βασίλισσας πόλης, μπορούσε κανείς να ιδεί τον ενδιάμεσο πορθμό να ’χει καταληφθεί από ένα στόλο πλεούμενα, μεγάλα και μικρά … που έσπευδαν να τον προϋπαντήσουν. Τα πορθμεία σταμάτησαν κάθε κίνηση εμπορική, κανένα πλοίο δεν έδειχνε να κινείται προς άλλη κατεύθυνση. Όλα είχαν περάσει απέναντι, κι ακολουθούσαν εκείνο με το Βασιλιά, το Βουλευτικό σώμα της Γερουσίας, και την Αρχιερατική συνοδεία. Κι αυτές οι γυναίκες διέκοψαν τις καθημερινές οικιακές ενασχολήσεις τους, κι ανάμεσά τους πολλές νέες, που τότε πρώτη φορά τολμούσαν να εκθέσουν το πρόσωπό τους σε βλέμματα ανδρικά, είχαν βγει να τον προϋπαντήσουν, πιστεύοντας ότι θα αποτελέσει πηγή αγιασμού και ευλογίας γι αυτές η θέα της τίμιας σωρού του.

θ.    Θαυμαστά θαλάσσια σημεία

       Φυσικά η βασιλική τριήρης, που δέχτηκε αυτόν που βασίλευε ήδη κοντά στο Θεό, ήταν ως έπρεπε στολισμένη ολόλαμπρα. Κι εδώ πάλι η είσοδός του μεγαλύνθηκε με άλλα συμβάντα θεία και θαυμαστά. Ξαφνικά έπνευσε βίαιος άνεμος, η επιφάνεια της θάλασσας αναταράχτηκε από δυνατό νοτιά, που σήκωσε μεγάλη τρικυμία. Τα κύματα συγκρούονταν άτακτα και προκαλούσαν τέτοιο σάλο και ταραχή, που τα πλοιάρια σκόρπισαν εδώ κι εκεί, έσπευσαν να καταφύγουν προσωρινά σε όποιον όρμο ή λιμάνι μπορούσε καθένα να σωθεί.
     Όμως το βασιλικό πλοίο που έφερε τον Άγιο, σαν έσπασαν τα δικά του παλαμάρια, με άλλο σκοινί που σαν χέρι δυνατό, θαρρείς το κυβερνούσε, προσορμίστηκε μπρος στον αγρό της χήρας, αυτόν που η τυραννική βασίλισσα-Ευδοξία-κακώς, κάκιστα είχε αρπάξει από τη γυναίκα τη φτωχή. Έδειχνε έτσι λίαν ευδιάκριτα, θαρρώ, ο Θεός και στους πιο αδαείς, ποια ήταν της εξορίας του η αιτία. Ή καλύτερα ότι, ο δίκαιος ακόμα και νεκρός δεν έπαυε να συνηγορεί και να υπερασπίζεται τη φτωχή χήρα, και σαν άλλος μάρτυρας αψευδής, που είχε από μακριά μετακληθεί τα όρια να υποδείξει, έβαζε υπογραφή και επικύρωνε με φωνή πιο καλή από κραυγή δυνατή, σε ποιαν ανήκε εκείνο το χωράφι ! Και, μόνο όταν ικανοποιήθηκε αυτή του η υπόδειξη κι επιθυμία, και αποδόθηκε το χωράφι στη χήρα, γαλήνεψε το πέλαγο, νικήθηκε η τρικυμία, και έγινε  ό, τι συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις … Σαν από ναυάγιο τα πλοιάρια να είχαν διασωθεί, έπιασαν από κάθε μεριά να ξεπροβάλλουν, να συγκεντρώνονται, και συνοδεύουν τιμητικά σαν άλλη ναυαρχίδα τη βασιλική τριήρη που έφερε το ιερό σκήνωμα του Αγίου. Έτσι αποδόθηκε στη βασίλισσα πόλη αυτό το τίμιο κόσμημα, αυτό το όντως βασιλικό της στέμμα.

ι.    Τελετές  και  δοξολογίες.

     Έτσι έγιναν τα πράγματα ως εδώ. Τώρα, το ένα μετά το άλλο, λαμπρότητα, φως απρόσιτο, και χαρά πλημμύριζε τις καρδιές των πιστών. Γιατί, μόλις χαμογέλασε η μέρα, και το ολόλαμπρο σαν τον ήλιο σκήνωμα του Χρυσόστομου έπιασε να απλώνει τις λαμπρές ακτίνες του στην πόλη, ο ναός του Αγίου Απόστολου Θωμά, που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, ο γνωστός με το όνομα, ο ναός του Αμαντίου, υποδέχεται αυτό το εξαιρετικά μεγάλο αγαθό. Εδώ εξυμνείται με ολονύκτιες υμνωδίες και δοξολογίες, και δέχεται τους ασπασμούς και τα δάκρυα της αγάπης των πιστών. Και όπως κάποιος που έχει αντιμετωπιστεί με αγνωμοσύνη, και θα περίμενε κανείς να έχει επηρεασθεί, και ανάλογα ν’ αντιμετωπίσει αυτούς που τον αδίκησαν καταφανώς, εκείνος τους δέχεται σε συνδιαλλαγή, και εκτιμά τη συστολή και τη ντροπή με την οποία τον πλησιάζουν, έτσι και ο αρχιερέας του Θεού προσδέχτηκε πρώτα αυτόν που διοικούσε το κράτος.
    Ο οποίος, αφενός τον τιμούσε και τον δόξαζε ως πνευματικό του πατέρα και ανάδοχό του στο θείο Βάπτισμα, αφετέρου τον παρακαλούσε να παραιτηθεί από τη δίκαιη οργή του εναντίον της κατά σάρκα μητέρας του. Με πολλές και επίμονες παρακλήσεις του ζητούσε να τη συγχωρήσει για όσα του είχε κάνει, και να στερεώσει τον μπρος στην ιερή του λάρνακα κλώνο της, που η βασιλεία του δοκιμαζόταν τριάντα πέντε χρόνια τώρα απ’ την αναταραχή που συγκλόνιζε την Εκκλησία-Νεστοριανισμός. Και δυστυχώς είχε σταθεί αφορμή η υγεία της να κλονιστεί, και να εκδημήσει στην άλλη ζωή ακολουθούμενη από όμοια μ’ εκείνη του Κάιν θεία οργή. Και εισακούονται οι δεήσεις αυτού, όπως μπορούσε να συμπεράνει από αυτά που έβλεπε καθείς.
     Πρόσεξε όμως εδώ με πόση διάθεση θερμή ο φιλόχριστος βασιλιάς αναφέρεται και συνομιλεί μ’ εκείνο το άγιο και περιπόθητο λείψανο, ωσάν να απευθύνεται σε πρόσωπο ζωντανό. Αλλά και ότι ήταν αληθινό θαύμα, που ξεπερνούσε κάθε έννοια και λογική αυτό που μπορούσε κανείς στη συνέχεια να ιδεί. Γιατί, μόλις που είχε ο Άγιος ηρεμήσει, κι έμοιαζε να κοιμάται ευχάριστα, πιάνει κι απλώνει πάνω στο ιερό του σκήνωμα ο βασιλιάς την αυτοκρατορική του χλαμύδα, υποδηλώνοντας έτσι ότι θέτει υπό την πνευματική εξουσία και ιερή του προστασία την ανώτατη των ρωμαίων αρχή, και ελπίζει μαζί της και το ρωμαϊκό κράτος να αγιαστεί. Κατόπιν τίμησε το ιερό λείψανο το εκλεκτό ιερατείο, και ακολούθησε τέτοιος συνωστισμός, που μόλις και πρόλαβαν οι άλλοι εκπρόσωποι των αρχών να πλησιάσουν, καθώς πλήθη λαού πίεζαν να βρεθούν όσο γίνεται πιο κοντά και να μπορέσουν να ψαύσουν έστω την ιερή σωρό.
     Έπειτα με λαμπρή φωτοχυσία, άφθονες ευωδιές θυμιαμάτων και αρωμάτων και επηρμένες τις ωδές ύμνων από λαμπρούς χορούς ψαλτών οδηγείται με ιερή πομπή σαν άλλος θριαμβευτής δια μέσου της πόλεως και αποτίθεται στο μεγάλο και καθολικό ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί ο ιερός Πρόκλος τον τοποθετεί στον επισκοπικό του  θρόνο, και όλος ο λαός της πόλης μέσα σε ένα πανηγύρι χαράς και ενθουσιασμού ακούγεται να βροντοφωνεί. «Απόλαυσε το θρόνο σου και το λαό που φώτισες με τις διδαχές σου θεοπρόβλητε Αρχιερέα» ! Κατόπιν με αυτοκρατορική διαταγή τοποθετείται με ευλάβεια και σεβασμό πάνω σε άρμα βασιλικό, κι έμοιαζε σαν ήλιος που τρέχει πάνω σε πύρινο άρμα. Στο άρμα με το σοφό Χρυσόστομο κι ο Πρόκλος, που με πόνο το άγιο σκήνωμα του καλού διδάσκαλου του διακονεί, αυτού που τον είχε ως μαθητή του ξεχωρίσει, ώστε της αρετής και του θρόνου του εκλεκτό διάδοχό του να τον αναδείξει.
     Ο μακαριστός Πρόκλος ακολουθώντας την άκρως τίμια λάρνακα του αγίου λειψάνου την έφερε και την αποίκησε στον περιώνυμο και περικαλλή ναό των Αγίων Αποστόλων. Έτσι έχοντας ανυψωθεί πάλι στην ιερή του καθέδρα, και εγκατασταθεί στον εδώ θείο θρόνο του, κίνησε θαρρείς τα χείλη του μυστικά, και χάρισε την ειρήνη του Θεού στο ποίμνιο με κάτι σαν μουρμουρητό, καθώς έλεγαν και πίστευαν όσοι είχαν αξιωθεί να δουν και ν’ ακούσουν καθαρά, και εναποτέθηκε στον τόπο της αναπαύσεώς του. Και ασφαλίστηκε εδώ αυτός ο θησαυρός ως καταφύγιό μας αγαθό !
      Και είναι και μένει από τότε, για τους βασιλείς, τους άρχοντες, τους αρχιερείς, τον κλήρο και το λαό, ο πιο πολύτιμος θησαυρός, το αιώνιο κειμήλιο, ο αναφαίρετος πλούτος, η πηγή των ιαμάτων, ο αέναος ποταμός των διδαγμάτων, η κρηπίδα της Ορθοδοξίας, ο στύλος της Εκκλησίας, το οχύρωμα, το κόσμημα, το στεφάνι, και το καύχημα αυτής της μεγάλης πόλης, που είχε την τιμή να τον υποδεχτεί. Δεν επιτρεπόταν η πόλη αυτή, όπου αφθονούν τόσο υψηλά αγαθά, και υπερηφανεύεται για τα τόσα και τόσο λαμπρά αναστήματα αρετής που έχει αναδείξει, να φαίνεται ότι έχει ακρωτηριαστεί και αποστερηθεί τον πιο σπουδαίο της θησαυρό. Ότι, τον έχει ντύσει με πένθιμη και ρυπαρή στολή, κι ανέχεται να βλέπει περιφρονημένος στην εξορία να ζει, αυτός που με το κάλλος των λόγων του τη στόλισε σαν άλλη νύφη.
     Κι όταν τελέστηκε η θεία και αναίμακτη θυσία από τον παναοίδημο Πρόκλο και όλο το ιερατείο, κι ήταν παρών ο βασιλιάς Θεοδόσιος και όλη η Σύγκλητος Βουλή, προχώρησαν στην κηδεία εκείνου του όντως θεοφόρου και ακήρατου λειψάνου. Κι έγινε εδώ θαύμα εκπληκτικό, εξαίσιο, ανώτερο από κάθε λογισμό. Άνθρωπος χτυπημένος από αρρώστια αρθριτική, παράλυτος στα χέρια και τα πόδια πολλά χρόνια εξ αιτίας της, κομίστηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κι απελπισμένος εντελώς, πως μπορούσε να θεραπευτεί αλλιώς, σχεδόν έτοιμος να ξεψυχήσει. Κι όταν τον πλησίασαν στο τίμιο λείψανο του μακαρίου σχεδόν εξ επαφής, κι ο ίδιος παρακαλούσε και ικέτευε τον Άγιο θερμά και με δάκρυα στα μάτια να τον κάνει καλά, έμειναν έκπληκτοι όσοι ήταν εκεί, όταν τον είδαν να φεύγει θεραπευμένος και υγιής. Δόξασαν τότε το Θεό που παρέσχε τέτοια χάρη στο σεβάσμιο και άγιο πατέρα Χρυσόστομο !
     Κατόπιν ο Πατριάρχης σήκωσε με τα χέρια του το σκήνωμα του πνευματικού του πατέρα και διδάσκαλου και το απόθεσε στον τόπο της αναπαύσεως, σε μνήμα, στα άδυτα αυτού του ιερού Αποστολικού ναού, να αναπαύεται μαζί με τους μαθητές και αποστόλους του Χριστού, ως μαθητής και απόστολος κι αυτός του Κυρίου. Έτσι ολοκληρώθηκε η απόδοση του ποθούμενου σ’ αυτούς που τον ποθούσαν. Και νιώθουν τώρα χαρά που έχουν κοντά τους, τα πιστά παιδιά, το φιλότεκνο πατέρα, οι φιλομαθείς μαθητές το σοφό διδάσκαλο, τα ορφανά τον προστάτη, οι αδικούμενοι το σθεναρό και αφιλόκερδο συνήγορο, οι δοκιμαζόμενοι το μεγάλο συμπαραστάτη και βοηθό, οι αιχμαλωτισμένοι στις ηδονές, αυτόν που φτερώνει την επιθυμία για το Θεό, όσοι έπεσαν σε βάραθρο κακίας, τον εισηγητή της μετανοίας, όσοι παραδόθηκαν μέχρι κορεσμού στις γήινες απολαύσεις, τον υπογραμμό της εγκρατείας. Γιατί είναι αυτός που παντού και σε όλα βγαίνει νικητής, καθώς έμαθε τους πάντες και για κάθε τι να συγχωρεί, κι έφτασε να ξεπερνάει όλους τους πριν από αυτόν σε μόρφωση και αρετή, αλλά και από τους κατοπινούς να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς, για να μην πω, να υπολείπεται πάρα πολύ από εκείνον σε αρετή. Παράλληλα δεν άφησε αδιερεύνητο κανένα από τα μεγάλα μυστικά του Θεού, καθώς με θαυμάσια διδαχή και λόγο λαμπρό ερμήνευσε όλο το βάθος της Γραφής, και στα γραπτά του εξήγησε με τρόπο φωτισμένο, προσιτό και στον πιο απλό τη διδαχή της Εκκλησίας για την Αγία Τριάδα.




*   «ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ, αυτοκρατορικά και άλλα»- Εισαγωγικά-Νεοελληνική Απόδοση. Αθανάσιος Κοτταδάκης-Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης-2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια: