Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Αιχμάλωτοι του 1974 που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία εξομολογούνται: «Ένιωθα την μπόχα του Τούρκου στρατιώτη μέσα στην μύτη μου»

 Συγκλονισμό και συγκίνηση προκαλούν οι ιστορίες τριών αιχμαλώτων της τουρκικής εισβολής του 1974, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Τουρκία κατά την διάρκεια του πολέμου.
Το OMEGAlive συναντήθηκε με τον Πρόεδρο και μέλη του Συνδέσμου Αιχμαλώτων Πολέμου 1974, όπου μοιράστηκαν, εμφανώς συγκινημένοι, μαζί μας τα όσα δύσκολα πέρασαν από την μέρα της αιχμαλωσίας τους μέχρι την απελευθέρωση και την ημέρα που αντάμωσαν ξανά με τους δικούς τους ανθρώπους.
Πριν αρχίσει τη δική του διήγηση, ο κ. Βάσος Χρίστου, Πρόεδρος του Συνδέσμου ανέφερε ότι ο σύνδεσμος ιδρύθηκε στις 19 Ιουλίου 1990 από μια ομάδα αιχμαλώτων και σήμερα αριθμεί 850 μέλη και έχει ως σκοπό να βοηθήσει τους αιχμάλωτους αλλά και γενικότερα στην διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων.
Αρχίζοντας σημείωσε ότι το 1974 έχει στιγματίσει την ζωή όσων αγωνίστηκαν και πολέμησαν ενάντια στον τούρκο εισβολέα. Ήταν ένας προδομένος αγώνας που μέχρι σήμερα όλοι παραδέχονται ότι μετά το πραξικόπημα ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθούσε η τουρκική εισβολή.
Ο κ. Βάσος ανέφερε ότι τότε δεν ήταν στρατεύσιμος αλλά θα καταταγόταν στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς στις 20 Ιουλίου 1974 και συμπλήρωσε ότι δεν πολέμησε αλλά προσπάθησε να βοηθήσει την Πολιτική Άμυνα με την μεταφορά τραυματιών.
Στις 2 Αυγούστου, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών οι Τούρκοι κατέλαβαν το χωριό του, το Πέλλαπαϊς και συνέλαβαν όλους τους άντρες από 15 χρονών και πάνω, ανάμεσα τους και ο ίδιος.
 
Τότε αρχίζει η δική του πικρή ιστορία της αιχμαλωσίας που όπως διηγείται οδηγήθηκε μαζί με άλλους αιχμαλώτους σε μια μάντρα στο τουρκοκυπριακό χωριό Αγύρτα όπου προηγουμένως είχαν περάσει πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου οι οποίοι οδηγήθηκαν στην Τουρκία στις 31 Ιουλίου.
 

Θυμάται ότι εκεί δεν τους είχαν δώσει ούτε νερό σε συνθήκες καύσωνα ενώ οι Τούρκοι τους έλεγαν χαρακτηριστικά ότι “εκεί που θα μεταφερθούν δεν θα χρειάζονται τίποτα” και αυτό σήμαινε εκτέλεση.
Όπως σημείωσε στην μάντρα, πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου οι οποίοι είχαν συλληφθεί και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ και αυτό μαρτυρούν, όπως είπε, οι τάφοι οι οποίοι εντοπίζονται ακόμα και σήμερα, στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ αφού στην περιοχή δεν έγιναν μάχες με στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ.
Συνεχίζοντας την δική του ιστορία για το πως έφθασε στην Τουρκία ο κ. Χρίστου εξομολογείται ότι όσους συνέλαβαν οι Τούρκοι, τους έκλεψαν χρήματα, ρολόγια, χρυσαφικά ενώ ανέφερε ότι στη συνέχεια τον μετέφεραν στο γκαράζ του Παυλίδη όπου από τα 1000 άτομα τα οποία ήταν εκεί μετέφεραν περίπου 400 στην Τουρκία.
Στο γκαράζ τους είχε καταγράψει ο Ερυθρός Σταυρός και κάπως ένιωσαν ασφάλεια αν και οι συνθήκες δεν ήταν καλές διότι κοιμούνταν στο πάτωμα ενώ όταν άκουγαν λεωφορεία και τα έβλεπαν άδεια ήταν εκεί που πάγωνε το αίμα τους.
Ο κ. Βάσος φτάνει και αυτός στην Τουρκία στις 31 Αυγούστου ενώ ταυτόχρονα έγιναν οι συμφωνίες μεταξύ Κληρίδη – Ντεκτάς για να απολυθούν οι αιχμάλωτοι πολέμου και έτσι τους μετέφεραν πίσω στην Κύπρο όπου αρχικά τους μετέφεραν στην Λεμεσό και στην συνέχεια στις φυλακές και στις 25 Σεπτεμβρίου απελευθερώθηκαν στο Λήδρα Πάλλας και στην ξενοδοχειακή σχολή.
 

Ο κ. Χρίστου, με δάκρυα στα μάτια, δηλώνει ότι εκεί περίμεναν μανές των αγνοουμένων, συμπληρώνοντας ότι ήταν κάτι το οποίο δεν θα βγει από το μυαλό του, αφού τους έδωσαν ρούχα καθαρά, φαγητό και 2 λίρες.
Στα Άδανα της Τουρκίας ο κ. Χρίστου έμεινε για περίπου 10 μέρες όπου υπέστησαν βασανιστήρια. Όπως σημειώνει, η συμπεριφορά τους ήταν απαίσια.
«Ακόμα νιώθω την μπόχα του Τούρκου στρατιώτη μέσα στην μύτη μου ακόμα και σήμερα».
«Δεν μπορείς να ξεχάσεις, συνέχισε, αυτό που έζησες στην πορεία της αιχμαλωσίας, μέχρι την τελευταία στιγμή που θα μας άφηναν δεν πιστεύαμε ότι θα μας αφήσουν ελεύθερους».
Πικρό παράπονο έχει ο κ. Βάσος με την συμπεριφορά της πολιτείας απέναντι στους αιχμαλώτους, αφού όπως αναφέρει τους είχαν εγκαταλείψει και έκτοτε δεν ρώτησαν τίποτα για την πορεία της ζωής του ή έστω αν χρειαζόμαστε ψυχολογική στήριξη.
Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι όταν επέστρεψε βγήκαν οι αιχμάλωτοι από την ξενοδοχειακή σχολή και δεν ήξεραν που ήταν οι δικοί τους άνθρωποι.
«Βλέπαμε τις μάνες να περιμένουν τα παιδιά τους, γυναίκες να περιμένουν τους συζύγους τους κι ενώ κάποιο αιχμάλωτοι ήξεραν για την τύχη των υπολοίπων δεν έλεγαν τι συνέβη διότι δεν είχαν λόγια».
 

Ο κ. Βάσος Χρίστου ανέφερε ότι ακόμη και σήμερα κάποιοι αιχμάλωτοι γνωρίζουν όμως δεν θέλουν να μιλήσουν, δεν θέλουν να σκέφτονται εκείνες τις άσχημες μέρες στην Τουρκία.
Ο ίδιος όπως αναφέρει, θυμάται, μιλά γι’ αυτές τις ιστορίες με ψυχολογικό κόστος διότι όπως σημείωσε δεν μπορεί ένας άνθρωπος που έζησε όλα αυτά να κοιμάται ήσυχος το βράδυ και ειδικά αυτοί που γλύτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα βλέποντας τους συντρόφους τους να πέφτουν νεκροί.
Όταν έρθουν οι θύμησες μέσα στο μυαλό σου δεν μπορεί να ξεχάσεις, τότε τα παραμερίσαμε διότι έπρεπε να επιβιώσουμε, να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, τώρα όμως έρχονται συχνά.
Χαρακτηριστικά ο κ. Χρίστου ανέφερε ότι τα μίση και τα πάθη μεταξύ των Ελληνοκυπρίων δεν «έμειναν» στην Κύπρο αλλά συνεχίστηκαν και στις φυλακές της Τουρκίας εννοώντας τους Γριβικούς και τους Μακαριακούς.
Ήταν εκεί που έλεγε «πάθαμε τόσα και δεν βάλαμε νου». Παράλληλα ο κ. Χρίστου ανέφερε ότι μέσα στις φυλακές μερικοί αιχμάλωτοι οι οποίοι ήταν Γριβικοί και Μακαριακοί τσακώνονταν με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να τους χωρίζουν για να μην υπάρξουν βασανιστήρια από τους Τούρκους.
«Ως άνθρωποι που βιώσαμε τον πόλεμο και ιδιαίτερα την αιχμαλωσία εύχομαι να ο χειρότερος μου εχθρός να μην ξαναζήσει αυτά που ζήσαμε και αυτός ο τόπος να μην ζήσει ξανά πόλεμο και να μην δουν αυτά τα παιδιά μας αυτά που ζήσαμε εμείς αλλά να θυμόνται όταν αν χρειαστεί ακόμα και σήμερα να πολεμήσουμε θα είμαστε εκεί διότι δεν μπορώ να ξεχάσω όλα αυτά που ζήσαμε», ανέφερε συγκινημένος ο κ. Βάσος.
 

Την δική του ιστορία εξομολογείται στο OMEGAlive και ο κ. Κύπρος Γιαννή ο οποίος είναι ο Γραμματέας του Συνδέσμου Αιχμαλώτων.
Όπως διηγείται ο κ. Κύπρος, εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως Ανθυπολοχαγός στο 251 τάγμα πεζικού το οποίο έδρευε στην περιοχή Γλυκιώτισσα στην Κερύνεια και το Σεπτέμβρη του 1974 θα απολυόταν από τις τάξεις της εθνικής φρουράς.
Το 251 τάγμα πεζικού απαρτιζόταν από 280 στρατιώτες, όπως ανέφερε και παραμονές του πολέμου ο υποδιοικητής του τάγματος Αλέξανδρος Μανιάτης μετατέθηκε στην 31 Μ/Κ όπου είχε τραυματιστεί ο Διοικητής και σκοτωθεί ο Υποδιοικητής κι έτσι το 281 μένει χωρίς Υποδιοικητή, ένα από τα πιο σημαντικά του στελέχη.
Έτσι στις 19 Ιουλίου ήρθε οδηγία από τον Διοικητή να κάνουμε επιστράτευση πυρήνων (εφέδρων) και στις 5:20 το πρωί της 20 Ιουλίου 1974 έπεσε η πρώτη βόμβα που έριξαν από τα πλοία οι Τούρκοι.
Ο κ. Κύπρος είχε μείνει στον χώρο διασποράς του τάγματος του όπου έδινε πυρομαχικά και την Δευτέρα 22 Ιουλίου μέχρι τις 10 το πρωί ήρθαν πάρα πολλοί Τούρκοι στρατιώτες, όπως αναφέρει.
 

Τότε ήταν που κατάλαβαν ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, έτσι φεύγουν τρέχοντας από την περιοχή και μετά από 20 λεπτά στους δρόμους καταφθάνουν στο σπίτι μιας γυναίκας από την Αμερική και έμειναν εκεί μέχρι να νυχτώσει.
Γύρω στις 8:00 το βράδυ είδαν τους Τούρκους στρατιώτες που έρχονταν από την Κερύνεια κι έτσι μπήκαν στο σπίτι συνέλαβαν 22 άτομα ανάμεσα τους και ο Κύπρος Γιαννή, τους έβαλαν στο χώμα, τους έδεσαν τα χέρια, τους πήραν τα προσωπικά τους αντικείμενα.
Όταν άρχισε πλέον να σκοτεινιάζει τους μετέφεραν σε ένα σπίτι όπου την επόμενη μέρα το πρωί πήραν οδηγία να βγαίνουν ανά δύο άτομα έξω από το σπίτι χωρίς να γνωρίζουν τι θα γίνει.
Έτσι ο Κύπρος Γιαννή βγαίνει από τους πρώτους από το σπίτι πιστεύοντας ότι θα τους εκτελέσουν.
Βγαίνοντας από το σπίτι, όπως διηγείται, τους βάζουν στο χώμα και τους δένουν τα χέρια και τα πόδια τους μαζί με τους υπόλοιπους και τους έβαλαν μέσα σε φορτηγά και τους μετέφεραν στην Αγύρτα.
 

Στην διαδρομή όπως θυμάται, ένας αιχμάλωτος φώναζε ότι Έλληνες και Τούρκοι είναι αδέλφια.
Εκεί για 2 νύχτες τους ανέβαζαν στα λεωφορεία με στόχο να πήγαιναν στην Τουρκία, ίσως όπως αναφέρει για εκφοβισμό. Την τρίτη μέρα (30 Ιουλίου 1974) γύρω στο απόγευμα τους μετέφεραν στο Πέντε Μίλι και τους έβαλαν μέσα στις αποβατικές και τους μετέφεραν τελικά στην Τουρκία.
Εκεί τους πήραν στις Φυλακές στα Άδανα, υπέστησαν ξυλοδαρμό όπως λέει για τις περίπου 20 μέρες που ήταν εκεί. Μετά έφεραν και άλλους κι έτσι μαζί με τους υπόλοιπους αιχμαλώτους μεταφέρθηκαν στην Αμάσεια.
Στις φυλακές της Αμάσειας, ξυλοκοπήθηκε και πάλι, όμως ήταν πολύ καλύτερες οι συνθήκες αφού ο ερυθρός σταυρός του έφερε σημειώματα και έστειλαν επιστολές στους δικούς τους, κατέληξε ο κ. Κύπρος.
Ο κ. Νίκος Δημητρίου άρχισε να αφηγείται την ιστορία του λέγοντας στο OMEGAlive ότι από την εισβολή ο πατέρας, ο αδελφός του και ο ίδιος υπήρξαν αιχμάλωτοι και ο άλλος αδελφός του ήταν μέχρι πρότινος αγνοούμενος και τα οστά του ανευρέθηκαν με την μέθοδο DNA.
Ο κ. Νίκος πιάστηκε αιχμάλωτος στη Δεύτερη εισβολή και εγκλωβίστηκε στο Παλαίκυθρο. Υπηρετούσε στο 251 Τ.Π. και το τάγμα γλίτωσε στη πρώτη εισβολή και ανασυντάχθηκε πίσω από το Προεδρικό όπου ήταν εκεί το 9ο Τακτικό Συγκρότημα όπου στις 7 Αυγούστου τους φόρτωσαν στα φορτηγά και τους μετέφεραν στον Κουτσοβέντη.
Στις 14 Αυγούστου όπου ξεκίνησε και η 2η εισβολή και έκαναν οπισθοχώρηση, πήγαν στην Κυθρέα και από εκεί στο Παλαίκυθρο όπου εγκλωβίστηκαν.
 

Στις 15 Αυγούστου, όπως σημειώνει, εγκλωβίστηκαν σε μια εκκλησία και έτσι φόρεσαν πολιτικά ρούχα ενώ τα στρατιωτικά ρούχα και τα όπλα τα αφήσαμε στην εκκλησία και δώσαμε τα ονόματα μας στον Πάτερ σκεπτόμενοι ότι αν τον συλλάβουν δεν θα τον σκοτώσουν και θα δώσει τα ονόματα μας για να γνωρίζουν ότι μέχρι εκείνη την ώρα ήμασταν ζωντανοί και όχι σκοτωμένοι ή αγνοούμενοι.
Από την εκκλησία πήγαμε στο σχολείο όπου εκεί βρίσκονταν πολλά γυναικόπαιδα και τότε ήταν που καταλάβαμε ότι κάποιες κοπέλες είχαν βιαστεί και έτσι τις έβαζαν οι μεγάλες γυναίκες να φοράνε ρούχα για μεγάλες γυναίκες, φορούσαν κουρούκλες και τις παρηγορούσαν που εκλέγαν και καταλάβαμε κι εμείς ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Εκεί άκουσε και μια ιστορία για μια κοπέλα όπου την βίασαν και την σκότωσαν κάτω από μια χαρουπιά.
Από εκεί τους μάζεψαν και με τα χέρια στην ανάταση μας παίρνουν έξω από το χωριό Παλαίκυθρο μέσα σε ένα χωράφι ενώ τα γυναικόπαιδα τα τοποθέτησαν στο απέναντι χωράφι.
Με τα χέρια στην ανάταση συνεχίσαν όμως λόγω τις κούρασης και του καλοκαιριού έπεφταν προς τα κάτω και τότε ένιωθαν ένα όπλα στο πλευρό για να τα σηκώσουμε προς τα πάνω.
«Είχα ένα ρολόι στο χέρι και νιώθω ένα χέρι που το ξεκουμπώνει και το τραβά και το κλέβει».
 

Μετά ήρθαν Τουρκοκύπριοι με λεωφορεία και τους έδεσαν τα μάτια και τα χέρια και τους φόρτωσαν στο λεωφορείο και όπως συμπληρώνει όπως κάθονταν έκαναν τα μάτια μας πάνω κάτω για να καταφέρουν να δουν που βρίσκονταν.
Όπως θυμάται, ένας Τουρκοκύπριος μπαίνει στο λεωφορείο κρατώντας ένα μπαλτά, και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, «τότε ήταν που ένιωσα το αίμα μου να παγώνει», σημειώνει.
Μου κάνει το μέτωπο μου προς τα πάνω και τότε νόμιζα ότι θα με μαχαιρώσει αλλά αυτό που έκανε ήταν να αρπάξει το σταυρό που είχα κρεμασμένο στον λαιμό μου και μετά άρχισε να ψάχνει αν είχα και άλλα χρυσαφικά πάνω μου και βρήκε μια αντίκα που είχα στην τσέπη μου.
Μέχρι να νυχτώσει καλά τους πήραν στο Σαράι και εκεί έμειναν για 5 μέρες και το πρωί της τελευταίας μέρας γύρω στις 5:00 τους έβγαλαν έξω από την φυλακή.
Εκεί ένας άλλος αιχμάλωτος γνώριζε ότι οι εκτελέσεις γίνονται το πρωί κι εκεί ένιωσα ξανά το αίμα να παγώνει.
«Μας φόρτωσαν ξανά στα φορτηγά και πάλι με χέρια και μάτια δεμένα και ξεκινήσαμε προς το άγνωστο. Υπέθεσα ότι πηγαίναμε προς την Κερύνεια και ξαφνικά το φορτηγό σταματά και ακούμε φωνές μας κτύπησαν ένα – ένα με το όπλο και μένα μου έσβησε ένα τσιγάρο στο μάγουλο και το σημάδι έμεινε πάνω για πάνω από 10 χρόνια ενώ στα χέρια μου από το δέσιμο είχα πληγές για 15 χρόνια».
Από εκεί τους μεταφέρουν κοντά στη θάλασσα και ήταν εκεί που σκέφτηκε ότι θα τους ρίξουν στην θάλασσα και να πνιγούν αφού ήταν δεμένα τα χέρια και τα μάτια του, «το μυαλό ήταν το μόνο ελεύθερο πάνω στο σώμα μας», συμπληρώνει.
Τους κατέβασαν από τα φορτηγά και τότε ήρθαν άλλοι Τουρκοκύπριοι και τους είπαν ότι όσοι έχουν χρήματα και χρυσαφικά να τα δώσουν και όταν έρθουν από την Τουρκία να πάρουν πίσω διότι αν εντοπιστούν πάνω τους τα αντικείμενα θα τους σκότωναν.
 

«Τότε εγώ έδωσα πεντέμισι λίρες που είχα μαζί μου και κατάλαβα ότι θα μας πάρουν στην Τουρκία».
Μπήκαν στις επιβατικές και το πλοίο ξεκίνησε για την Τουρκία όπου έφτασαν αργά το βράδυ στο λιμάνι της Μερσίνας.
Κατέβηκαν από το πλοίο και άφησαν ελεύθερα τα μάτια μας όχι όμως τα χέρια. Από κει τους έβαλαν σε στρατιωτικό φορτηγό στο οποίο τους έκλεισαν, «ήταν όλα αποπνικτικά», και σιγά – σιγά με την βοήθεια των άλλων αιχμαλώτων αφήσαν τα χέρια τους ελεύθερα.
«Από τις πολλές ώρες που ήταν δεμένα τα χέρια μου δεν κινούνταν και πίεζα τον εαυτό μου να τεντώσω τα χέρια μου για να ξαναζωντανέψουν».
Φτάνουν λοιπόν στις φυλακές των Αδάνων (όπως είχε μάθει μετά) κι εκεί υπήρχαν Τούρκοι στρατονόμοι και ο ένας χτύπησε ένα αιχμάλωτο πολύ δυνατά.
Τους έβαλαν στον «διάδρομο του μαρτυρίου» όπως τον ονόμασαν οι αιχμάλωτοι όπου εκεί δεξιά και αριστερά υπήρχαν στρατιώτες και χτυπούσαν τους αιχμαλώτους.
Την πρώτη νύχτα τους έβαλαν στα κελιά και τους έδωσαν ένα κομμάτι ψωμί το οποίο περιείχε πολύ αλάτι για να διψάμε και να μην θέλουμε φαγητό.
«Δεν μπορούσαμε να το φάμε και το πετάξαμε».
Την επόμενη μέρα άρχισαν οι ανακρίσεις από ένα Τουρκοκύπριο ο οποίος γνώριζε άπταιστα ελληνικά και γνώριζε σε ποια μονάδα υπηρετούσαν.
«Μεγάλο μαρτύριο ήταν όταν ήθελες να πας τουαλέτα διότι κατά την μεταφορά οι τούρκοι στρατιώτες έδιναν ξύλο».
Ο κ. Νίκος θυμάται χαρακτηριστικά ότι κάποιες νοσοκόμες του έβαλαν ένεση την οποία χρησιμοποιούσαν για όλους τους αιχμαλώτους ενώ θυμάται ότι ήρθαν να τους κόψουν τα μαλλιά τους.
Καταληκτικά, θυμάται ότι μια μέρα καθώς βρισκόταν στις φυλακές άκουγε να φωνάζουν ονόματα τα οποία ήταν γνωστά για εκείνον τότε άκουσε το όνομα του πατέρα του και κατάλαβε ότι ο πατέρας του ήταν ζωντανός και ένιωσε ανακούφιση, όμως δεν συναντήθηκαν και αντάμωσαν ξανά όταν επέστρεψαν και απελευθερώθηκαν στην Κύπρο.
 

Από αριστερά ο κ. Κύπρος Γιαννή, ο κ. Βάσος Χρίστου και ο κ. Νίκος Δημητρίου

Πηγή: OMEGAlive

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ποτέ δεν θα ξεχάσουμε εκείνο το μαύρο καλοκαίρι. Εμείς που ζήσαμε τα γεγονότα, ευχόμαστε ποτέ ξανά, τέτοια τραγωδία, ούτε στο χειρότερο μας εχθρό.

Ανώνυμος είπε...

Μην ξεχνατε τον αειμνηστο ΜΙΧΑΛΗ ΖΕΝΙΟΥ Φυσικό εφεδρο Ανθυπολοχαγό που έπεσε στον Αττίλα ΙΙ και τελικά κηδευτηκε το 2000.Η "Δράση", του είχε εκτεταμένο αφιέρωμα.Τέτοιους ομαδάρχες είχαμε τότε σαν Χαρούμενοι Αγωνιστές γι αυτό τραγουδουσαμε με γεματα από ενθουσιασμό χείλη"Κυπρος ,Κυπρος είναι το όνειρό Μας.." Σήμερα και η αναφορά και μόνο σε εκείνα τα χρόνια , μας χαρακτηρίζει σαν φασίστες. και η Κύπρος δεν είναι όνειρο αλλά γεωγραφικές συντεταγμενες

Ανώνυμος είπε...

Προ ετών στο εντευκτήριο των Χ.Α. υπήρχε η φωτογραφία του τώρα με τις ανακαινίσεις θα πήγε σε κάποια αποθήκη. Έψαχνα σε ένα συνέδριο να την δω αλλά την είχαν εξαφανίσει. Ποιοι είναι σήμερα αυτοί που βλέπουν γεωγραφικές συντεταγμένες;