Ένα
από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής, ιδίως στον
δυτικό κόσμο αλλά όχι μόνο, είναι η διάσταση ανάμεσα στην ομολογούμενη πίστη
και τον τρόπο ζωής των χριστιανών. Οι ναοί δεν ελκύουν πλέον τα «πλήθη» που
συναντούμε στα Ευαγγέλια, ενώ πολλοί άνθρωποι δηλώνουν ότι εκτιμούν τον Χριστό,
αλλά δυσκολεύονται να εμπιστευθούν την Εκκλησία. Το ερώτημα είναι βαθύτερο:
μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο «έξω», όσο «εντός» της εκκλησιαστικής
κοινότητας;
Αφορμή για αυτόν τον προβληματισμό αποτελεί η
ερμηνευτική προσέγγιση της παραβολής του Ασώτου Υιού. Αν η διδασκαλία του Χριστού
παρομοιαστεί με λίμνη, η παραβολή του Ασώτου θα ήταν ένα από τα πιο καθαρά
σημεία, όπου μπορεί κανείς να δει μέχρι τον πυθμένα. Η παραβολή αυτή δεν
αναφέρεται σε έναν χαμένο υιό, αλλά σε δύο. Τόσο ο νεότερος όσο και ο
πρεσβύτερος υιός βρίσκονται σε κατάσταση αποξένωσης από τον πατέρα, αν και με
εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Η παραδοσιακή έμφαση δίνεται συνήθως στον νεότερο υιό, ο οποίος εγκαταλείπει τον πατρικό οίκο, σπαταλά την περιουσία του και επιστρέφει μετανοημένος. Όμως ο πρεσβύτερος υιός, αν και παραμένει «εντός», ζει με καρδιά απομακρυσμένη από τον πατέρα. Η υπακοή του δεν είναι καρπός σχέσης και αγάπης, αλλά μέσο αυτοδικαίωσης και διεκδίκησης ανταμοιβής. Έτσι, η παραβολή αποκαλύπτει δύο μορφές πνευματικής απώλειας: την εμφανή και τη συγκαλυμμένη.
Η
αποκάλυψη αυτή είναι κρίσιμη, διότι, όπως δείχνει ο ίδιος ο Χριστός, η
πνευματική απώλεια του πρεσβύτερου υιού μπορεί να αποδειχθεί εξίσου, αν όχι
περισσότερο, καταστροφική από εκείνη του νεότερου. Ο Χριστός απευθύνει την
παραβολή πρωτίστως στους Φαρισαίους, όχι για να τους καταδικάσει, αλλά για να
τους φανερώσει την αληθινή τους κατάσταση και να τους καλέσει σε μετάνοια. Ο
νεότερος υιός γνώριζε ότι είχε αποξενωθεί από τον πατέρα· ο πρεσβύτερος όμως
δεν το γνώριζε. Και ακριβώς αυτή η άγνοια καθιστά την κατάστασή του τόσο
επικίνδυνη. Οι πρεσβύτεροι αδελφοί δεν προσέρχονται στον Θεό για να Τον
παρακαλέσουν να θεραπεύσει την κατάστασή τους. Δεν βλέπουν τίποτε το
προβληματικό σε αυτήν, και αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο. Αν γνωρίζεις ότι
είσαι άρρωστος, μπορεί να πας στον γιατρό· αν δεν γνωρίζεις ότι είσαι άρρωστος,
δεν θα πας και απλά θα πεθάνεις.
Στην ορθόδοξη γλώσσα, θα λέγαμε ότι πρόκειται
για πνευματική νόσο χωρίς επίγνωση. Ο πρεσβύτερος υιός δεν ζητά θεραπεία, διότι
δεν αναγνωρίζει την ασθένειά του. Όμως, όπως συμβαίνει και στην ιατρική, αν
κάποιος γνωρίζει ότι είναι άρρωστος, μπορεί να αναζητήσει γιατρό· αν όμως δεν
γνωρίζει την κατάστασή του, δεν θα ζητήσει βοήθεια και τελικά θα οδηγηθεί στον
θάνατο. Η αυτοδικαίωση και η αυτάρκεια αποδεικνύονται πνευματικά θανατηφόρες.
Ταυτόχρονα,
αυτή η διάσταση της παραβολής αφορά άμεσα και τους «νεότερους υιούς» της εποχής
μας. Όταν βλέπει κανείς τη στάση του πρεσβύτερου υιού, αρχίζει να κατανοεί
καλύτερα γιατί ο νεότερος θέλησε εξαρχής να φύγει από τον πατρικό οίκο. Πολλοί
σύγχρονοι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από κάθε μορφή θρησκευτικής ζωής, όχι
επειδή απέρριψαν τον Χριστό, αλλά επειδή συνάντησαν έναν εκκλησιαστικό χώρο
γεμάτο πνευματική ακαμψία, υποκρισία, αυτάρκεια και έλλειψη ελέους. Έναν χώρο
όπου ευδοκιμεί το αποικιοκρατικό πνεύμα και η φιλοδοξία για την ανάπτυξη
προσωπικών αυτοκρατοριών. Έναν χώρο όπου ο καθένας εργάζεται για το βασίλειό
του και όχι για το βασίλειο του Θεού. Ένας τέτοιος χώρος γίνεται απωθητικός και
σκανδαλιστικός.
Στην ορθόδοξη ποιμαντική εμπειρία, το σχήμα
αυτό είναι εξαιρετικά γνώριμο. Ο «νεότερος υιός» αντιστοιχεί σε εκείνον που
απομακρύνεται από την Εκκλησία, αναζητώντας ελευθερία, αυτοπραγμάτωση ή νόημα
ζωής εκτός της εκκλησιαστικής κοινότητας. Ο «πρεσβύτερος υιός», όμως, είναι
συχνά ο άνθρωπος της τυπικότητας, της ηθικής αυστηρότητας και της συγκριτικής
υπεροχής. Παραμένει στην Εκκλησία, αλλά χωρίς χαρά, χωρίς ευγνωμοσύνη και χωρίς
αληθινή αγάπη προς τον αδελφό.
Το
πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι ο πρεσβύτερος υιός δεν αντέχει τη χάρη. Η
σωτηρία του άλλου γίνεται γι’ αυτόν σκάνδαλο. Δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι ο
πατέρας αγαπά χωρίς όρους, χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς λογιστική δικαιοσύνη. Εδώ
αποκαλύπτεται μια βαθιά θεολογική παρεξήγηση: η μετατροπή της σχέσης με τον Θεό
σε ηθικό συμβόλαιο και όχι σε ζωντανή κοινωνία προσώπων.
Η
Ορθόδοξη Εκκλησία γνωρίζει καλά ότι η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση εντολών,
αλλά ασθένεια της σχέσης. Ο πρεσβύτερος υιός είναι εξωτερικά «ευσεβής», αλλά
εσωτερικά παραμένει αθεράπευτος. Δεν έχει κατανοήσει ότι τα πάντα είναι δωρεά
και ότι ακόμη και η αρετή δεν σώζει, αν δεν γεννιέται από ταπείνωση και
ευχαριστία.
Η
παραβολή κορυφώνεται όχι με την επιστροφή του νεότερου υιού, αλλά με την έξοδο
του πατέρα προς τον πρεσβύτερο. Ο Θεός αναζητά και τον «αμαρτωλό», και τον
«δίκαιο». Καλεί και τους δύο σε μετάνοια: τον έναν να εγκαταλείψει την αμαρτία
του και τον άλλον να εγκαταλείψει την αυτάρκειά του. Η αληθινή μετάνοια δεν
αφορά μόνο όσα κάναμε λάθος, αλλά και τους λόγους για τους οποίους κάναμε ό,τι
θεωρούσαμε σωστό.
Σε
μια εποχή εκκλησιαστικής κόπωσης και κοινωνικής δυσπιστίας, η παραβολή αυτή
παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Μας καλεί να ξανασκεφθούμε τι σημαίνει χάρη, τι
σημαίνει σωτηρία και τι σημαίνει Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν είναι χώρος για τους
«καλύτερους», αλλά θεραπευτήριο για όλους. Και η χάρη του Θεού δεν είναι απλώς
μια ιδέα, αλλά δύναμη που μεταμορφώνει την καρδιά, θεραπεύει τη σχέση και μας
μαθαίνει να στεκόμαστε απέναντι σε κάθε άνθρωπο όχι ως κριτές, αλλά ως αδελφοί.
Η εικόνα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου