ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
«… Συνεχίζουμε και στη ραδιοφωνική περίοδο
2006-2007 με Μ. Βασίλειο, ξεκινώντας, ύστερα από αίτημα ακροατών, με προσέγγιση
και παρουσίαση σε ελεύθερο νεοελληνικό λόγο διδαχών και μηνυμάτων από τις
περίφημες εννιά ερμηνευτικές ομιλίες
του στην «Εξαήμερο». Ομιλίες όπου με παρατηρητικότητα εκπληκτική και βαθιά
γνώση της φύσης, στα μέτρα της εποχής του, ερευνά και αναδείχνει από το μεγαλείο της κτίσης την
παντοδυναμία και πανσοφία του Δημιουργού. Κάνοντας μια πολύ δυνατή ανάλυση, αξιοθαύμαστη και επιστημονικά ακόμα και
σήμερα, πολλών σημείων της λιτής,
ωραίας και συμβολικής περιγραφής των
έξι ημερών της δημιουργίας του κόσμου εκ του μηδενός από το Θεό, στο πρώτο
κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής-Π. Διαθήκη-τη Γένεση, που έχει
γράψει ο θεόπνευστος Μωυσής.
Τις ομιλίες αυτές, σύγχρονοι ερευνητές τοποθετούν στο τελευταίο έτος της ζωής του Μ. Βασιλείου. Αλλά τότε ούτε την υγεία, ούτε το χρόνο είχε για ένα τόσο φροντισμένο και πλούσιο σε παραπομπές έργο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συντάχτηκαν και να εκφωνήθηκαν πολύ νωρίτερα. Είτε μεταξύ του 365-367, που είναι η εποχή της λαμπρής ποιμαντικής δράσης του ως πρεσβύτερου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας-Στ. Παπαδόπουλος-είτε γύρω στο 370, κι αργότερα εκδόθηκαν ύστερα από έλεγχο και επεξεργασία τους. Προσδιορίζεται επίσης ότι πρέπει να εκφωνήθηκαν την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, σε πρωινά και εσπερινά κηρύγματα μέσα σε πέντε μέρες.
Στις ομιλίες του αυτές χρησιμοποιεί πολλές και ωραίες εικόνες, η γλώσσα του
είναι υψηλή σε νοήματα και διθυραμβική,
η όλη ανάπτυξη του θέματος έχει μια
αβίαστη ροή και ένα τόνο επιβλητικό ως και χαριτωμένο. Όλα δείχνουν καθαρά
ότι το περιεχόμενό τους βγαίνει από ένα σοφό νου, εγκρατή σε γνώση και γενική και Αγιογραφική, από μια
βαθύτατα πιστή καρδιά και ψυχή. Τα μεγάλα και μικρά θαυμάσια της Φύσης και του
Σύμπαντος εξετάζονται με έκτακτη προσοχή και παρατηρητικότητα και ερμηνεύονται
από τον Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας με τρόπο μοναδικό και αξιοθαύμαστο. Δε
διστάζει να περάσει από διάφορες ειδωλολατρικές δοξασίες για τη Δημιουργία, και
τις Μανιχαϊκές που ήταν τότε της μόδας-ως οι μονοδιάστατά αντί-χριστιανικές ως
θα λέγαμε σήμερα-να τις αντικρούσει και να οδηγήσει τον ακροατή του πλησίστιο στην αναγνώριση του αληθινού
Θεού της Τριαδικής Αγάπης ως Δημιουργού του Σύμπαντος.
Παρότι ακολουθεί τη γεωκεντρική αντίληψη της εποχής του, η ερμηνευτική του είναι τόση διεισδυτική και δείχνει τέτοιο
πλούτο και τέτοιο βάθος γνώσεων, που
κερδίζει το σεβασμό και μελετητών του έργου του που έχουν υπόψη τους τα
σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τις συναφείς θεωρίες. Γιατί ο Μ.
Βασίλειος πέρα από τη βαθιά γνώση της Γραφής και του όλου χριστιανικού
πνεύματος, σ’ αυτές δείχνεται να έχει
διαβάσει καλά Αριστοτέλη, Πλούταρχο, Αιλιανό, Διογένη Λαέρτιο, Πλάτωνα,
Πλωτίνο, Διόδωρο Σικελιώτη, Φίλωνα τον Ιουδαίο, και από τους χριστιανούς
Ιππόλυτο και Ωριγένη. Και εδώ εκείνο που δεν πρέπει να παραλείψει να
επισημάνει κανείς είναι για μεν τους ακροατές του η απορία και ο θαυμασμός για
το πώς μπορούσαν να παρακολουθούν ομιλίες τέτοιου επιστημονικού ύψους, σε
ό,τι αφορούσε τις γνώσεις εκείνης της εποχής για τη φύση, και τόσο ευρείας και
βαθιάς γνώσης και χρήσης της Αγίας Γραφής, για
δε τον ίδιο πόσα και πόσο είχε μελετήσει ως τότε.
Αλλά να ξεκινήσουμε αμέσως με την πρώτη
ομιλία, στην οποία ερμηνεύει τον πρώτο στίχο της Γένεσης και της Αγίας Γραφής,
το μεγαλειώδη για την πυκνότητά του Μωσαϊκό στίχο. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Και όπου από τις
πρώτες λέξεις θα τραβήξει την προσοχή μας ίσια στο κέντρο και την ουσία του
πράγματος, κατά την οποία ο όλος κόσμος, το σύμπαν, η όλη φύση δεν ξεφύτρωσαν
από μόνα τους, όπως φαντάστηκαν-και φαντάζονται μέχρι σήμερα-κάποιοι-«ουκ αυτομάτως συνενεχθείσα, ως τινες
εφαντάσθησαν»-αλλά δημιουργήθηκαν από το Θεό-«παρά δε του Θεού την αιτίαν λαβούσα». Αυτή είναι η μεγάλη και
κεφαλαιώδης αλήθεια και έχει τεράστια σημασία για τη ζωή, αλλά το πρόβλημα
είναι πώς μπορεί να βοηθηθεί ο άνθρωπος να το καταλάβει και να το εκτιμήσει-«Ποία ακοή του μεγέθους των λεγομένων
αξία;» Με άλλα λόγια προσθέτει, εννοώ πώς μπορεί να βοηθηθεί ο άνθρωπος, να
καταλάβει ότι το θέμα είναι υψηλό και καίριο και δεν προσεγγίζεται όπως-όπως,
αλλά με κατάλληλη ψυχική και πνευματική προετοιμασία, μια προετοιμασία που
σπεύδει να προδιαγράψει επακριβώς λέγοντας.
Για να προσεγγίσει ο άνθρωπος, να
κατανοήσει, κυρίως να δεχτεί τη μεγάλη αλήθεια, ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός
του κόσμου, και κατά προέκταση το σύνολο υψηλό πνεύμα της Αγίας Γραφής, οφείλει
να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη που τον κρατούν κολλημένο στη γη και στα
γήινα, να βάλει στο πλάι τις σκοτούρες της καθημερινότητας, να αποφασίσει να
βασανίσει για λίγο τη σκέψη του, και να
αγαπήσει την προσεκτική και σοβαρή εξέταση των πραγμάτων. Από κει και πέρα
δεν έχει παρά να εξετάσει ποιος είναι αυτός που γράφει αυτές τις μεγάλες
αλήθειες, με τον οποίο και να ανοίξει εσωτερικό διάλογο. Να προσέξει και να δει
ότι μια μεγαλειώδης μορφή, ο Μωυσής είναι που κάνει λόγο γι αυτή την υψηλή
αλήθεια, μια μορφή που αν την αναλογισθεί βαθιά μέσα του θα ξεπεράσει τις
προσωπικές αντιστάσεις, επιφυλάξεις και αμφιβολίες, θα εκτιμήσει τη σοβαρότητα
και την αξιοπιστία του προσώπου του συγγραφέα, και θα καταλάβει ευθύς και θα
νιώσει κάτι να τον κινεί να τον εμπιστευθεί, και να αποδεχτεί μέσα του αυτά που
γράφει.
Με άλλα λόγια από την πρώτη στιγμή ο Μέγας
Βασίλειος υπογραμμίζει ότι η γνώση του Θεού και η πίστη στο Δημιουργό είναι
υπόθεση πολύ σοβαρή, και ο άνθρωπος δεν μπορεί να την αντιμετωπίζει πρόχειρα,
επιφανειακά και επιπόλαια. Οφείλει να οπλιστεί με καθαρή σκέψη, πράγμα που για
να πετύχει, πρέπει να ασκηθεί ν’ αποκτήσει καθαρή ψυχή. Κι αυτά θα γίνουν αν
μάθει ν’ αγωνίζεται, να ξεπερνάει τις γήινες μικρότητες και αδυναμίες, κι
ελεύθερος πια, με καθαρό βλέμμα να παρατηρεί τα πάντα, να τα εξετάζει σοβαρά
και υπεύθυνα, και να ελπίζει ότι θα φτάσει στο ποθούμενο, να γνωρίσει το Θεό,
θα τον δεχτεί ως το Δημιουργό του κόσμου. Στην προσπάθειά του αυτή, προσθέτει,
θα βοηθηθεί, αν παραπέρα εξετάσει και ποιος είναι αυτός που καταθέτει αυτές τις
υψηλές αλήθειες για το Θεό. Διαβάζοντας δηλαδή το «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον
ουρανόν και την γην», είναι καλό να φέρει στο νου τη μεγαλειώδη μορφή του
συγγραφέα τους Μωυσή, και να αναλογιστεί έτσι με με ποιον έχει ανοίξει διάλογο
και συζητάει-«ενθυμηθώμεν τις ο
διαλεγόμενος ημίν».
Εσωτερικό διάλογο με το συγγραφέα της
Γένεσης, αυτόν που γράφει εκείνο το πυκνό, «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν
και την γην», ξεκινώντας έτσι επιβλητικά
να καταθέτει αυτές τις υψηλές αλήθειες για το Θεό και τη Δημιουργία, προτείνει
ο Μ. Β. Γιατί όποιος αναζητεί το Θεό,
και ανοίγει εσωτερικό διάλογο με το Μωυσή, το συγγραφέα της Γένεσης, εύκολα
πάει πιο πέρα, αναρωτιέται ποιος
αποκαλύπτει μέσα στην προχριστιανική ειδωλολατρική πλημμυρίδα και τον
πολυθεϊστικό ολοκληρωτισμό, σ’ αυτό το
μεγάλο ηγέτη και απελευθερωτή του λαού του, την πρώτη και κορυφαία αλήθεια
που περιέχεται στις πρώτες λέξεις του στίχου, «εν αρχή εποίησεν ο Θεός», όχι οι θεοί !
Αλλά για την ώρα ας το αφήσουμε αυτό και
ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του Μεγάλου Πατέρα, ο οποίος σπεύδει τώρα να
εξηγήσει, ποιος είναι αυτός ο Μωυσής, που σημαίνει για ποιο λόγο, ποια
εγκυρότητα και βαρύτητα έχει αυτή του η κατάθεση και ομολογία. Είναι ευρέως
γνωστό λέει ότι ήταν ένας άνθρωπος της ιδιαίτερης, της παράδοξης, αν θέλετε,
αγάπης του Θεού από την ώρα που θήλαζε ακόμα το γάλα της μάνας του ! Είναι το
νήπιο που ξέφυγε το θάνατο, όταν το περιμάζεψε η κόρη του Φαραώ από τα νερά του
Νείλου, το έφερε στο παλάτι, το ανάθρεψε βασιλικά και το μόρφωσε πιο σοφούς
δασκάλους της Αιγύπτου. Πιο πολύ όμως είναι αυτός που μεγάλος πια έμαθε ποιος
είναι, είδε την καταπίεση και τυραννία των συμπατριωτών του, και προτίμησε, όπως λέει ο Απ. Παύλος να συμμεριστεί τις κακουχίες του λαού
του, παρά να συνεχίσει να ζει άνετα και βασιλικά στα Αιγυπτιακά παλάτια.
Πρόκειται δηλαδή για άνθρωπο που απέδειξε
ότι βάζει πάνω από κάθε γήινο όφελος και κέρδος προσωπικό την αλήθεια και το δίκιο, με ό,τι συνεπάγεται αυτό σε ταλαιπωρίες
και διώξεις, καθώς χρειάστηκε να μείνει χαμένος για χρόνια πολλά σε μακρινή και
έρημη χώρα. Το πιο σπουδαίο, συνεχίζει ο Μ. Βασίλειος, πρόκειται για τον
άνθρωπο που τιμήθηκε με το αγγελικό προνόμιο της θέας του Θεού, καθώς αξιώθηκε
να δει και να μιλήσει όσο είναι δυνατό
στα ανθρώπινα με τον ίδιο το Θεό, όπως ξέρουμε από το γνωστό περιστατικό
της φλεγόμενης, αλλά μη κατακαιόμενης σε στάχτη βάτου. Νομίζω ότι τώρα φαίνεται
πιο καθαρά, τι θέλει να πει, για το ποιος είναι ο άνθρωπος που λέει και γράφει
αυτά για το Θεό και τη Δημιουργία, ή καλύτερα τώρα δείχνει πιο άμεσα ποιος είναι Αυτός που φωτίζει το Μωυσή
να καταθέσει όσα καταθέτει από τον πρώτο στίχο της Γένεσης για το Θεό και τη
Δημιουργία του κόσμου. Επομένως, είναι σαν να λέει απλά, ωραία και καθαρά ο Μ. Βασίλειος ότι, αναζητεί και βρίσκει το Θεό όποιος ανεβαίνει «λίγο ψηλότερα».
Για ν’ ανέβει όμως «λίγο ψηλότερα», οφείλει
ν’ αντιπαλέψει με τον εαυτό του, να
ξεπεράσει τον εγκλωβισμό του στην εγωπάθεια και την αυτάρκεια στο γήινο
μικρόκοσμο. Και έτσι, απεγκλωβισμένος, ελεύθερος πια να πετάξει και να
σπεύσει σε συνάντηση του Θεού. Και να παρακαλέσει και να επιμείνει να του
αποκαλυφθεί εσωτερικά ο Θεός, στο μέτρο που θα κρίνει ότι κι αυτός, όπως ο
μεγαλειώδης και αγαπημένος του Μωυσής, και θέλει, και αγωνίζεται να βάλει τη
ζωή του για πάντα, ιδιαίτερα την κρίσιμη ώρα «λίγο ψηλότερα», ότι προτιμάει την αλήθεια και το δίκιο, απ’ το
ψέμα και την τύφλα μπρος στην αδικία, τα ανώτερα πνευματικά αγαθά, ακόμα κι απ’
αυτές τις βασιλικές ανέσεις και απολαύσεις ! Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς ότι εδώ
έχουμε μια διακριτική πλην εκπληκτική και πανοραμική αποκάλυψη και ζωντανή
εικόνα του «εκ βαθέων» ενός ατόφιου Μ.
Βασιλείου. Ο Θεός δεν αρνείται να αποκαλυφτεί καθαρά σε όποιον ανεβαίνει
«λίγο ψηλότερα». Δοκίμασε και θα δεις, είναι σαν να προτείνει από την αναφορά
του στο Μωυσή ο Μεγάλος Πατέρας και Οικουμενικός Διδάσκαλος της Εκκλησίας.
Ποιος λοιπόν, δε θα ήθελε να ανοίξει
διάλογο με έναν άνθρωπο που με έργα, όχι με λόγια έδειξε ότι ανέβηκε «λίγο
ψηλότερα», και ποιος δε θα τον εμπιστευόταν, όταν τον άκουγε να του ξεκαθαρίζει
από τον πρώτο στίχο και να του ομολογεί τόσο επιβλητικά, «εν αρχή εποίησεν ο
Θεός τον ουρανόν και την γην» ! Ποιος δε θα θαύμαζε αυτή τη φωνή που σε μια
μόνο γραμμή αποκαλύπτει το θαύμα της δημιουργίας και τον ένα και μοναδικό
Δημιουργό Θεό ! «Τι να πω, συνεχίζει πάντα ο Μ. Β. γι αυτό και τι να ομολογήσω
! Από πού να αρχίσω να την εξηγώ ! Να ελέγξω πρώτα τη ματαιότητα που
αποκαλύπτεται στις αντίστοιχες κοσμολογικές θεωρίες των ειδωλολατρών ή να
προχωρήσω κατευθείαν στην εξύμνηση και έξαρση της δικής μας, της χριστιανικής
αλήθειας ! Αν αρχίσω από τις θεωρίες που διατύπωσαν οι διάφοροι σοφοί των
Ελλήνων, εκείνο που θα μπορούσα να επισημάνω τελικά είναι ότι δεν μπόρεσαν να
καταλήξουν πουθενά, καθώς η θεωρία του επόμενου σοφού αναιρούσε εκείνη του
προηγούμενου. Δε χρειάζεται να τις ελέγξω εγώ, ελέγχει και ανατρέπει η μια την
άλλη».
Και ήταν επόμενο να συμβεί αυτό, αφού όλοι
αυτοί αγνοούσαν τον ένα και μοναδικό Θεό και είχαν θεοποιήσει τα στοιχεία και
τις δυνάμεις της φύσης. Παραπλανημένοι λοιπόν από αυτό που είναι παραπλήσιο της
αθεΐας έλεγαν, ότι το σύμπαν είναι ακυβέρνητο, αδιοίκητο, ότι έτσι στην τύχη
υπάρχει, κινείται και πάει. Λάθος στο οποίο για να μη πέσουμε κι εμείς, ο
Μωυσής από την αρχή φωτίζει το θέμα δείχνοντάς μας ως Δημιουργό τον ένα και
μοναδικό Θεό ! Και προσέξτε με τι πρόνοια και τάξη έγραψε εκείνο το «εν αρχή», για
να καταλάβουμε ότι ο κόσμος δεν είναι άναρχος, άρχισε να υπάρχει τη στιγμή που
τον δημιούργησε ο Θεός ! Μας δείχνει έτσι ότι η δημιουργία είναι μια μικρή
απόδειξη της παντοδυναμίας του Θεού-«ίνα
δειχθή, ότι ελάχιστον μέρος της του δημιουργού δυνάμεως εστί το ποιηθέν» ! Αν
λοιπόν ο κόσμος είναι ‘ποίημα’- δημιουργημα που κάποτε άρχισε, δεν έχει παρά να
αναζητήσει κανείς, και ασφαλώς δεν είναι δύσκολο να βρει, ποιος τον έκανε ν’
αρχίσει, ποιος είναι ο ποιητής, ο
κτίστης και δημιουργός του, συμπεραίνει ωραιότατα ο Μεγάλος Πατέρας της
Εκκλησίας !
Στη συνέχεια ο Μέγας Βασίλειος,
επισημαίνει. «Πολύ σοφά ο Μωυσής έσπευσε να γράψει το «εν αρχή εποίησεν ο
Θεός», για να προφυλάξει τον ανθρώπινο λογισμό μην πέσει έξω αναζητώντας την
αλήθεια. Σφράγισε έτσι την ψυχή του ανθρώπου αμέσως με το πολύτιμο όνομα του
Θεού. Του έδωσε να καταλάβει ότι αυτή η μακάρια φύση, ο πλούτος της αγαθότητας,
η μεγάλη αγάπη και ο βαθύς πόθος όλων των λογικών υπάρξεων, το έκτακτα
επιθυμητό θείο κάλλος, η αρχή των όντων, η πηγή της ζωής, το νοητό φως, η
απρόσιτη σοφία, αυτός είναι που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη». Κρυστάλλινη
ομολογία μιας ψυχής άδολης και βαθύτατα πιστής. Διαβάζοντας από το πρωτότυπο, «η μακαρία φύσις, η άφθονος αγαθότης, το
αγαπητόν πάσι τοις λόγου μετειληφόσι, το πολυπόθητον κάλλος, η αρχή των όντων,
η πηγή της ζωής, το νοερόν φως, η απρόσιτος σοφία», νιώθει κανείς πως
ακούει τις λειτουργικές ευχές του, τον αγγίζει το πνεύμα του, μακαρίζει όσους
ευτύχησαν να τ’ ακούσουν από τα άγια χείλη του, να τα βλέπουν να εικονίζονται
στις εκφράσεις της ιερής μορφής του.
Αλλά και αισθάνεται μαζί τους να ηχεί
άμεσα και στα δικά του αυτιά, και να ριζώνεται δυναμικά στην καρδιά του η
συνέχεια του λόγου του. «Μη ουν άναρχα
φαντάζου άνθρωπε, τα ορώμενα». Μη φαντάζεσαι λοιπόν άνθρωπε ότι δεν έχουν
αρχή όσα βλέπεις. Από τον κύκλο ζωής που διαγράφουν μη φαντάζεσαι ότι είναι
άναρχα και αιώνια, τον κύκλο ζωής και το τέλος καθενός ο Θεός έχει προσδιορίσει
και έχει προδιαγράψει. Το ξεκαθαρίζει η Γραφή που λέει. «Αλλάζει, περνάει και χάνεται η μορφή αυτού του κόσμου» κι αλλού, «ο ουρανός και η γη κάποτε θα τελειώσουν» !
Δεν ξεκαθαρίζει μόνο το ποιος άρχισε τον κόσμο, προ-ανακοινώνει και το ποιος θα
τον τελειώσει, αφήνοντας σαφέστατα να φανεί, ότι αυτό το τέλος θα είναι μια άλλης τάξεως αλλαγή και νέα αρχή. Άλλωστε
είναι βασική αρχή, ότι όσα έχουν χρονική αρχή έχουν και χρονικά προκαθορισμένο
όριο υπάρξεως και τέλος-«Τα από χρόνου
αρξάμενα πάσα ανάγκη και εν χρόνω συντελεσθήναι», γράφει ωραιότατα το
κείμενο.
Και είναι ενδιαφέρον ότι ο Μ. Β.
επιστρατεύει εδώ και το πέρα από τη Γραφή πλούσιο πεδίο σπουδών του και
αντίστοιχων γνώσεων, όταν λέει. Αυτό βεβαιώνει η Γεωμετρία, η Αριθμητική, οι
φυσικές επιστήμες,-«αι περί στερών
πραγματείαι»-η πολυθρύλητη αστρονομία, και η ανθρώπινη πείρα που μιλάει για
τη ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όλα αυτά μαρτυρούν ότι κάθε τι που έχει
χρονική αρχή, έχει απαραίτητα και χρονικό τέλος. Κι όσοι έφτασαν να πουν ότι ο
κόσμος και όλα αυτά που βλέπουμε είναι αιώνια όπως ο Θεός, και δεν μπόρεσαν να
καταλάβουν τούτο το λογικό και αναντίρρητο αξίωμα, ότι όποιο υπόκειται στο νόμο
αλλοίωσης και φθοράς στο ένα μέρος του, το υλικό, συνεπάγεται ότι παθαίνει το
ίδιο και στο άλλο, το θείο. Αλλά φυσικά
ποιος θα τολμούσε να πει ότι ο Θεός δεν είναι άναρχος και αιώνιος, αλλά
φθαρτός. Ποια λογική και ποια φιλοσοφία θα μπορούσε να το ισχυριστεί αυτό;
Γι αυτό ακριβώς δικαιώνεται ο Παύλος που
γράφει στην προς Ρωμαίους Επιστολή, ότι όσοι υποστήριξαν τα ανάλογα πνίγηκαν σε
μάταιους και αυτό-διαψευδόμενους διαλογισμούς, και ενώ ισχυρίζονται ότι είναι
σοφοί, απέδειξαν ότι είναι μωροί κι ανόητοι. Και το απέδειξαν είτε
ισχυριζόμενοι ότι ο ουρανός και η γη, ο κόσμος είναι άναρχος και αιώνιος όπως ο
Θεός, είτε το αντίθετο, ότι ο ουρανός είναι Θεός άναρχος και ατελεύτητος !
Αλλά όσοι ασχολούνται με τα άστρα, τις
θέσεις, τις κινήσεις και τον κύκλο τους στο βόρειο ή στο νότιο πόλο, έπαθαν
τέτοια τύφλωση, που δε βρήκαν τρόπο από αυτά να οδηγηθούν σ’ αυτόν που υπάρχει
πίσω απ’ αυτά και να κατανοήσουν ότι αυτός τα δημιούργησε, κι αυτός κάποια ώρα
θα τα αλλάξει όλα και θα κρίνει τον κόσμο. Και πιστεύουν τόσο πολύ αυτά τα
απαράδεκτα λογικά που έχουν το θράσος να κοροϊδεύουν κι εμάς που πιστεύουμε ότι
ο Θεός είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αυτός που έδωσε στον κόσμο αρχή, αυτός
που θα δώσει και το τέλος, όπως βέβαια το έχει σχεδιάσει, ως αλλαγή και αναγωγή
του σε μια άλλη ανώτερη κατάσταση και τάξη πραγμάτων.
Το πόσο δίκιο έχει ο Μ. Β., φυσικά πριν,
πέρα και πάνω απ’ αυτόν η Αγία Γραφή. Σήμερα πια είναι και επιστημονικά
αποδεδειγμένο, στο μέτρο που η κοσμολογία έχει προσδιορίσει και πριν από πόσα δισεκατομμύρια χρόνια
άρχισε να υπάρχει ο κόσμος, και μιλάει
για το θερμικό τέλος του. Και δεν κάνει Θεολογία πια, δεν είναι η
δουλειά της ! Δε λέει αν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ούτε αυτό είναι δουλειά
της. Καταθέτει απερίφραστα ως επιστημονικό πόρισμα ότι ο κόσμος έχει αρχή και
τέλος, δεν είναι άναρχος και ατελεύτητος, που
σημαίνει δεν είναι Θεός.
Παραπέμπει, όπως και η Γραφή το θέμα Θεός στην ελευθερία της αγάπης, της πίστης
καθενός !
Αθανάσιος
Κοτταδάκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου