Πώς απαντά η Εκκλησία στα «δύσκολα» χωρία της
Αγίας Γραφής
Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος
Στον δημόσιο διάλογο, συχνά γίνεται επίκληση
χωρίων της Αγίας Γραφής ως απόδειξη ότι ο Χριστιανισμός «νομιμοποιεί» θεσμούς
και πρακτικές που σήμερα καταδικάζονται: δουλεία, βία, υποτίμηση των γυναικών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, δεν αντιμετωπίζει την Βίβλο ως απλό εγχειρίδιο
κανόνων, αποκομμένο από το ιστορικό πλαίσιο, ούτε ως κείμενο που ερμηνεύεται
αποκλειστικά με ιδιωτική κρίση. Τη διαβάζει μέσα στην Παράδοση, στο φως του
Χριστού, με κέντρο την εντολή της αγάπης και τον σκοπό της σωτηρίας του ανθρώπου.
Η Αγία Γραφή φανερώνει την παιδαγωγία του Θεού
μέσα στην ιστορία: ο Θεός συναντά πραγματικούς ανθρώπους, σε συγκεκριμένες
κοινωνίες, και τους οδηγεί σταδιακά από την πνευματική ανωριμότητα προς την
πληρότητα που αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του Χριστού. Γι’ αυτό η Εκκλησία
διακρίνει ανάμεσα στην περιγραφή ιστορικών καταστάσεων και στη θεία βούληση ως
τελικό μέτρο της ζωής. Το πλήρες κριτήριο είναι ο Χριστός.
1) Η δουλεία
Πράγματι, στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν διατάξεις που αφορούν τη δουλεία (π.χ. Έξοδος, Λευιτικό, Δευτερονόμιο). Η ύπαρξη τέτοιων ρυθμίσεων δεν σημαίνει ότι ο Θεός «θεσπίζει» τη δουλεία ως αγαθή τάξη πραγμάτων. Αντίθετα, μέσα σε κοινωνίες όπου η δουλεία λειτουργούσε ως δεδομένος θεσμός, η Μωσαϊκή νομοθεσία περιορίζει τη σκληρότητα, θέτει όρια και εισάγει στοιχεία προστασίας των ευάλωτων (π.χ. συγκεκριμένοι χρόνοι, ευθύνη του κυρίου, απαγόρευση ακραίας κακομεταχείρισης, υπομνήσεις της μνήμης της αιγυπτιακής δουλείας).
Κυρίως, η βιβλική εμπειρία της Εξόδου παραμένει
θεμελιώδης: ο Θεός αποκαλύπτεται ως Ελευθερωτής και καλεί τον άνθρωπο σε ζωή
που δεν ταυτίζεται με καταπίεση και εξευτελισμό. Στην Καινή Διαθήκη, οι
Απόστολοι κινούνται μέσα σε μια Ρωμαϊκή αυτοκρατορία όπου η δουλεία ήταν
κοινωνικό σύστημα. Δεν προτείνουν άμεση πολιτική επανάσταση, αλλά σπέρνουν κάτι
βαθύτερο: την εκκλησιαστική πραγματικότητα όπου ο άλλος δεν είναι πράγμα, αλλά
αδελφός. Η επιστολή προς Φιλήμονα είναι χαρακτηριστική: ο Ονήσιμος καλείται να γίνει
δεκτός «οὐκέτι ὡς δοῦλον ἀλλ’ ὑπὲρ δοῦλον, ἀδελφὸν ἀγαπητόν» (Φιλμ. 16). Αυτό
το ευαγγελικό ήθος, όπου κάθε άνθρωπος είναι εικόνα Θεού, είναι ασύμβατο με την
εκμετάλλευση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει κάθε μορφή
εμπορίας ανθρώπων και υποδούλωσης ως βαρύ πλήγμα κατά της ανθρώπινης αξίας και
ελευθερίας.
2) Πόλεμος και βία
Οι αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης που σχετίζονται
με πολεμικά γεγονότα ή σκληρές κρίσεις αποτελούν από τα δυσκολότερα σημεία για
τον σύγχρονο αναγνώστη. Η Εκκλησία δεν «θριαμβολογεί», ούτε τα μετατρέπει σε
πρότυπα συμπεριφοράς. Πρώτον, τα κείμενα αυτά διαβάζονται ως μέρος της ιστορίας
της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο Θεός διαπαιδαγωγεί έναν λαό ώστε να φυλαχθεί από
την ειδωλολατρία και να προετοιμαστεί ο δρόμος για την έλευση του Μεσσία.
Δεύτερον, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε τον τρόπο γραφής της αρχαιότητας: συχνά
χρησιμοποιεί υπερβολικές εκφράσεις, γενικεύσεις ή «ιερή γλώσσα» που αποδίδει
στον Θεό γεγονότα μέσα από την εμπειρία ενός λαού.
Πάνω απ’ όλα, η πλήρης αποκάλυψη του χαρακτήρα του
Θεού φαίνεται στον Χριστό, ο οποίος απορρίπτει τη βία ως μέσο επιβολής και
διδάσκει την αγάπη προς τους εχθρούς (Ματθ. 5:44). Η Εκκλησία, ακολουθώντας
τους Πατέρες, διαβάζει πολλά από αυτά τα χωρία και πνευματικά: ως εικόνες του
αγώνα κατά της αμαρτίας και των παθών, όχι ως άδεια για πράξεις μίσους. Η
αληθινή «μάχη» του Χριστιανού είναι η κάθαρση της καρδιάς.
3) Γυναίκα και υποτίμηση
Η Παλαιά Διαθήκη αντανακλά πολλές φορές
πατριαρχικές δομές της εποχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός «θεολογεί» την
υποτίμηση, αλλά ότι η βιβλική ιστορία καταγράφει κοινωνίες που δεν είχαν φτάσει
στο μέτρο της ευαγγελικής πληρότητας. Ακόμη και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η
Γραφή αναδεικνύει γυναίκες με πνευματικό κύρος και καθοριστικό ρόλο στην
ιστορία του λαού του Θεού.
Για ορισμένες νομικές διατάξεις που σήμερα
προκαλούν δυσφορία, χρειάζεται προσοχή στη διατύπωση. Για παράδειγμα, το χωρίο
Δευτ. 22:28–29 συχνά συζητείται από ειδικούς ως προς το αν αφορά βιασμό ή
περίπτωση αποπλάνησης/σεξουαλικής σχέσης χωρίς τη νόμιμη διαδικασία· ούτως ή
άλλως, το κείμενο αποτυπώνει ένα αρχαίο νομικό περιβάλλον που δεν ταυτίζεται με
τη χριστιανική ποιμαντική και τη σύγχρονη έννοια δικαιοσύνης για την προστασία
του θύματος. Η Εκκλησία δεν καλείται να «δικαιώσει» κάθε κοινωνική ρύθμιση της
αρχαιότητας, αλλά να δείξει πού οδηγεί το Ευαγγέλιο: στην αποκατάσταση του
προσώπου.
Στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός φέρεται στις
γυναίκες με αξιοπρέπεια και ελευθερία, σπάζοντας κοινωνικά στερεότυπα:
συνομιλεί δημόσια με τη Σαμαρείτιδα, δέχεται τη διακονία γυναικών, θεραπεύει,
συγχωρεί, και μετά την Ανάσταση οι πρώτοι μάρτυρες είναι γυναίκες. Ο απόστολος
Παύλος διατυπώνει μια θεμελιώδη εκκλησιολογική αλήθεια: «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ·
πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3:28).
Όσο για την αναφορά στην «υποταγή» (Εφ. 5), η
Εκκλησία την κατανοεί μέσα στο πλαίσιο της προηγούμενης προτροπής: «ὑποτασσόμενοι
ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ» (Εφ. 5:21). Το μέτρο για τον άνδρα δεν είναι η
εξουσία, αλλά η αυτοθυσιαστική αγάπη «καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν τὴν Ἐκκλησίαν»
(Εφ. 5:25). Πρόκειται για κάλεσμα σε σταυρική σχέση, όχι για νομιμοποίηση
καταπίεσης.
Και βέβαια, η τιμή της Εκκλησίας προς την Υπεραγία
Θεοτόκο και τις αναρίθμητες γυναίκες αγίες δεν αποτελεί «συμβολική χειρονομία»,
αλλά μαρτυρία ότι η αγιότητα και η δόξα της ανθρώπινης φύσης δεν έχουν φύλο.
4) Η Χριστιανική Ηθική
Η χριστιανική ηθική δεν είναι κατά βάση μια λίστα
επιτρεπτών και απαγορευμένων. Είναι καρπός σχέσης με τον Θεό και μεταμόρφωσης
του ανθρώπου. Το κέντρο της δεν είναι ένας νόμος, αλλά ένα Πρόσωπο: ο Χριστός.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν απομονώνει φράσεις της Γραφής, αλλά τις εντάσσει
στο συνολικό της ήθος, στη Λειτουργική εμπειρία και στην Πατερική ερμηνεία.
Η συμβολή του Χριστιανισμού στην ιστορία της
ανθρωπότητας δεν ταυτίζεται με κάθε πράξη ανθρώπων που αυτοαποκαλέστηκαν
χριστιανοί. Υπήρξαν αστοχίες, στρεβλώσεις και σκοτεινά κεφάλαια. Όμως το
Ευαγγέλιο εισάγει ριζικά θεμέλια: κάθε άνθρωπος είναι εικόνα Θεού, η αγάπη
είναι ο δρόμος της αλήθειας, η εξουσία κρίνεται ως διακονία, και η ελευθερία
είναι κλήση σε κοινωνία, όχι δικαίωμα εκμετάλλευσης.
Η Αγία Γραφή δεν διαβάζεται ορθά όταν
αντιμετωπίζεται σαν απομονωμένη συλλογή «παραδειγμάτων» προς μίμηση ή απόρριψη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τη διαβάζει Χριστοκεντρικά, με διάκριση ανάμεσα στην
ιστορική περιγραφή και στην ευαγγελική πληρότητα. Έτσι, τα δύσκολα χωρία δεν
γίνονται άλλοθι βίας ή ανισότητας, αλλά αφορμή για βαθύτερη κατανόηση της
παιδαγωγίας του Θεού και του σκοπού της Γραφής: να οδηγήσει τον άνθρωπο στη
θεραπεία της καρδιάς, στην αγάπη και στην αγιότητα.
***
How the Church
Responds to the “Difficult” Passages of Holy Scripture
In public
discussion, passages of Holy Scripture are often cited as proof that
Christianity “legitimizes” institutions and practices that are condemned today:
slavery, violence, the devaluing of women. The Orthodox Church, however, does
not treat the Bible as a simple rulebook detached from its historical context,
nor as a text interpreted solely by private judgment. She reads it within
Tradition, in the light of Christ, with the commandment of love at the center
and the salvation of the human person as the goal.
Holy Scripture
reveals God’s pedagogy within history: God meets real people in specific
societies and gradually leads them from spiritual immaturity to the fullness
revealed in the person of Christ. For this reason, the Church distinguishes
between the description of historical situations and the divine will as the
final measure of life. The complete criterion is Christ.
1) Slavery
Indeed, the Old
Testament contains regulations concerning slavery (e.g., Exodus, Leviticus,
Deuteronomy). The existence of such provisions does not mean that God
“establishes” slavery as a good order of things. Rather, in societies where
slavery functioned as a given institution, Mosaic legislation limits harshness,
sets boundaries, and introduces elements of protection for the vulnerable
(e.g., specific time limits, the master’s responsibility, prohibitions against
extreme mistreatment, reminders of Israel’s memory of slavery in Egypt).
Above all, the
biblical experience of the Exodus remains foundational: God is revealed as
Liberator and calls the human being to a life that is not identified with
oppression and humiliation. In the New Testament, the Apostles move within a
Roman Empire where slavery was a social system. They do not propose an
immediate political revolution, but they sow something deeper: the ecclesial
reality in which the other person is not a thing, but a brother. The Epistle to
Philemon is characteristic: Onesimus is to be received “no longer as a slave
but more than a slave, a beloved brother” (Philem. 16). This evangelical
ethos—where every human being is an image of God—is incompatible with
exploitation.
The Orthodox
Church regards every form of human trafficking and enslavement as a grave blow
against human dignity and freedom.
2) War and
Violence
Old Testament
narratives connected with warfare or severe judgments are among the most
difficult points for the modern reader. The Church does not “triumphalize”
them, nor does she turn them into models of behavior. First, these texts are
read as part of the history of the Old Testament economy, in which God educates
a people so that they may be guarded from idolatry and the way may be prepared
for the coming of the Messiah. Second, we must recognize the literary manner of
antiquity: it often uses hyperbolic expressions, generalizations, or “sacred
language” that attributes events to God as they are received through the
experience of a people.
Above all, the
full revelation of God’s character is seen in Christ, who rejects violence as a
means of imposing power and teaches love for enemies (Matt. 5:44). The Church,
following the Fathers, also reads many of these passages spiritually: as images
of the struggle against sin and the passions, not as permission for acts of
hatred. The true “battle” of the Christian is the purification of the heart.
3) Women and
Devaluation
The Old
Testament often reflects the patriarchal structures of its time. This does not
mean that God “theologizes” devaluation, but that biblical history records
societies that had not reached the measure of evangelical fullness. Even within
this framework, Scripture highlights women with spiritual authority and a
decisive role in the history of God’s people.
For certain
legal provisions that cause discomfort today, careful wording is needed. For
example, Deut. 22:28–29 is often discussed by scholars regarding whether it
refers to rape or to a case of seduction/sexual relations without the lawful
procedure; in any case, the text reflects an ancient legal environment that
does not coincide with Christian pastoral practice and the modern understanding
of justice for protecting the victim. The Church is not called to “justify”
every social regulation of antiquity, but to show where the Gospel leads: to
the restoration of the person.
In the New
Testament, Christ treats women with dignity and freedom, breaking social
stereotypes: He speaks publicly with the Samaritan woman, accepts the ministry
of women, heals, forgives, and after the Resurrection the first witnesses are
women. The Apostle Paul states a fundamental ecclesiological truth: “there is
neither male nor female; for you are all one in Christ Jesus” (Gal. 3:28).
As for the
reference to “submission” (Eph. 5), the Church understands it within the
framework of the preceding exhortation: “submitting to one another in the fear
of Christ” (Eph. 5:21). The measure for the man is not power, but
self-sacrificial love: “as Christ also loved the Church” (Eph. 5:25). This is a
call to a cruciform relationship, not a legitimization of oppression.
And of course,
the Church’s veneration of the Most Holy Theotokos and the countless women
saints is not a “symbolic gesture,” but a witness that holiness and the glory
of human nature have no gender.
4) Christian
Ethics
Christian
ethics is not primarily a list of permitted and forbidden things. It is the
fruit of a relationship with God and the transformation of the human being. Its
center is not a law, but a Person: Christ. For this reason, the Church does not
isolate phrases of Scripture, but integrates them into her overall ethos, her
liturgical experience, and patristic interpretation.
Christianity’s
contribution to the history of humanity is not identical with every act of
people who called themselves Christians. There have been failures, distortions,
and dark chapters. Yet the Gospel introduces foundational principles: every
human being is an image of God; love is the path of truth; authority is judged
as service; and freedom is a calling to communion, not a right to exploit.
Holy Scripture is not read properly when it is treated as an isolated collection of “examples” to imitate or reject. The Orthodox Church reads it Christocentrically (with Christ at the center), distinguishing between historical description and evangelical fullness. Thus, the difficult passages do not become an alibi for violence or inequality, but an occasion for deeper understanding of God’s pedagogy and of Scripture’s purpose: to lead the human person to the healing of the heart, to love, and to holiness.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου