Το γεγονός ότι ο ελληνικός τηλεοπτικός χώρος
φαίνεται να επανέρχεται, με αυξανόμενη επιμονή, στους βίους των αγίων δεν είναι
ένα αθώο συμβάν της πολιτιστικής βιομηχανίας, ούτε μια απλή ένδειξη ότι ένα
θρησκευτικό είδος «πουλά». Είναι, αντιθέτως, ένα από εκείνα τα φαινόμενα μέσα
από τα οποία διακρίνεται η βαθύτερη κρίση ενός πολιτισμού που, έχοντας εξαντλήσει τις μεγάλες κοσμικές
του αφηγήσεις, αναζητεί
πλέον μορφές εντάσεως εκεί όπου άλλοτε έβλεπε μόνο κατάλοιπα παραδόσεως.
Ο βίος του αγίου επανέρχεται όχι επειδή η εποχή
έγινε ξαφνικά ευσεβέστερη, αλλά επειδή οι κυρίαρχες ανθρωπολογικές κατηγορίες
της νεωτερικότητας αποδεικνύονται όλο και πιο ανεπαρκείς να περιγράψουν την
ανθρώπινη δίψα για μεταμόρφωση, άσκηση, θυσία, χάρη, δηλαδή για εκείνο ακριβώς
που υπερβαίνει την αυτάρεσκη γλώσσα της αυτοπραγμάτωσης.
Όταν μια κοινωνία, κουρασμένη από τον ψυχολογισμό και τον ναρκισσισμό της εξομολόγησης στρέφεται εκ νέου σε αγιολογικές μορφές, αυτό σημαίνει ότι κάτι μέσα της εξακολουθεί να αντιστέκεται στην πλήρη εκκοσμίκευση του νοήματος.
Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι εάν θα παραχθούν περισσότεροι
βίοι αγίων.
Το ζήτημα είναι εάν θα υπάρξει μια σοβαρή,
απαιτητική, μορφωτική χριστιανική πολιτική του πολιτισμού, ικανή να ξανασκεφθεί
τους όρους με τους οποίους μια κοινωνία βλέπει, ακούει, συγκινείται, ερμηνεύει
και κρίνει.
Μέσα στην ίδια την ελληνική εμπειρία υπάρχει ένα
σχεδόν λησμονημένο προηγούμενο, το οποίο σήμερα αποκτά την ισχύ υποδείγματος: η Εταιρία Χριστιανικού Θεάτρου, ιδρυμένη το 1961. Η ύπαρξή της
υπενθυμίζει ότι κάποτε διατυπώθηκε στην Ελλάδα, με τρόπο σοβαρό και όχι
ευσεβιστικά διακοσμητικό, η αξίωση να σκεφθεί κανείς τη σχέση χριστιανισμού και
θεάτρου όχι ως σχέση αμοιβαίας καχυποψίας, αλλά ως σχέση μορφώσεως. Η ευγενής φιλοδοξία της Εταιρίας, να προβάλλει
θεατρικά έργα εμπνευσμένα από τον χριστιανικό τρόπο ζωής και να αναδεικνύει τις
αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας, δεν σήμαινε μια απλοϊκή υποταγή της τέχνης
σε ηθικοπλαστική χρήση. Σήμαινε, πολύ βαθύτερα, ότι η πίστη δεν νοήθηκε ως
εξωτερικός κριτής της μορφής, αλλά ως δυνατότητα να κατοικηθεί η μορφή
διαφορετικά. Και το ίδιο το ιδρυτικό σχήμα της Εταιρίας, με πρόσωπα όπως ο
Κωστής Μπαστιάς, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Στάθης Σπηλιωτόπουλος,
ο Σπ. Σκιαδαρέσης, η Ρένα Τριανταφυλλίδου, η Πόπη Ματέυ, ο Κ. Βούρβαχης, ο
Πλάτων Μουσαίος, ο Ματθαίος Μουντές, ο Νίκος Παπαρόδου, ο Κλέων Παράσχος, με
φίλη και υποστηρίκτρια την Άννα Συνοδινού, αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για
μια περιφερειακή πρωτοβουλία ευλαβών, αλλά για μια σπάνια στιγμή πολιτισμικής
αυτοσυνειδησίας.
Η αποφασιστική καμπή του 1965, με το ανέβασμα της
Θυσίας του Πωλ Κλωντέλ και τη συγκρότηση δεύτερου θιάσου που περιόδευε στην
επαρχία, αποκτά σήμερα σχεδόν παραβολική σημασία. Όχι μόνο επειδή επρόκειτο για
μια επιλογή υψηλού πνευματικού βάρους, αλλά κυρίως επειδή το όλο εγχείρημα
περιβαλλόταν από μια ερμηνευτική και παιδαγωγική δομή που λείπει δραματικά από
τη σημερινή πολιτισμική μας κατάσταση.
Πριν από την παράσταση προηγείτο εισήγηση
και μετά την παράσταση ακολουθούσε συζήτηση. Αυτό και μόνο θα αρκούσε για να κατανοήσει κανείς
το μέγεθος της διαφοράς. Το έργο δεν προσφερόταν ως στιγμιαίο συγκινησιακό
αντικείμενο σε ένα κοινό καταναλωτών, αλλά ως γεγονός μαθητείας. Ο θεατής καλούνταν να εισέλθει σε μια
πειθαρχία προσοχής, να εκπαιδεύσει το βλέμμα του, να ασκηθεί στην ερμηνεία. Και ακριβώς γι’ αυτό η Εταιρία οργάνωνε
διαλέξεις και συζητήσεις θεατρολογικού χαρακτήρα, εκδηλώσεις προς τιμήν
ανθρώπων του θεάτρου, εκδρομές για παραστάσεις στην Επίδαυρο και αλλού,
συνεργασίες με το χοροθέατρο ΝΑΥΣΙΚΑ για τα χοροδράματα Κασσιανή και Ιωάννης ο
Βαπτιστής, ειδικές κρατήσεις παραστάσεων για τα μέλη της με μειωμένο εισιτήριο,
πάντοτε πλαισιωμένες από εισηγήσεις και τελικές συζητήσεις, ενώ από τον
Νοέμβριο του 1988 εξέδιδε και ενημερωτικό δελτίο θεάτρου με κριτικά σημειώματα
για τα έργα που παίζονταν στην Αθήνα. Όλα αυτά δεν συγκροτούν απλώς μια ωραία
δραστηριότητα του παρελθόντος. Συγκροτούν ένα λησμονημένο μοντέλο χριστιανικής πολιτισμικής επιμελείας.
Ακόμη πιο συμβολική είναι η σύνδεση της Εταιρίας
με τη Μονή Πετράκη. Το ετήσιο Ευχέλαιο κάθε Μάιο, με την
επιθυμία μάλιστα να τελείται υπαιθρίως στον περίβολο της Μονής, καθώς και η
Λειτουργία της 4ης Νοεμβρίου στο Μετόχι του Αγίου Νικολάου Ρηγίλλης επί τη
μνήμη του μάρτυρος Πορφυρίου, «του από Μίμων», δεν είναι εξωτερικές
λεπτομέρειες ενός καταστατικού βίου. Φανερώνουν μια ολόκληρη εκκλησιολογία της
μορφής. Διότι η αναφορά στον Πορφύριο τον από Μίμων είναι θεολογικά εκρηκτική:
δηλώνει ότι ακόμη και το πεδίο της μιμήσεως, της σκηνικής προσωπιδοφορίας, της
υποκριτικής μεταμορφώσεως, μπορεί να καταστεί τόπος αληθείας, τόπος
μεταστροφής, τόπος μαρτυρίας.
Εδώ η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί το θέατρο
εργαλειακά για να επικοινωνήσει ένα μήνυμα. Αντιθέτως, διακινδυνεύει να
αναγνωρίσει ότι το ίδιο το δράμα, το σώμα, η φωνή, η αναπαράσταση, το βλέμμα,
μπορούν να εισέλθουν σε μια οικονομία σωτηριολογικής σημασίας. Πρόκειται για
σκέψη πολύ απαιτητικότερη από τον σημερινό απλουστευτικό διαχωρισμό ανάμεσα στο
«πνευματικό» και το «καλλιτεχνικό», ανάμεσα στο «εκκλησιαστικό» και το
«σκηνικό».
Η σύγχρονη εξουσία είναι, σε μεγάλο βαθμό,
αισθητική εξουσία. Γι’ αυτό και η απάντηση της Εκκλησίας ή, ευρύτερα, μιας
χριστιανικής πολιτισμικής συνείδησης, δεν μπορεί να είναι απλώς ηθική ή
απολογητική. Οφείλει να είναι μορφολογική. Οφείλει να αφορά το πώς συγκροτείται
ένας θεατής, ένα ακροατήριο, μια κοινότητα προσλήψεως, ένας τρόπος να
κατοικείται η εικόνα χωρίς να καταβροχθίζεται κανείς από αυτήν.
Το λησμονημένο παράδειγμα της Εταιρίας
Χριστιανικού Θεάτρου μάς λέει ακριβώς αυτό: ότι κάποτε επιχειρήθηκε μια αντίσταση όχι της
καταγγελίας αλλά της μορφής, όχι της αποσύρσεως αλλά της πολιτισμικής εργασίας.
Γι’ αυτό θα ήταν πραγματικά κρίμα να εξαντληθεί η
παρούσα συγκυρία σε δελτία τύπου, τηλεοπτικό ενθουσιασμό και γενικόλογες
ικανοποιήσεις περί της «επιστροφής της πίστης».
Το ζήτημα είναι αν με αφορμή αυτές τις νέες σειρές
θα βρεθούν εκκλησιαστικοί φορείς, μοναστικές αδελφότητες, πανεπιστημιακοί,
θεατρολόγοι, άνθρωποι του θεάτρου και των μέσων, ώστε να ξανασκεφθούν σοβαρά
την ανάγκη μιας νέας χριστιανικής πολιτισμικής υποδομής.
Όχι μόνο έργα για αγίους, αλλά σχολές θεατή.
Όχι μόνο δραματοποιήσεις βίων, αλλά κοινότητες
ερμηνείας.
Όχι μόνο αναπαραστάσεις της αγιότητας, αλλά
θεσμούς που να μορφώνουν το βλέμμα, ώστε να είναι ακόμη ικανό να αναγνωρίζει
την αγιότητα ως σκάνδαλο και όχι ως ευπώλητη τρυφερότητα. Γιατί χωρίς αυτό το
βάθος, ακόμη και ο βίος του αγίου κινδυνεύει να μετατραπεί σε καταναλώσιμο
θρησκευτικό προϊόν.
Ενώ αυτό που θα άξιζε αληθινά στην εποχή μας θα
ήταν κάτι πολύ δυσκολότερο: η ανασύσταση μιας χριστιανικής θεωρίας της μορφής,
μιας θεολογίας του βλέμματος και μιας πολιτικής του πολιτισμού που να μη
φοβάται να σταθεί μέσα στον κόσμο χωρίς να παραδίδεται στον κόσμο.
Μάνος Λαμπράκης



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου