Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Γιατί ο Χριστός δεν αποκάλυψε επιστημονικές γνώσεις; - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Γιατί ο Χριστός δεν αποκάλυψε επιστημονικές γνώσεις;

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η απορία είναι εύλογη: αν ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος, γιατί δεν πρόσφερε στους ανθρώπους της εποχής Του προχωρημένες επιστημονικές γνώσεις—ιατρική, φυσική, τεχνολογία—ώστε να ανακουφιστεί άμεσα η ανθρώπινη ζωή; Γιατί το κέντρο της διδασκαλίας Του είναι η Βασιλεία του Θεού, η μετάνοια, η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού και το μυστήριο της σωτηρίας;

Η χριστιανική θεολογία έχει διατυπώσει αρκετές απαντήσεις.

1) Ο σκοπός της Ενανθρώπησης είναι η σωτηρία, όχι η μετάδοση πληροφοριών

Στην Πατερική σκέψη ο Χριστός δεν έρχεται ως «καθηγητής επιστήμης», αλλά ως Ιατρός της ανθρώπινης ύπαρξης. Η βασική ανθρώπινη πληγή δεν είναι η έλλειψη δεδομένων, αλλά η φθορά, η αμαρτία, ο χωρισμός από τον Θεό και τελικά ο θάνατος. Γι’ αυτό το έργο του Χριστού είναι θεραπευτικό και ανακαινιστικό: αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την μεταμορφώσει.

Η γνωστή αρχή που αποδίδεται στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο είναι η εξής: «Ό,τι δεν προσλαμβάνεται, δεν θεραπεύεται». Δηλαδή, ο Χριστός δεν έρχεται να προσθέσει απλώς γνώσεις, αλλά να προσλάβει τον άνθρωπο, ώστε να τον θεραπεύσει και να τον οδηγήσει στην κοινωνία με τον Θεό.

2) Η επιστήμη έχει δικό της πεδίο: το κτιστό· η Αποκάλυψη αφορά κυρίως τον Θεό

Η επιστήμη ερευνά το «πώς» του κόσμου: νόμους, αιτιότητες, μετρήσεις, προβλέψεις. Η χριστιανική αποκάλυψη, χωρίς να περιφρονεί την κτίση, εξετάζει κυρίως το «ποιος» και το «γιατί»: ποιος είναι ο Θεός και ποιος είναι ο τελικός προορισμός του ανθρώπου.

Με αυτή τη διάκριση, η απουσία επιστημονικών «μαθημάτων» από τον Χριστό δεν σημαίνει αντι-επιστημονική στάση. Σημαίνει ότι ο Χριστός δεν ήρθε να υποκαταστήσει τη φυσική λειτουργία του ανθρώπινου νου, ούτε να ακυρώσει την ιστορική πορεία της έρευνας. Η επιστήμη μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στον χρόνο με ανθρώπινη εργασία, ενώ το μυστήριο της σωτηρίας δεν «ανακαλύπτεται» απλώς—χαρίζεται ως σχέση και χάρη.

3) Η θεία παιδαγωγία σέβεται την ελευθερία και την ωρίμανση

Μια άλλη θεολογική σκέψη είναι παιδαγωγική: ο Θεός δεν κατακλύζει τον άνθρωπο με δύναμη και έτοιμες λύσεις που θα τον έκαναν παθητικό. Η γνώση στην ανθρώπινη ιστορία συνοδεύεται από ηθική ευθύνη. Η τεχνολογία χωρίς ανάλογη πνευματική ωρίμανση μπορεί να γίνει μέσο καταπίεσης ή καταστροφής.

Εδώ συναντάμε και μια σύγχρονη παρατήρηση: ο φυσικός και ιερέας John Polkinghorne υπογραμμίζει ότι ο Θεός δεν λειτουργεί ως «μηχανισμός συμπλήρωσης κενών», αλλά ως Πρόσωπο που καλεί σε σχέση, ελευθερία και νόημα—και όχι σε εξαναγκασμό μέσω αδιάσειστων επιδείξεων ισχύος.

4) Τα θαύματα δεν είναι πρόγραμμα τεχνολογικής προόδου, αλλά «σημεία» της Βασιλείας

Ο Χριστός, βέβαια, κάνει θαύματα: θεραπείες, χορτασμό πλήθους, ανάσταση νεκρών. Κι όμως, τα θαύματα στα Ευαγγέλια δεν παρουσιάζονται ως εργαλεία για να χτιστεί επιστημονική μέθοδος. Είναι «σημεία» που φανερώνουν την φιλανθρωπία του Θεού και προαναγγέλλουν την τελική νίκη της Ζωής.

Επιπλέον, ο Χριστός απορρίπτει την λογική του θεάματος («ζητάτε σημεία»). Αντί για εντυπωσιασμό, ζητά μεταστροφή καρδιάς. Αυτό δείχνει ότι ο Θεός δεν θέλει μια σχέση ωφελιμισμού: «δώσε μου γνώση/δύναμη για να σε δεχτώ». Θέλει ελεύθερη αγάπη.

5) Ο Χριστός θεμελιώνει έμμεσα το έδαφος για την επιστήμη: απομαγεύει τη φύση

Πολλοί ιστορικοί και θεολόγοι επισημαίνουν ότι ο χριστιανισμός—ιδίως στην μεσαιωνική και νεότερη Δύση—συνέβαλε στην γέννηση του επιστημονικού τρόπου σκέψης, επειδή απομυθοποίησε τη φύση: ο κόσμος είναι κτιστός, έχει τάξη, δεν είναι θεός. Άρα μπορεί να μελετηθεί, να πειραματιστείς, να ερευνήσεις.

Ο Ian Barbour, από τους πιο γνωστούς θεωρητικούς του διαλόγου επιστήμης και θρησκείας, μιλά για διαφορετικά επίπεδα εξήγησης: η επιστήμη απαντά στο «πώς», ενώ η θεολογία στο «νόημα» και στην τελική αιτία. Έτσι, η απουσία επιστημονικών αποκαλύψεων από τον Χριστό μπορεί να ιδωθεί ως συνέπεια μιας διάκρισης ρόλων, όχι ως αδιαφορία.

Αν ο Χριστός έδινε έτοιμες επιστημονικές γνώσεις, ίσως να επιτάχυνε την τεχνική πρόοδο, αλλά δεν θα έλυνε το βαθύτερο ανθρώπινο πρόβλημα: την υπαρξιακή ρήξη, τη φθορά και τον θάνατο. Το Ευαγγέλιο δεν είναι εγκυκλοπαίδεια, αλλά πρόσκληση σε ζωή: σε κοινωνία με τον Θεό, σε μεταμόρφωση του ανθρώπου, σε ελπίδα που δεν τελειώνει στο όριο του τάφου. Και, μέσα σε αυτή τη ζωή, η επιστήμη βρίσκει τον δικό της νόμιμο χώρο ως δώρο του ανθρώπινου λόγου—όταν συνοδεύεται από ευθύνη, αλήθεια και ήθος.

***

Why Didn’t Christ Reveal Scientific Knowledge?

The question is a fair one: if Christ is truly God and truly man, why did He not offer the people of His time advanced scientific knowledge—medicine, physics, technology—so that human life could be relieved immediately? Why is the center of His teaching the Kingdom of God, repentance, the revelation of the Triune God, and the mystery of humanity’s salvation?

Christian theology has offered several responses.

1) The purpose of the Incarnation is salvation, not the transmission of information

In Patristic thought, Christ does not come as a “professor of science,” but as the Physician of human existence. The fundamental human wound is not a lack of data, but corruption, sin, separation from God, and ultimately death. For this reason, Christ’s work is healing and renewing: He takes human nature upon Himself in order to transfigure it.

The well-known principle attributed to Saint Gregory the Theologian is this: “What is not assumed is not healed.” That is, Christ does not come simply to add knowledge, but to assume humanity, so as to heal it and lead it into communion with God.

2) Science has its own domain—the created order; Revelation concerns God above all

Science investigates the “how” of the world: laws, causal relationships, measurements, predictions. Christian revelation, without despising creation, is concerned primarily with the “who” and the “why”: who God is, and what the human being’s ultimate destiny is.

With this distinction in mind, the absence of scientific “lessons” from Christ does not imply an anti-scientific stance. It means that Christ did not come to replace the natural function of the human mind, nor to cancel the historical course of inquiry. Science can develop through time by human labor, while the mystery of salvation is not simply “discovered”—it is given as relationship and grace.

3) Divine pedagogy respects freedom and maturation

Another theological approach is pedagogical: God does not overwhelm the human person with power and ready-made solutions that would render him passive. Knowledge in human history is accompanied by moral responsibility. Technology without corresponding spiritual maturity can become a means of oppression or destruction.

Here we also meet a modern observation: the physicist and priest John Polkinghorne emphasizes that God does not function as a “gap-filling mechanism,” but as a Person who calls human beings to relationship, freedom, and meaning—and not to coercion through irrefutable displays of power.

4) Miracles are not a program of technological progress, but “signs” of the Kingdom

Christ, of course, performs miracles: healings, the feeding of the multitude, the raising of the dead. And yet, miracles in the Gospels are not presented as tools for constructing a scientific method. They are “signs” that reveal God’s loving-kindness and proclaim the final victory of Life.

Moreover, Christ rejects the logic of spectacle (“you seek signs”). Instead of sensational proof, He calls for a change of heart. This shows that God does not desire a utilitarian relationship—“give me knowledge/power so that I may accept you.” He desires freely given love.

5) Christ indirectly lays the groundwork for science by “disenchanting” nature

Many historians and theologians note that Christianity—especially in the medieval and modern West—contributed to the emergence of scientific thinking because it demythologized nature: the world is created, it has order, it is not divine. Therefore it can be studied, tested, and investigated.

Ian Barbour, one of the most influential thinkers in the science-and-religion dialogue, speaks of different levels of explanation: science answers the “how,” while theology addresses “meaning” and ultimate causation. In this sense, Christ’s lack of scientific revelations can be understood as the consequence of a distinction of roles, not as indifference.

If Christ had provided ready-made scientific knowledge, He might have accelerated technical progress, but He would not have solved the deeper human problem: existential rupture, corruption, and death. The Gospel is not an encyclopedia, but an invitation to life: to communion with God, to the transformation of the human person, to a hope that does not end at the boundary of the grave. And within this life, science finds its proper place as a gift of human reason—when accompanied by responsibility, truth, and moral integrity.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: