Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι Μακαρισμοί (Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2025) - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Οι Μακαρισμοί (Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2025)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο (Λκ 6:17–23), την οποία θα ακούσουμε ως ευαγγελικό ανάγνωσμα το Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2025, παρουσιάζει τον Χριστό να κατέρχεται από ένα όρος και να απευθύνεται στους μαθητές και το πλήθος που τον ακολουθεί. Το πλαίσιο της διδασκαλίας δεν είναι θεωρητικό: συνοδεύεται από θεραπείες, ως σημείο ότι ο λόγος του Χριστού είναι συγχρόνως φανέρωση της Βασιλείας του Θεού και θεραπεία της ανθρώπινης υπάρξεως. Στην Ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση οι Μακαρισμοί δεν εξαντλούνται σε κοινωνικές διακηρύξεις· εκφράζουν την κλήση του ανθρώπου σε μετάνοια, κάθαρση της καρδιάς και τελικά κοινωνία με τον Θεό.

Στο κέντρο της περικοπής βρίσκονται οι Μακαρισμοί: «Μακάριοι οἱ πτωχοί», «μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν», «μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν» και «μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι… ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Η Πατερική ανάγνωση δίνει προτεραιότητα στο πνευματικό τους βάθος. Οι «πτωχοί» νοούνται πρωτίστως ως εκείνοι που ζουν την ταπείνωση και την εμπιστοσύνη στον Θεό, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς τη χάρη Του ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί αληθινά. Δεν πρόκειται απλώς για κοινωνική κατάσταση αλλά για εσωτερική στάση: απάρνηση της αλαζονικής αυτάρκειας, αποδέσμευση από τη φιλαυτία και άνοιγμα της καρδιάς στην μετάνοια.

Οι «πεινῶντες» δεν περιγράφουν μόνο μια βιολογική έλλειψη, αλλά τον πόθο για την δικαιοσύνη του Θεού, δηλαδή για την ζωή σύμφωνα με το θέλημά Του. Η πείνα αυτή βρίσκει εκπλήρωση στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και την άσκηση των εντολών: ο άνθρωπος “χορταίνει” όχι με αυτάρκεια υλικών αγαθών, αλλά με την μετοχή στη χάρη του Θεού, που κορυφώνεται στην Θεία Ευχαριστία. Οι «κλαίοντες» μακαρίζονται διότι ο θρήνος τους είναι θρήνος μετανοίας και πνευματικής εγρήγορσης: λύπη που δεν οδηγεί σε απελπισία, αλλά σε παρηγοριά, καθώς μεταβάλλεται σε χαρά μέσα από την συγχώρηση και την ανακαίνιση που προσφέρει η θεία χάρη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στους διωκόμενους «ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου», οι οποίοι παραλληλίζονται με τους προφήτες. Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ κριτήριο γνησιότητας της μαθητείας: η πίστη στον Χριστό μπορεί να γεννήσει απόρριψη, όμως αυτή η δοκιμασία δεν νοείται ως ήττα αλλά ως συμμετοχή στον σταυρικό τρόπο ζωής, με την ελπίδα της ουράνιας ανταμοιβής. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, διαβάζοντας τους Μακαρισμούς μέσα στην προοπτική της πνευματικής θεραπείας, τονίζει ότι η φαινομενική «στέρηση» (φτώχεια, πείνα, θρήνος) μπορεί να γίνει άσκηση ελευθερίας από τα πάθη και δρόμος προς την αληθινή μακαριότητα. Έτσι, η Βασιλεία του Θεού δεν εμφανίζεται ως εγκόσμιο καθεστώς ισχύος, αλλά ως εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου.

Παρά την πλούσια Πατερική παράδοση, ο σύγχρονος θεολογικός λόγος συχνά μεταφέρει το βάρος της ερμηνείας σε καθαρά ιδεολογικά πλαίσια. Μια ενδεικτική περίπτωση είναι η «θεολογία της απελευθέρωσης», η οποία σε ορισμένες εκδοχές της προσεγγίζει το ευαγγελικό κείμενο πρωτίστως ως πολιτικό μανιφέστο κατά της οικονομικής ανισότητας. Έτσι οι «πτωχοί» προσδιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά ως κοινωνική τάξη, και η περικοπή γίνεται κάλεσμα για κοινωνική ανατροπή. Η Ορθόδοξη κριτική δεν αρνείται την χριστιανική μέριμνα για τον αδικημένο ούτε την ευθύνη της φιλανθρωπίας· επισημαίνει όμως ότι το κέντρο του Ευαγγελίου είναι η θεραπεία της καρδιάς από την αμαρτία και η ανακαίνιση του ανθρώπου, κάτι που δεν ταυτίζεται με πολιτικό πρόγραμμα. Ο Χριστός καλεί σε ελευθερία από την προσκόλληση στα υλικά αγαθά, όπως φαίνεται και στη διήγηση του πλουσίου νέου (πρβλ. Μτ 19:21–22), χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε ιδεολογική εργαλειοποίηση του ιερού κειμένου.

Αντίστροφα, σε ορισμένα Προτεσταντικά περιβάλλοντα εμφανίζεται η λεγόμενη «θεολογία της ευημερίας», όπου η υλική άνεση και η επίγεια επιτυχία παρουσιάζονται ως τεκμήρια θεϊκής εύνοιας. Αυτή η ανάγνωση δυσκολεύεται να κατανοήσει τους Μακαρισμούς ως λόγο σταυρικής χαράς και ταπείνωσης, και συχνά παραμερίζει τις ευαγγελικές προειδοποιήσεις για τον πλούτο, την πνευματική τύφλωση που μπορεί να προκαλέσει, και την ανάγκη του ανθρώπου να ζει με ευχαριστιακή εξάρτηση από τον Θεό. Όταν οι Μακαρισμοί περιορίζονται είτε σε πολιτική ρητορική είτε σε θρησκευτικό ευδαιμονισμό, χάνεται η βασική τους στόχευση: η είσοδος του ανθρώπου σε τρόπο ζωής που τον οδηγεί στην βασιλεία και την χαρά του Θεού.

Συμπερασματικά, το Λκ 6:17–23 καλεί τον πιστό σε ταπείνωση, μετάνοια, πνευματική εγρήγορση και εμπιστοσύνη στον Θεό. Η αληθινή μακαριότητα δεν ταυτίζεται με την υλική άνεση ούτε με την κοινωνική επιβολή, αλλά με την ελευθερία από τα πάθη και τη ζωντανή κοινωνία με τον Χριστό. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη ερμηνεία των Μακαρισμών παραμένει επίκαιρη: φωτίζει την ανθρώπινη αναζήτηση νοήματος και δείχνει ότι η χαρά του Ευαγγελίου μεταμορφώνει τις καρδιές.

***

The Beatitudes (Saturday, January 17, 2025)

The passage from the Gospel according to Luke (Lk 6:17–23), which we will hear as the Gospel reading on Saturday, January 17, 2025, presents Christ descending from a mountain and addressing His disciples and the crowd following Him. The context of the teaching is not theoretical: it is accompanied by healings, as a sign that Christ's word is simultaneously a revelation of the Kingdom of God and a healing of human existence. In the Orthodox interpretive tradition, the Beatitudes are not exhausted in social proclamations; they express the human calling to repentance, purification of the heart, and ultimately communion with God.

At the center of the passage are the Beatitudes: "Blessed are the poor," "blessed are those who hunger now," "blessed are those who weep now," and "blessed are you when people hate you... for the sake of the Son of Man." The Patristic reading gives priority to their spiritual depth. The "poor" are understood primarily as those who live in humility and trust in God, recognizing that without His grace, a person cannot truly stand. It is not merely a social condition but an internal disposition: renunciation of arrogant self-sufficiency, detachment from self-love, and opening of the heart to repentance.

The "hungry" do not describe only a biological lack, but the longing for God's righteousness, that is, for life according to His will. This hunger finds fulfillment in the sacramental life of the Church and the practice of the commandments: a person is "filled" not with self-sufficiency in material goods, but with participation in God's grace, which culminates in the Divine Eucharist. The "weeping" are blessed because their mourning is a mourning of repentance and spiritual vigilance: sorrow that does not lead to despair, but to consolation, as it is transformed into joy through the forgiveness and renewal offered by divine grace.

Particular emphasis is given to those persecuted "for the sake of the Son of Man," who are paralleled with the prophets. The Orthodox tradition sees here a criterion of the authenticity of discipleship: faith in Christ can generate rejection, yet this trial is not conceived as defeat but as participation in the cruciform way of life, with the hope of heavenly reward. Cyril of Alexandria, reading the Beatitudes in the perspective of spiritual healing, emphasizes that the apparent "deprivation" (poverty, hunger, mourning) can become an exercise in freedom from the passions and a path to true blessedness. Thus, the Kingdom of God does not appear as a worldly regime of power, but as an internal transformation of the human person.

Despite the rich Patristic tradition, contemporary theological discourse often shifts the weight of interpretation to purely ideological frameworks. An indicative case is the "liberation theology," which in some of its versions approaches the Gospel text primarily as a political manifesto against economic inequality. Thus, the "poor" are defined almost exclusively as a social class, and the passage becomes a call for social upheaval. Orthodox critique does not deny Christian concern for the oppressed nor the responsibility of philanthropy; however, it points out that the center of the Gospel is the healing of the heart from sin and the renewal of the human person, something that does not coincide with a political program. Christ calls for freedom from attachment to material goods, as seen in the story of the rich young man (cf. Mt 19:21–22), without this being turned into an ideological instrumentalization of the sacred text.

Conversely, in certain Protestant environments, the so-called "prosperity theology" appears, where material comfort and earthly success are presented as evidence of divine favor. This reading struggles to understand the Beatitudes as a word of cruciform joy and humility, and often sets aside the Gospel warnings about wealth, the spiritual blindness it can cause, and the need for a person to live in eucharistic dependence on God. When the Beatitudes are reduced either to political rhetoric or to religious eudaimonism, their basic aim is lost: the entry of the human person into a way of life that leads to the kingdom and joy of God.

In conclusion, Lk 6:17–23 calls the believer to humility, repentance, spiritual vigilance, and trust in God. True blessedness is not identified with material comfort nor with social dominance, but with freedom from the passions and living communion with Christ. For this reason, the Orthodox interpretation of the Beatitudes remains relevant: it illuminates the human search for meaning and shows that the joy of the Gospel transforms hearts.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: