Η Εορτή των Θεοφανείων. Ματθαίος 3:13–17
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Η εορτή των Θεοφανείων κορυφώνει τον εορταστικό
κύκλο του Δωδεκαημέρου, φανερώνοντας με τρόπο καθαρό το μυστήριο της Αγίας
Τριάδος. Η ευαγγελική περικοπή Ματθαίος 3:13–17 δεν περιγράφει απλώς ένα
ιστορικό γεγονός, αλλά αποκαλύπτει τη σωτηριολογική οικονομία: ο Χριστός
εισέρχεται στα ύδατα, όχι για να καθαρθεί—αφού είναι αναμάρτητος—αλλά για να
αγιάσει την κτίση και να εγκαινιάσει τη νέα ζωή εν Πνεύματι.
Ο Ευαγγελιστής παρουσιάζει πρώτα την έκπληξη του Ιωάννου: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;» (Ματθ. 3:14). Οι Πατέρες βλέπουν εδώ τη θεολογική διάκριση ανάμεσα στο βάπτισμα μετανοίας του Προδρόμου και στο μυστήριο αναγεννήσεως και αγιασμού που θα θεμελιώσει ο Χριστός. Ο Ιωάννης αναγνωρίζει ότι ο βαπτίζων είναι κατώτερος από τον Βαπτιζόμενο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι η άρνηση του Προδρόμου δεν είναι απείθεια, αλλά ευλάβεια και ορθή θεολογική αίσθηση: γνωρίζει ποιος είναι ο Χριστός και τρέμει μπροστά στο παράδοξο μυστήριο της κενώσεως.
Η απάντηση του Κυρίου δίνει την ερμηνεία των
τελουμένων: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην»
(Ματθ. 3:15). Η «δικαιοσύνη» εδώ δεν περιορίζεται σε ηθική συνέπεια, αλλά
δηλώνει την πλήρη υπακοή του Χριστού στο θέλημα του Πατρός και την ολοκλήρωση
της σωτηριολογικής οικονομίας. Ο Χριστός εισέρχεται εκουσίως στο ύδωρ της
μετανοίας και ως Αναμάρτητος το ανακαινίζει και το αναδεικνύει σε οδό
αναγεννήσεως και θεώσεως. Το βάπτισμα στον Ιορδάνη είναι η πρώτη δημόσια
αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Χριστός σώζει: μέσω ταπεινώσεως,
αλληλεγγύης προς τον πεπτωκότα άνθρωπο και αγιασμού της κτιστότητας.
Αμέσως μετά, ο Ματθαίος σημειώνει: «καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν
αὐτῷ οἱ οὐρανοί» (Ματθ. 3:16). Το «άνοιγμα των ουρανών» ερμηνεύεται ως σημείο
άρσεως του χωρισμού που δημιούργησε η αμαρτία. Δεν έχουμε απλώς μια ιδιωτική
οπτασία, αλλά μια κοσμική μεταστροφή: η κτίση αρχίζει να δέχεται ξανά την
ενέργεια του Θεού ως ζωή. Σε αυτή τη γραμμή, η Ορθόδοξη θεολογία επιμένει ότι
τα Θεοφάνεια δεν είναι μόνο «εορτή του Χριστού», αλλά και «εορτή της κτίσεως»:
τα ύδατα αγιάζονται, και μαζί τους προοικονομείται η ανακαίνιση του παντός.
Η κάθοδος του Πνεύματος «ὡσεὶ περιστερὰν» (Ματθ.
3:16) έχει πλούσιο συμβολισμό. Οι Πατέρες συνδέουν την εικόνα με τη Γένεση:
όπως το Πνεύμα εφέρετο επάνω των υδάτων στην αρχή της δημιουργίας, έτσι τώρα
επισκιάζει τα ύδατα του Ιορδάνη ως αρχή νέας δημιουργίας. Παράλληλα, η
περιστερά παραπέμπει στην κιβωτό του Νώε: είναι σημείο ειρήνης και νέας αρχής
μετά τον κατακλυσμό. Στον Χριστό, το Πνεύμα δεν «έρχεται» ως χάρη ξένη, αλλά
φανερώνεται ως η Τριαδική μαρτυρία ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ώστε
να γίνει η πηγή της χάριτος για όλους.
Τέλος, η φωνή του Πατρός: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ
ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Ματθ. 3:17) φανερώνει ότι στο γεγονός δεν έχουμε απλό
ηθικό παράδειγμα ταπεινώσεως, αλλά φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Ο Υιός στέκεται
στα ύδατα, το Πνεύμα αναπαύεται σε Αυτόν, ο Πατήρ μαρτυρεί: η σωτηρία είναι
έργο της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία βλέπει εδώ και την κατηχητική διάσταση: το
δικό μας βάπτισμα είναι συμμετοχή σε αυτήν ακριβώς τη φανέρωση—είσοδος στη ζωή
της Τριάδος, συγχώρηση, υιοθεσία, και αρχή πορείας θεώσεως.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εορτή δεν εξαντλείται στη
μνήμη, αλλά γίνεται πρόσκληση σε συμμετοχή: να αναγνωρίσουμε τον Χριστό ως τον
Αγαπητό Υιό, να ανανεώσουμε τη βαπτισματική μας κλήση, και να ζήσουμε ως μέλη
της Εκκλησίας που ήδη γεύονται τους «ανοιγμένους ουρανούς», την δόξα της
Επουράνιας Βασιλείας.
***
The Feast of
Theophany. Matthew 3:13–17
The Feast of
Theophany brings to its climax the festive cycle of the Twelve Days of
Christmas, revealing with clarity the mystery of the Holy Trinity. The Gospel
passage Matthew 3:13–17 does not simply recount a historical event; it unveils
the saving economy: Christ enters the waters not to be purified—since He is
sinless—but to sanctify creation and inaugurate the new life in the Spirit.
The Evangelist
first presents John’s astonishment: “I need to be baptized by You, and do You
come to me?” (Matt. 3:14). The Fathers see here a theological distinction
between the Forerunner’s baptism of repentance and the mystery of regeneration
and sanctification that Christ will establish. John recognizes that the one who
baptizes is inferior to the One being baptized. Saint John Chrysostom
emphasizes that the Forerunner’s reluctance is not disobedience but reverence
and sound theological perception: he knows who Christ is and trembles before
the paradoxical mystery of the Kenosis.
The Lord’s
reply provides the interpretation of what is taking place: “Let it be so now;
for thus it is fitting for us to fulfill all righteousness” (Matt. 3:15).
“Righteousness” here is not confined to moral consistency; it signifies
Christ’s complete obedience to the Father’s will and the fulfillment of the
saving economy. Christ voluntarily enters the water of repentance and, as the
Sinless One, renews it and reveals it as a path of rebirth and theosis. The
baptism in the Jordan is the first public manifestation of the way Christ
saves: through humility, solidarity with fallen humanity, and the
sanctification of created reality.
Immediately
afterward, Matthew notes: “and behold, the heavens were opened to Him” (Matt.
3:16). The “opening of the heavens” is interpreted as a sign of the removal of
the separation brought about by sin. This is not merely a private vision, but a
cosmic turning point: creation begins once again to receive the divine energy
as life. Along these lines, Orthodox theology insists that Theophany is not
only a “feast of Christ,” but also a “feast of creation”: the waters are
sanctified, and with them the renewal of all things is foreshadowed.
The descent of
the Spirit “like a dove” (Matt. 3:16) is rich in symbolism. The Fathers connect
this image with Genesis: just as the Spirit hovered over the waters at the
beginning of creation, so now He overshadows the waters of the Jordan as the
beginning of a new creation. At the same time, the dove recalls Noah’s ark: it
is a sign of peace and a new beginning after the flood. In Christ, the Spirit
does not “come” as an external grace, but is revealed as the Trinitarian
witness that He is the Messiah, the Christ, so that He may become the source of
grace for all.
Finally, the
voice of the Father—“This is My beloved Son, in whom I am well pleased” (Matt.
3:17)—reveals that in this event we do not have a simple moral example of
humility, but the manifestation of the Holy Trinity. The Son stands in the
waters, the Spirit rests upon Him, the Father bears witness: salvation is the
work of the Holy Trinity. The Church also sees here a catechetical dimension:
our own baptism is participation in this very manifestation—entrance into the
life of the Trinity, forgiveness, adoption, and the beginning of the path of
theosis.
In this way,
the feast is not exhausted in remembrance, but becomes an invitation to
participation: to acknowledge Christ as the Beloved Son, to renew our baptismal
calling, and to live as members of the Church who already taste the “opened
heavens,” the glory of the Heavenly Kingdom.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου