Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Ὕμνος στὴ μετάνοια - ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ὕμνος στὴ μετάνοια

«Κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας»
(δοξ. αἴν. Μ. Τετ.)

 

Ὁ χρόνος, ἀγαπητοί μου, ἔχει 52 ἑβδομάδες· ἀπ᾽ ὅλες ὅμως ξεχωρίζει μία, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, μὲ τὰ σεπτὰ πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πένθιμα χτυποῦν οἱ καμπάνες τῆς Ὀρθοδοξίας, στὰ μαῦρα ντυμένοι οἱ ἱερεῖς, σβηστὰ τὰ φῶτα, καὶ στὸ σκοτάδι ἀκούγεται «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…». Ὅποιος δὲν συγκινεῖται δὲν θά ᾽νε ἄνθρωπος, θά ᾽νε πιὸ σκληρὸς κι ἀπὸ τὶς πέτρες τοῦ Γολγοθᾶ. Τί νὰ πῇς καὶ γι᾽ αὐτοὺς ποὺ καὶ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες τρέχουν σὲ διασκεδάσεις, δὲν νηστεύουν οὔτε Μεγάλη Παρασκευή; τί νὰ πῇς γιὰ ᾽κείνους ποὺ καὶ τώρα ἀκόμα ἀνοίγουν τὸ βρωμερό τους στόμα καὶ βλαστημοῦν τὰ θεῖα;! Ἀπόψε ὅμως, Μεγάλη Τρίτη, παρατηρεῖται μιὰ κίνησι στὶς ἐκκλησίες· τρέχουν πολλοὶ ν᾽ ἀκούσουν τὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς, ποὺ ψάλλεται στοὺς ναοὺς τῶν ὀρθοδόξων.

* * *

Ποιά εἶνε ἡ Κασσιανή; Ἔζησε στὸ Βυζάντιο τὸν ἔνατο (9ο) μετὰ Χριστὸν αἰῶνα. Ἦταν κορίτσι ἀπὸ ἐκλεκτὴ οἰκογένεια καὶ ἔλαμπε ἀπὸ ὀμορφιά. Δὲν φτάνει, βέβαια, μόνο αὐτό.

Μία καλλονή, ἂν δὲν ἔχῃ καὶ ψυχικὸ κάλλος, εἶνε ἄσχημη. Αὐτὰ δὲν εἶνε δικά μου λόγια, εἶνε ῥητὸ τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὁποία δὲν ξέρει ψευτοευγένειες, «λέει τὰ σῦκα - σῦκα καὶ τὴ σκάφη - σκάφη». Ξέρετε λοιπὸν πῶς παρομοιάζει ἡ Γραφὴ μιὰ ὄμορφη ἀλλὰ κακόψυχη γυναῖκα; Μοιάζει, λέει, μὲ γουρούνα ποὺ τῆς κρέμασαν στὴ μύτη σκουλαρίκι(βλ. Παρ. 11,22). Ὑπάρχει πιὸ ἀλλόκοτο πρᾶγμα; Τέτοια εἶνε ὅποια ἔχει ὀμορφιὰ μὰ δὲν ἔχει ἠθική. Αὐτὰ λέει ἡ Γραφή, κ᾽ ἐγὼ δὲν θὰ γίνω εὐγενέστερος ἀπὸ τὴ Γραφή, ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο.

Ἦταν λοιπὸν ὄμορφη ἡ Κασσιανή· ἀλλὰ ὄχι μόνο ὄμορφη, ἦταν καὶ ἁγνὴ καὶ σεμνή· κι ὄχι μόνο ἁγνὴ καὶ σεμνή, ἀλλὰ καὶ ἔξυπνη.

Τὰ χρόνια ἐκεῖνα στὸ Βυζάντιο ἦταν ἕνας βασιλιᾶς ἄγαμος, ὁ Θεόφιλος(829-842). Ἡ μάνα του θέλοντας νὰ τὸν παντρέψῃ κάλεσε ὅλες τὶς ὄμορφες κοπέλλες ἀπὸ καλὲς οἰκογένειες, καὶ μαζεύτηκαν οἱ νέες σὰν ῥόδα - τριαντάφυλλα στὰ ἀνάκτορα. Ἡ μητέρα εἶπε στὸ Θεόφιλο· Σοῦ δίνω ἕνα μῆλο χρυσό, νὰ τὸ δώσῃς σ᾽ ἐκείνην ποὺ θὰ διαλέξῃς. Αὐτὸς μὲ τὸ μῆλο στὸ χέρι περνοῦσε μπροστὰ ἀπὸ τὶς νέες. Στάθηκε μπροστὰ στὴν Κασσιανή, ποὺ τὸ πρόσωπο καὶ ἡ κορμοστασιά της τὸν θάμπωσε, ἕτοιμος νὰ τῆς δώσῃ τὸ μῆλο. Προηγουμένως ὅμως, γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσῃ, τῆς εἶπε· «Ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ φαῦλα», ἀπὸ γυναῖκα δηλαδὴ προῆλθαν τὰ κακά – ἐννοοῦσε τὴν Εὔα.

Δὲν εἶχε ἄδικο, ἀλήθεια ἔλεγε ὁ Θεόφιλος· ἀπὸ γυναῖκα ἔρχονται μεγάλα κακά· ἀντροχωρίστρες διαλύουν οἰκογένειες, γιὰ μιὰ γυναῖκα σκοτώνονται ἀδέρφια, χωρίζονται γειτονιές, μαλώνουν χωριά, συγκρούονται θρόνοι. Δὲν γίνονται βέβαια αὐτὰ ἂν δὲν βάλῃ τὴν οὐρά του ὁ διάβολος, καὶ οὐρά τοῦ διαβόλου γίνεται ἡ κακιὰ γυναίκα. Γι᾽ αὐτὸ εἶπε ὁ Θεόφιλος, ὅτι «Ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ φαῦλα».

Δὲν ὑπάρχουν ὅμως μόνο κακὲς γυναῖκες, ὑπάρχουν καὶ καλές· ἅγιες, ἐνάρετες, νοικοκυρές, ἀνώτερες ἀπ᾽ τὸν ἄντρα, ποὺ συχνὰ γυρίζει ἔξω ἢ σαπίζει στὸ πιοτό. Δὲν εἴδαμε πολλὲς φορὲς γυναῖκα μεθυσμένη, νὰ χαρτοπαίζῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ χτυπάῃ, νὰ κάνῃ ζημιές. Κατὰ κανόνα ἡ γυναίκα δουλεύει τὴ γῆ, φροντίζει τὸ σπίτι, ξενυχτάει περιμένοντας τὸν ἀχαΐρευτο, ποὺ τῆς τὸν φέρνουν μεσάνυχτα σηκωτό.

Μὰ πάνω ἀπ᾽ ὅλες τὶς τίμιες καὶ ἅγιες γυναῖκες εἶνε μία, ἡ Παναγία μας! τὸ καύχημα τοῦ γυναικείου κόσμου. Γιατὶ ἀπὸ τὴν Παναγία ἦρθε ὁ Χριστός, ὁ σωτήρας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Κασσιανὴ ἀπήντησε στὸ Θεόφιλο· «Ἀλλὰ καὶ ἐκ γυναικὸς ἐρρύη τὰ κρείττω». Ναί, ἀπ᾽ τὴ γυναῖκα βγῆκε τὸ κακό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γυναῖκα βγῆκαν καὶ τὰ καλά.

Ἡ ἀπάντησι ὅμως αὐτὴ δὲν ἄρεσε στὸ βασιλιᾶ· γι᾽ αὐτὸ δὲν ἔδωσε τὸ μῆλο στὴν Κασσιανή. Τό ᾽δωσε σὲ μιὰ ἄλλη κοπέλλα, σεμνὴ κ᾽ ἐκείνη, ἀλλὰ ὄχι τόσο ἔξυπνη καὶ ὄμορφη· τὸ ᾽δωσε στὴν Θεοδώρα, ποὺ κατόπιν ἁγίασε.

Καὶ ἡ Κασσιανὴ τί ἔγινε; πῆγε νὰ …πνιγῇ, σὰν κάποια κορίτσια ὅταν χάνουν στὸν ἔρωτα; –Μ᾽ ἄφησε ὁ ἄτιμος, εἶπε στὸ γραφεῖο μιὰ κοπέλλα ἀπελπισμένη, δυὸ χρόνια μὲ εἶχε ἀρραβωνιασμένη· θὰ πάω στὸ ποτάμι νὰ πνιγῶ. –Ὄχι, παιδί μου, τῆς εἶπα· ἂν αὐτὸς ἦταν ἄτιμος, δὲν ὑπάρχει μόνο ἕνας ἄντρας στὸν κόσμο, ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ καλύτεροι ἀπὸ δαῦτον… Εἶδα κ᾽ ἔπαθα νὰ τὴν παρηγορήσω.

Ἄτιμη κοινωνία! παίρνει τὰ κορίτσια καὶ τὰ κάνει μεζέδες τοῦ διαβόλου. Φταῖνε βέβαια κι αὐτές, δὲν στέκονται στὸ ὕψος τους· κυρίως ὅμως φταῖνε οἱ μανάδες ποὺ σπρώχουν στὸ κακὸ καὶ ἡ κοινωνία ποὺ τὸ δέχεται.

Ἡ Κασσιανὴ λοιπόν, ποὺ ἀπέτυχε στὸν ἔρωτα αὐτόν, δὲν πῆγε νὰ πνιγῇ. Δόξασε τὸ Θεὸ καὶ κάνοντας τὸ σταυρό της ἔφυγε ἀπὸ τὴ μαύρη κοινωνία· βρῆκε μέρος ἥσυχο κ᾽ ἔγινε μοναχή. Ἀσκήτευε, κουβέντιαζε τὶς νύχτες μὲ τὸ Θεό, καὶ τοῦ ἔγραφε τραγούδια.

Ὑπάρχουν τραγούδια τοῦ διαβόλου, σὰν αὐτὰ τῆς ἐποχῆς. Μὰ τῆς Κασσιανῆς ἦταν τραγούδια τοῦ Θεοῦ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀκοῦμε ἀπόψε. Τί τραγουδάει; Ὑμνεῖ τὸν ἔρωτα μιᾶς μετανοημένης ἁμαρτωλῆς· ἔρωτα ὄχι σὲ κάποιον ἄντρα ἀλλὰ στὸ Θεό. Ἀλλοίμονό σας, γυναῖκες, ἂν ἀγαπᾶτε τοὺς ἄντρες καὶ τὰ παιδιά σας παραπάνω ἀπὸ τὸν Κύριο, ποὺ εἶνε «ὁ Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος» «παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων»(ἀπόστ. αἴν. Μ. Τρ.. Ψαλμ. 44,2).

Ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ μετανοημένη ἁμαρτωλὴ τοῦ τροπαρίου; Πολλοὶ κάνουν σύγχυσι. Ἡ ἁμαρτωλὴ δὲν εἶνε ἡ Κασσιανή, ποὺ ἔζησε ἐν παρθενίᾳ, σὰν τὸ κρίνο, τὸν 9ο αἰῶνα. Εἶνε μιὰ ἀνώνυμη γυναίκα ποὺ ἔζησε στὶς ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ, τὸν 1ο αἰῶνα, καὶ ἀναφέρεται στὰ Εὐαγγέλια. Ἡ ζωή της ἦταν ἀθλία. Τὴν ἔπαιρνε ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος στὴν ἀγκαλιά του· εἶχε καταντήσει ἕνα σιχαμένο βρωμερὸ κουρέλι. Ὅλοι τὴν ἀπέφευγαν καὶ τὴν ἔδιωχναν. Ἀλλ᾽ αὐτὴ μετανοημένη, ὅταν ἔμαθε ποῦ βρίσκεται ὁ Χριστός, πῆγε ἐκεῖ κλαίοντας, ἔπλυνε τὰ πόδια του μὲ μύρο πολύτιμο καὶ τὰ σφούγγισε μὲ τὰ πλούσια μαλλιά της. Τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε τὴ μετάνοιά της, ἐνῷ οἱ φαρισαῖοι τὴν κατέκριναν, ἐκεῖνος τὴ συγχώρησε καὶ ἔσβησε τὶς πολλὲς ἁμαρτίες της, γιατὶ κι αὐτὴ ἀγάπησε πολὺ τὸν Κὐριο. Αὐτὴ τὴ μετάνοια ὑμνεῖ ἡ Κασσιανὴ στὸ τροπάριό της.

 Ὅσο καὶ ἂν ἡ γλῶσσα φαίνεται δύσκολη, δὲν εἶνε κινέζικα· ἑλληνικὰ εἶνε, δική μας γλῶσσα. Δεῖξτε λίγο ἐνδιαφέρον, προσέξτε τὰ λόγια τοῦ ὕμνου αὐτοῦ καὶ πολὺ θὰ ὠφεληθῆτε.

Τί λέει τὸ τροπάριο; Κύριε, εἶμαι μιὰ γυναίκα βουτηγμένη ὣς τὸ λαιμὸ σὲ ἁμαρτίες ἀμέτρητες. Ἡ ζωή μου ἦταν ἕνα σκοτάδι. Τὸ πάθος τῆς σαρκὸς μὲ κεντοῦσε σὰν τὴν ἀλογόμυγα ποὺ κάνει τὸ ζῷο νὰ τρελλαίνεται. Ἀλλὰ τώρα μετανοῶ καὶ μὲ πίστι σ᾽ ἐσένα, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, πλησιάζω. Πολλὰ τὰ ἁμαρτήματά μου, μὰ ἡ εὐσπλαχνία σου εἶνε μεγαλύτερη. Καταφιλῶ τὰ ἄχραντα πόδια σου καὶ παρακαλῶ, «ψυχοσῶστα Σωτήρ μου», μὴ μὲ ἀπορρίψῃς τὴ δούλη σου ἐσύ, ποὺ τὸ ἔλεός σου εἶνε ἀμέτρητο, ἀνεξάντλητο.

* * *

Μεθυσμένοι, ἀδελφοί μου, εἶνε οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ κακό. Ἡ ἁμαρτία δὲν εἶνε παιχνιδάκι, εἶνε συμφορὰ μεγάλη. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες ἔγινε ὁ κατακλυσμός, γιὰ τὶς ἁμαρτίες κάηκαν τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα. Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες κινδυνεύουμε κ᾽ ἐμεῖς σήμερα.

Ποιές εἶνε οἱ ἁμαρτίες στὴν ἐποχή μας; Ἐμένα ῥωτᾶτε; ζῆτε μέσα στὸν κόσμο καὶ ξέρετε. Ἐγὼ πάντως νομίζω, ὅτι τὰ μεγάλα ἁμαρτήματα σήμερα εἶνε τρία.

 Πρῶτον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀγαποῦν τὸ Θεὸ καὶ δὲν ἐκκλησιάζονται. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός· ἐμεῖς ζημιωνόμεθα.

 Δεύτερον ἡ ἀλογόμυγα τῆς σάρκας. Σαπίσαμε, γίναμε Σόδομα καὶ Γόμορρα.

 Καὶ τρίτον ἡ βλαστήμια. Δὲν περνάει μέρα ποὺ νὰ μὴν ἀκουστῇ βλαστήμια τῶν θείων· ἀκόμα καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή!

Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ τί περιμένουμε; Γράψατέ το· θὰ ᾽ρθοῦν συμφορὲς στὸν κόσμο! Ἀδέρφια μου, πέφτω στὰ πόδια σας καὶ σᾶς παρακαλῶ· ἀλλάξτε! νὰ ἐπιστρέψουμε ὅλοι στὸ Θεό. Νὰ πέσουμε στὰ γόνατα νὰ τὸν προσκυνήσουμε· τὸ τραγούδι τῆς Κασσιανῆς, νὰ γίνῃ δική μας προσευχή. Νὰ γίνουμε ὅλοι Χριστιανοί. Καὶ τότε ἐλᾶτε νὰ σᾶς δώσω ἐγγύησι· ὅ,τι καὶ νὰ γίνῃ, μὴ φοβᾶστε, πάνω ἀπ᾽ ὅλα εἶνε ὁ Θεός. Αὐτὸν λατρεύουμε, αὐτὸν προσκυνοῦμε, αὐτὸν ὑμνοῦμε «γενεαὶ πᾶσαι».

Ὅπως ἀπόψε ἤρθατε στὴν ἀκολουθία, ἔτσι νά ᾽ρχεστε κάθε βράδυ. Στὸ τέλος ἕνας - ἕνας μὲ τὴ σειρά, οἱ ἄντρες πρῶτα, οἱ γυναῖκες κατόπιν καὶ τὰ παιδιά, νὰ κάνετε μετάνοια νὰ προσκυνήσετε τὸ Νυμφίο, γιὰ νὰ εἶνε αὐτὸς προστάτης καὶ φύλακας καὶ Κύριος σὲ ὅλη τὴ γῆ καὶ τὴν πατρίδα μας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: