Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Τρίτο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής - Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Τρίτο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Μάρκος 2:14–17)

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Η περικοπή Μάρκος 2:14–17 παρουσιάζει την κλήση του Λευΐ (Ματθαίου) του τελώνου και το γεύμα που ακολουθεί «ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ» με πολλούς τελώνες και αμαρτωλούς. Η Εκκλησία δεν παρουσιάζει το επεισόδιο ως ένα απλό ιστορικό στιγμιότυπο, αλλά ως φανέρωση του τρόπου με τον οποίο ενεργεί ο Χριστός: εισέρχεται εκεί όπου ο άνθρωπος θεωρείται «ακάθαρτος» και τον ανακαινίζει με την κλήση και την κοινωνία μαζί Του.

Ο Λευΐ κάθεται «ἐπὶ τὸ τελώνιον», στον τόπο της συναλλαγής, της υπολογιστικής λογικής, της κοινωνικής καταφρόνησης. Οι τελώνες, συνεργάτες της ρωμαϊκής εξουσίας, θεωρούνταν από τους πολλούς σύμβολο αδικίας και φιλαργυρίας. Η θεολογική βαρύτητα όμως βρίσκεται στην πρόσκληση του Χριστού: «Ἀκολούθει μοι». Δεν προηγείται η ηθική διόρθωση ως προϋπόθεση, αλλά η κλήση ως αρχή της θεραπείας. Στην Ορθόδοξη παράδοση, η μετάνοια δεν είναι απλώς λύπη ή αλλαγή συμπεριφοράς· είναι κίνηση όλου του ανθρώπου προς τον Θεό, άνοιγμα στην χάρη που μεταμορφώνει. Γι’ αυτό και η άμεση ανταπόκριση του Λευΐ—«ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ»—δείχνει ότι η κλήση έχει δύναμη αναστάσιμη: ο άνθρωπος «σηκώνεται» από μια καθηλωμένη ζωή σε νέα πορεία.

Το γεύμα που ακολουθεί έχει εκκλησιολογική και μυστηριακή χροιά. Ο Χριστός συναναστρέφεται με ανθρώπους που οι «γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι» θεωρούν ανάξιους. Η σκηνή προεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία κατανοεί τη σωτηρία: ως πρόσκληση σε κοινωνία, σε «τραπέζι» όπου η παρουσία του Κυρίου δεν επιβραβεύει την αμαρτία αλλά θεραπεύει τον αμαρτωλό. Η αντίδραση των Φαρισαίων αποκαλύπτει την πνευματική παγίδα της αυτοδικαίωσης: βλέπουν τον νόμο ως σύστημα διαχωρισμών (καθαροί/ακάθαρτοι), ενώ ο Χριστός φανερώνει τον νόμο ως δρόμο αγάπης και αποκατάστασης.

Κομβική είναι η απάντηση του Κυρίου: «οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν». Εδώ η αμαρτία παρουσιάζεται ως ασθένεια, όχι ως νομικό στίγμα που απλώς καταδικάζεται. Η Εκκλησία μιλά για τον Χριστό ως «ἰατρό ψυχῶν καὶ σωμάτων»: δεν έρχεται να «εκθέσει» τον άρρωστο, αλλά να τον θεραπεύσει. Ταυτόχρονα, η φράση δεν δικαιώνει την αυτάρκεια των «δικαίων», αλλά στηλιτεύει τη φαντασίωση δικαιοσύνης. Εκείνος που νομίζει ότι είναι δίκαιος και δεν έχει ανάγκη, παραμένει εκτός θεραπείας επειδή δεν αναγνωρίζει την πληγή του.

Η σύνδεση με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι άμεση. Η Τεσσαρακοστή είναι «ιατρείο» μετανοίας: νηστεία, προσευχή, ελεημοσύνη, εξομολόγηση, όχι ως επιτεύγματα, αλλά ως συνεργία με τη χάρη που καθαρίζει τον νου και μαλακώνει την καρδιά. Η περικοπή υπενθυμίζει ότι ο σκοπός της νηστείας δεν είναι να δημιουργήσει «καλούς» που κοιτούν αφ’ υψηλού τους «κακούς», αλλά να μας τοποθετήσει στην αλήθεια του τελώνη: «είμαι άρρωστος, χρειάζομαι Ιατρό». Έτσι η Εκκλησία προστατεύει την άσκηση από τον φαρισαϊσμό, δηλαδή από την υπερηφάνεια που μετατρέπει την αρετή σε αφορμή κατάκρισης.

Ως προς την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η σχέση είναι βαθιά: ο Σταυρός φανερώνει το μέτρο της θείας συγκατάβασης, της αγάπης που «κατεβαίνει» στον άνθρωπο για να τον αναστήσει. Όπως ο Χριστός κάθεται στο τραπέζι των αμαρτωλών χωρίς να μολύνεται, έτσι στον Σταυρό προσλαμβάνει τα τραύματά μας χωρίς να γίνεται κοινωνός της αμαρτίας· τα θεραπεύει με την θυσιαστική Του αγάπη. Η μέση της Τεσσαρακοστής, όπου προβάλλεται ο Σταυρός, λειτουργεί ως ενίσχυση: δεν μας ζητείται να σωθούμε με δικές μας δυνάμεις, αλλά να ακολουθήσουμε τον Χριστό στον δρόμο της μετανοίας, που είναι δρόμος σταυρικός και ταυτόχρονα αναστάσιμος. Η κλήση «Ἀκολούθει μοι» ηχεί μέσα στη νηστεία ως πρόσκληση να σηκωθούμε από το «τελώνιον» των παθών μας και να βαδίσουμε πίσω από Εκείνον που έγινε Ιατρός μας.

***

Third Saturday of Great Lent (Mark 2:14–17)

The passage Mark 2:14–17 presents the calling of Levi (Matthew) the tax collector and the meal that follows “in his house” with many tax collectors and sinners. The Church does not present this episode as a simple historical snapshot, but as a revelation of the way Christ acts: He enters the place where a person is regarded as “unclean” and renews him through His call and through communion with Him.

Levi is sitting “at the tax booth,” in the place of transaction, calculating logic, and social contempt. Tax collectors, collaborators with the Roman authorities, were viewed by many as a symbol of injustice and love of money. The theological weight, however, lies in Christ’s word of invitation: “Follow Me.” Moral correction does not come first as a prerequisite; rather, the call comes first as the beginning of healing. In the Orthodox tradition, repentance is not simply sorrow or a change of behavior; it is the movement of the whole person toward God, an opening to the grace that transfigures. This is why Levi’s immediate response—“and rising, he followed Him”—shows that the call has a resurrectional power: the person “rises” from a life pinned down and steps into a new path.

The meal that follows has an ecclesiological and sacramental resonance. Christ keeps company with people whom “the scribes and the Pharisees” consider unworthy. The scene foreshadows the way the Church understands salvation: as an invitation into communion, to a “table” where the presence of the Lord does not reward sin but heals the sinner. The Pharisees’ reaction reveals the spiritual trap of self-justification: they see the Law as a system of separations (clean/unclean), whereas Christ reveals the Law as a path of love and restoration.

Decisive is the Lord’s reply: “Those who are well have no need of a physician, but those who are sick; I did not come to call the righteous, but sinners to repentance.” Here sin is presented as an illness, not as a merely legal stigma that is simply condemned. The Church speaks of Christ as the “Physician of souls and bodies”: He does not come to “expose” the sick person, but to heal him. At the same time, the phrase does not vindicate the self-sufficiency of the “righteous,” but rebukes an imagined righteousness. The one who thinks he is righteous and has no need remains outside healing because he does not acknowledge his wound.

The link with Great Lent is direct. Lent is a “clinic” of repentance: fasting, prayer, almsgiving, confession—not as achievements, but as synergy with grace that cleanses the mind and softens the heart. The passage reminds us that the goal of fasting is not to create “good people” who look down on “bad people,” but to place us in the truth of the tax collector: “I am sick; I need a Physician.” In this way the Church safeguards ascetic struggle from Pharisaism—namely, from the pride that turns virtue into an occasion for judging others.

With regard to the Sunday of the Veneration of the Cross, the connection is deep: the Cross reveals the measure of divine condescension, of the love that “descends” to the human person in order to raise him up. Just as Christ sits at the table of sinners without being defiled, so on the Cross He takes up our wounds without becoming a participant in sin; He heals them through His self-offering love. The midpoint of Lent, when the Cross is set forth for veneration, functions as strengthening: we are not asked to save ourselves by our own powers, but to follow Christ on the path of repentance—a path that is cross-bearing and at the same time resurrectional. The call “Follow Me” resounds within the fast as an invitation to rise from the “tax booth” of our passions and to walk behind the One who became our Physician.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: